ΕΣΤΗΣΑΝ ΤΗ ΒΡΥΣΗ, ΑΝΟΙΞΑΝ ΤΗ ΣΤΡΟΦΙΓΓΑ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΡΕΧΕΙ… ΕΥΡΩΠΑΙΑ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ!

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Πριν από 2 χρόνια, σε μια περίοδο που το σύστημα «κοιμόταν ήσυχο», ο Γρηγόρης Σερέτης αποκάλυψε το σκοτεινό τοπίο των «έξυπνων» υδρομέτρων. Μετά τις πρώτες εκείνες αποκαλύψεις, η υπόθεση έχει πάρει πλέον τον δρόμο της Δικαιοσύνης. Δεδομένου μάλιστα ότι το πρόγραμμα χρηματοδοτήθηκε με κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο φάκελος βρίσκεται ήδη στα χέρια της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η οποία ελέγχει τη διαδρομή του χρήματος και αναμένεται σύντομα να προχωρήσει σε απόδοση ευθυνών.

Το εξοργιστικό, ωστόσο, είναι πως ο λογαριασμός για αυτές τις μεθοδεύσεις αναμένεται να μετακυλιστεί, για άλλη μια φορά, στις πλάτες του Έλληνα φορολογούμενου.

Η υπόθεση, με απλά λόγια

Δεκάδες δήμοι και δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης σε όλη την Ελλάδα προμηθεύτηκαν πρόσφατα «έξυπνα» ψηφιακά υδρόμετρα, με χρήματα μέσω ενός προγράμματος του ΕΣΠΑ. Το συνολικό κόστος είναι 330 εκατομμύρια ευρώ. Σήμερα, η υπόθεση αυτή βρίσκεται υπό επίσημη διερεύνηση από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, μετά από καταγγελίες για υπερτιμολογήσεις και διαγωνισμούς που φαίνεται να είχαν στηθεί εκ των προτέρων.

Το ερώτημα που θέλουμε να απαντήσουμε εδώ δεν είναι μόνο «πόσο πλήρωσαν οι δήμοι», αλλά κάτι πιο βαθύ: ποιος έφτιαξε τους κανόνες του παιχνιδιού, και πώς αυτοί οι κανόνες οδήγησαν σχεδόν αναπόφευκτα στο αποτέλεσμα που βλέπουμε σήμερα.

Αρμόδιος υπουργός ο Άδωνις Γεωργιάδης

Στις 30 Δεκεμβρίου 2022, το Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων άνοιξε επίσημα το πρόγραμμα. Δημοσίευσε μια «πρόσκληση», δηλαδή μια επίσημη ανακοίνωση που καλούσε τους δήμους και τις δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης (ΔΕΥΑ) να καταθέσουν τις δικές τους προτάσεις, αν ήθελαν χρηματοδότηση για να αγοράσουν ψηφιακά υδρόμετρα και τον σχετικό εξοπλισμό. Κάθε δήμος μπορούσε να ζητήσει έως 9 εκατομμύρια ευρώ.

Υπό ποια πολιτική ηγεσία, όμως, δρομολογήθηκαν όλα αυτά; Ανώτατος πολιτικός προϊστάμενος στο Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων, έχοντας τη συνολική ευθύνη, ήταν ο τότε Υπουργός, Άδωνις Γεωργιάδης. Στο πλευρό του, ως Υφυπουργός με αρμοδιότητα το ΕΣΠΑ, βρισκόταν ο Ιωάννης Τσακίρης.

Η κίνηση-κλειδί, δύο μήνες πριν καν βγει η πρόσκληση

Εδώ εντοπίζουμε το πρώτο σημαντικό εύρημα αυτής της έρευνας, κι αυτό που δίνει στην υπόθεση τη διάσταση της προσωπικής ευθύνης και όχι μόνο της θεσμικής.

Στις 2 Νοεμβρίου 2022, δηλαδή περίπου δύο μήνες πριν βγει η πρόσκληση, ο ίδιος ο Γεωργιάδης, μαζί με τον Τσακίρη, υπέγραψαν μια ξεχωριστή απόφαση, με την οποία τοποθέτησαν άνθρωπο της επιλογής τους στη θέση του προϊσταμένου της ΕΥΔ που λίγο αργότερα θα όριζε τους κανόνες και θα αξιολογούσε ποιος δήμος θα ενταχθεί στο πρόγραμμα και με ποιους όρους.

«Η απόφαση Γεωργιάδη-Τσακίρη (2.11.2022) με την οποία τοποθετήθηκε, εκτός κανονικής διαδικασίας επιλογής, ο προϊστάμενος της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης που δύο μήνες αργότερα θα αξιολογούσε τις προτάσεις των δήμων για την επίμαχη πρόσκληση των υδρομέτρων.»

Η απόφαση τοποθέτησης λέει ρητά ότι δεν ήταν μόνιμος διορισμός, ήταν προσωρινός, «μέχρι να γίνει η κανονική διαδικασία επιλογής». Δηλαδή δεν πέρασε από καμία ανοιχτή, ανταγωνιστική διαδικασία. Τον διάλεξε απευθείας η πολιτική ηγεσία του υπουργείου.

Με απλά λόγια, πριν καν ανοίξει το παιχνίδι, ο υπουργός έβαλε δικό του άνθρωπο να κάθεται στο τραπέζι που θα μοίραζε τα χαρτιά.

Και το τραπέζι αυτό δεν ήταν διακοσμητικό. Μια Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης (ΕΥΔ) όπως αυτή δεν είναι απλώς «ταμείο» που μοιράζει χρήματα, είναι ο θεσμικός ρυθμιστής όλης της διαδικασίας από την αρχή ως το τέλος: αυτή γράφει τους όρους της πρόσκλησης, αυτή αξιολογεί ποιες προτάσεις θα εγκριθούν, αυτή εκδίδει την απόφαση ένταξης που δεσμεύει τα χρήματα, αυτή παρακολουθεί αν το έργο υλοποιείται σωστά, αυτή έχει τη νόμιμη υποχρέωση να ελέγξει τη νομιμότητα του κάθε διαγωνισμού που θα κάνει ο κάθε δήμος, και τέλος αυτή εγκρίνει τις πληρωμές. Τοποθετώντας δικό της άνθρωπο, επιλογής της, στην κορυφή αυτής της συγκεκριμένης υπηρεσίας, η πολιτική ηγεσία του υπουργείου δεν επηρέαζε απλώς ένα στάδιο της διαδικασίας, έλεγχε δυνητικά όλα τα στάδιά της, από τη σύνταξη των όρων μέχρι τον τελικό έλεγχο νομιμότητας.

Οι κανόνες που έγραψε το ίδιο το υπουργείο, και γιατί ήταν κατάπτυστοι

Μελετώντας το πλήρες κείμενο της πρόσκλησης, βρίσκουμε τρεις συγκεκριμένους όρους. Ο καθένας ξεχωριστά ίσως να μην ήταν πρόβλημα. Μαζί, όμως, λειτούργησαν σαν κλειδαριά που άνοιγε μόνο με το σωστό κλειδί, και το σωστό κλειδί το είχαν ελάχιστες, ήδη μεγάλες εταιρείες.

Πρώτος όρος: δεν αγοράζεις απλά υδρόμετρα, αγοράζεις ολόκληρο πακέτο. Η πρόσκληση δεν έλεγε στους δήμους «αγοράστε υδρόμετρα». Έλεγε ότι έπρεπε να αγοράσουν ένα πλήρες σύστημα: το ίδιο το υδρόμετρο, μαζί με ασύρματο εξοπλισμό επικοινωνίας, μαζί με λογισμικό συλλογής δεδομένων, μαζί με λογισμικό αυτόματης χρέωσης, μαζί με εφαρμογή κινητού για τον πολίτη. Αυτό σημαίνει ότι μια μικρή εταιρεία που φτιάχνει καλά, φθηνά υδρόμετρα δεν μπορούσε καν να συμμετάσχει μόνη της. Μόνο οι λίγες εταιρείες που είχαν ήδη έτοιμο ολόκληρο το πακέτο, hardware και λογισμικό μαζί, μπορούσαν να διεκδικήσουν τη σύμβαση.

«Απόσπασμα της πρόσκλησης προς τους δήμους, όπου ορίζεται ότι η προμήθεια πρέπει να αντιμετωπίζεται με “ολιστικό και πλήρως λειτουργικό τρόπο”, δηλαδή ολόκληρο πακέτο εξοπλισμού και λογισμικού, όχι απλώς υδρόμετρα.»

Δεύτερος όρος: κανένας δήμος δεν πληρωνόταν για να προσλάβει ανεξάρτητο ειδικό που θα τον βοηθούσε. Η πρόσκληση έλεγε ρητά ότι το πρόγραμμα δεν καλύπτει το κόστος «παροχής υπηρεσιών συμβούλου υποστήριξης στον τελικό δικαιούχο». Δηλαδή, αν ένας μικρός δήμος ήθελε να προσλάβει έναν ανεξάρτητο μηχανικό για να τον βοηθήσει να καταλάβει τι ακριβώς χρειάζεται και πόσο πρέπει να κοστίζει, θα έπρεπε να τον πληρώσει από τη δική του τσέπη. Το πρόγραμμα δεν το χρηματοδοτούσε αυτό.

«Απόσπασμα της πρόσκλησης όπου η “παροχή υπηρεσιών συμβούλου υποστήριξης στον τελικό δικαιούχο” αναγράφεται ρητά ως μη επιλέξιμη δαπάνη, δηλαδή οι δήμοι δεν επιχορηγούνταν για να προσλάβουν ανεξάρτητο τεχνικό σύμβουλο.»

Από πού θα έβρισκε ένας μικρός δήμος, χωρίς δικό του ειδικό σε τηλεπικοινωνιακά συστήματα, σε ελάχιστο χρόνο την τεχνική γνώση για να γράψει μια σωστή, ανεξάρτητη πρόταση; Η πιο εύκολη, πρακτική λύση ήταν να ζητήσει βοήθεια από τις ίδιες τις εταιρείες που αργότερα θα διεκδικούσαν τη σύμβαση.

Τρίτος όρος: ελάχιστος χρόνος. Το χρονικό παράθυρο για να καταθέσει κάθε δήμος την πλήρη πρότασή του ήταν μόλις ένας μήνας. Μέσα σε αυτόν τον μήνα, ο δήμος έπρεπε να ετοιμάσει τεχνική περιγραφή, να υπολογίσει προϋπολογισμό, να συστήσει επιτροπή που θα ερευνούσε τις τιμές της αγοράς, και να καταθέσει πλήρη φάκελο. Χωρίς χρηματοδοτούμενο ειδικό (δεύτερος όρος), και με ένα τόσο σύνθετο, πολυεπίπεδο προϊόν (πρώτος όρος), ένας μήνας είναι ελάχιστος χρόνος για να γίνει αυτό σωστά και ανεξάρτητα.

«Η αρχική πρόσκληση (ΑΔΑ ΩΧ9646ΜΤΛΡ-ΛΝ3) όριζε μόλις έναν μήνα στους δήμους, από 18 Ιανουαρίου έως 17 Φεβρουαρίου 2023, για να ετοιμάσουν πλήρη τεχνικό και οικονομικό φάκελο πολύπλοκου έργου, χωρίς καμία επιχορηγούμενη βοήθεια ειδικού.»

Στην πράξη, όμως, ο χρόνος αυτός έγινε ακόμα πιο σύντομος. Στις 31 Ιανουαρίου 2023, η ίδια η υπηρεσία εξέδωσε επίσημη τροποποίηση της πρόσκλησης (ΑΔΑ 61ΣΟ46ΜΤΛΡ-Η4Γ), με την οποία η καταληκτική ημερομηνία υποβολής προτάσεων μετατέθηκε από τις 17 Φεβρουαρίου στις 31 Ιανουαρίου 2023, ώρα 20:00. Δηλαδή η ίδια η ανακοίνωση της νέας, πολύ πιο σύντομης προθεσμίας δημοσιεύτηκε την ίδια ακριβώς ημέρα που αυτή έληγε. Η επίσημη αιτιολογία που αναγράφεται στο έγγραφο είναι ότι «με τις έως σήμερα υποβληθείσες αιτήσεις χρηματοδότησης έχει υπερκαλυφθεί ο διατιθέμενος προϋπολογισμός της πρόσκλησης».

Με απλά λόγια: τόσοι πολλοί δήμοι είχαν ήδη προλάβει να καταθέσουν πρόταση, ήδη από τις πρώτες εβδομάδες, ώστε τα διαθέσιμα χρήματα είχαν εξαντληθεί, και όποιος δήμος δεν είχε ήδη έτοιμη και κατατεθειμένη πρόταση εκείνο το πρωί, έχανε αυτόματα κάθε πιθανότητα ένταξης, χωρίς καμία προειδοποίηση εκ των προτέρων.

«Το τελικό “χτύπημα”: η τροποποίηση που έκοψε την προθεσμία στη μέση, ανακοινώνοντας τη νέα λήξη την ίδια ακριβώς μέρα και ώρα που αυτή έληγε, 31 Ιανουαρίου 2023, στις 20:00.»

Οι βαρύτατες ευθύνες των Δήμων και η «αόρατη» βοήθεια των αναδόχων

Εδώ πρέπει να είμαστε απολύτως ξεκάθαροι: οι δήμαρχοι και οι διοικήσεις των ΔΕΥΑ σε καμία περίπτωση δεν απαλλάσσονται από τις ευθύνες τους. Ίσα ίσα, έχουν τεράστιο μερίδιο ευθύνης για το τι υπέγραφαν και τι έβγαζαν σε διαβούλευση.

Όμως, ας βάλουμε κάτω τη λογική και ας αναρωτηθούμε το εξής απλό: πώς είναι δυνατόν 51 δήμοι που συμμετείχαν στο πρόγραμμα να πρόλαβαν να ετοιμάσουν μια πλήρη και ολοκληρωμένη πρόταση για ένα τόσο πολύπλοκο έργο; Ειδικά από τη στιγμή που το πρόγραμμα δεν τους έδινε χρήματα για να προσλάβουν εξωτερικό συνεργάτη και οι ίδιοι δεν διέθεταν την απαραίτητη τεχνογνωσία;

Η απάντηση είναι προφανής: υπήρξε βοήθεια. Ποιος θα μπορούσε να δώσει αυτή τη βοήθεια; Μα φυσικά ένας υποψήφιος ανάδοχος, ο οποίος τους έδωσε έτοιμες τις τεχνικές προδιαγραφές, τη μελέτη και τον προϋπολογισμό. Εδώ, όμως, γεννιέται ένα τεράστιο ερώτημα και για τον ίδιο τον ανάδοχο: ποιος τον είχε ενημερώσει τόσο αναλυτικά για το πρόγραμμα πριν καν αυτό βγει, και πώς πρόλαβε να ανταποκριθεί σχεδόν ακαριαία στα δεκάδες αιτήματα των δήμων;

Το 50-50, η ΕΥΔ και ο ένας και μοναδικός μειοδότης

Τα παραπάνω δεν αποτελούν απλές υποθέσεις ούτε αυθαίρετα συμπεράσματα. Επιβεβαιώνονται απόλυτα από το ίδιο το αποτέλεσμα: από το σύνολο των 51 δήμων του προγράμματος, στους 43 καταγράφηκε η συμμετοχή ενός και μόνο μειοδότη!

Το παζλ της μεθόδευσης ολοκληρώθηκε με το κριτήριο αξιολόγησης του 50-50. Ένας από τους όρους προέβλεπε ότι η προσφορά του κάθε υποψηφίου θα κριθεί 50% με βάση την τιμή και 50% με βάση τα ποιοτικά στοιχεία του συστήματος. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά υποκειμενικό κριτήριο, το οποίο δίνει τεράστια ευχέρεια στις επιτροπές να κατευθύνουν την αξιολόγηση.

Για να το καταλάβουμε με απλά λόγια: Ας υποθέσουμε ότι σε έναν διαγωνισμό εμφανίζεται ένας «ανεπιθύμητος» εργολάβος με μια πολύ φθηνή και συμφέρουσα προσφορά, απέναντι στον «εκλεκτό» αλλά πολύ πιο ακριβό ανταγωνιστή του. Με τον κανόνα του 50-50, η επιτροπή μπορεί απλώς να «χαντακώσει» τον φθηνό βαθμολογώντας χαμηλά την ποιότητά του, και να βάλει άριστα στον ακριβό. Έτσι, η ζυγαριά γέρνει νομιμοφανώς υπέρ του ακριβού, και το έργο καταλήγει εκεί που είχε ήδη αποφασιστεί, χρεώνοντας τον δήμο με το μέγιστο δυνατό κόστος.

Οι κανόνες της αγοράς και οι βέλτιστες πρακτικές στους δημόσιους διαγωνισμούς είναι σαφείς: επειδή η ανάθεση ενός έργου αποκλειστικά με βάση τη χαμηλότερη τιμή οδηγεί συχνά σε αστοχίες, η χρήση ποιοτικών κριτηρίων θεωρείται επιβεβλημένη. Ωστόσο, για να μην καταστρατηγείται η διαφάνεια, η βαρύτητα αυτών των υποκειμενικών κριτηρίων δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το 20-25%.

Στην περίπτωση των υδρομέτρων, όμως, υπάρχουν καταγγελίες ότι η ΕΥΔ έθεσε τον κανόνα για τη διατήρηση του “βολικού” 50-50. Είχαν προβλεφθεί τα πάντα με μαεστρία. Ακόμη και το σενάριο της ανάπτυξης ανταγωνισμού, παρόλο που τα χρονικά περιθώρια ήταν τόσο στενά, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με τον κανόνα του 50-50. Και κάπου εδώ, αποδεικνύεται περίτρανα η τεράστια σημασία που είχε η αρχική επιλογή και τοποθέτηση συγκεκριμένων προσώπων στις κατάλληλες θέσεις-κλειδιά.

Το «στήσιμο» από την κορυφή ως τους Δήμους και η ώρα των απαντήσεων

Από όλα τα παραπάνω, γίνεται ξεκάθαρο ότι η χειραγώγηση ξεκίνησε από πολύ ψηλά και τελικά έφτασε στους δήμους, στις ΔΕΥΑ και στους υπαλλήλους των γραφείων προμηθειών, στους οποίους τις περισσότερες φορές αυτές οι αποφάσεις απλώς τους επιβάλλονται.

Τα ερωτήματα που προκύπτουν για τον τότε Υπουργό Άδωνι Γεωργιάδη και τον Υφυπουργό Ιωάννη Τσακίρη ζητούν άμεσα απαντήσεις:

  • Πώς γνώριζαν οι εργολάβοι τις λεπτομέρειες του προγράμματος ώστε να προμηθεύσουν τους δήμους με έτοιμες μελέτες σε χρόνο-ρεκόρ;

  • Γιατί δεν δόθηκε στους δήμους η δυνατότητα να προσλάβουν δικούς τους τεχνικούς συμβούλους;

  • Ποιος επέβαλε τον υποκειμενικό όρο του 50-50 που άνοιξε την πόρτα σε διαγωνισμούς με έναν μόλις υποψήφιο;

Πλέον, η ευθύνη δεν σταματά στις αίθουσες της Δικαιοσύνης και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η συζήτηση για την απόδοση των πολιτικών ευθυνών πρέπει να ανοίξει άμεσα μέσα στη Βουλή. Εκεί οφείλουν να δοθούν καθαρές εξηγήσεις για τις μεθοδεύσεις και τις υπογραφές που “έστρωσαν” τον δρόμο για να μοιραστούν εκατομμύρια σε συγκεκριμένες τσέπες.

Και κάπου εδώ, μπροστά στον κίνδυνο των προστίμων και των καταλογισμών, προκύπτει το κρίσιμο ερώτημα: τελικά, θα την πληρώσει και πάλι ο Ελληνικός λαός ή επιτέλους θα αποδοθούν ευθύνες;

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ ΕΔΩ

ΝΕΑ «ΒΟΜΒΑ» ΤΗΣ ΚΟΒΕΣΙ! ΒΓΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΦΟΡΑ ΚΡΥΦΑ E-MAILS ΠΟΥ ΞΕΣΚΕΠΑΖΟΥΝ ΤΟ ΚΑΡΤΕΛ ΣΤΑ «ΕΞΥΠΝΑ» ΥΔΡΟΜΕΤΡΑ