ΕΣΕΕ: «δεν επιτελούν τον ρόλο τους» οι Ελληνικές τράπεζες

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

H κατανομή της χρηματοδότησης σε μια οικονομία είναι εξαιρετικά κρίσιμη καθώς μπορεί, σε αρκετές περιπτώσεις, να αλλάξει δραματικά τον ανταγωνισμό, επισημαίνεται σε ανάλυση της ΕΣΕΕ

Ένα εύρυθμο και ρυθμισμένο τραπεζικό σύστημα είναι κρίσιμο για την αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς. Αυτό επισημαίνεται σε ανάλυση του ΙΝΕΜΥ ΕΣΕΕ για τη λειτουργία του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, σύμφωνα με την οποία η ορθολογική κατανομή κεφαλαίων μεταξύ πλεοναζόντων (καταθετών) και ελλειμματικών (δανειοληπτών) μονάδων ενισχύει τις επενδύσεις και συνεπώς την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, καθώς επίσης την κατανάλωση και την απασχόληση.

H κατανομή της χρηματοδότησης σε μια οικονομία είναι εξαιρετικά κρίσιμη καθώς μπορεί, σε αρκετές περιπτώσεις, να αλλάξει δραματικά τον ανταγωνισμό. Ειδικά στο εμπόριο, η χρηματοδότηση μπορεί να επιφέρει σημαντικές ανακατατάξεις στα κανάλια διανομής δημιουργώντας νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες.

Στην Ελλάδα, παρά τη σαφή πρόοδο της λειτουργίας και των δυνατοτήτων του τραπεζικού συστήματος αλλά και των ελεγκτικών μηχανισμών, παρατηρούνται αρκετές αρρυθμίες κατά τη διαδικασία μεταφοράς ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Το μέγεθος αυτών των αστοχιών γίνεται καλύτερα αντιληπτό όταν τα σχετικά τραπεζικά δεδομένα για τη χώρα μας συγκρίνονται όχι μόνο με εκείνα άλλων οικονομιών, οι οποίες μπορεί για διάφορους λόγους να σημειώνουν καλύτερες επιδόσεις, αλλά και με το μέσο όρο των χωρών της Ευρωζώνης. Πιο συγκεκριμένα:

Διαφορά επιτοκίων και χορηγήσεις δανείων

Στην Ελλάδα παρατηρείται ιδιαίτερα διευρυμένη απόσταση μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων γνωστό και ως περιθώριο επιτοκίου. Το περιθώριο αυτό ισούται με τη διαφορά του μέσου σταθμισμένου επιτοκίου όλων των δανείων από το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο όλων των καταθέσεων. Τον Οκτώβριο του 2024, το περιθώριο επιτοκίου μεταξύ των νέων καταθέσεων και νέων δανείων μειώθηκε στις 488 μονάδες βάσης (4,88%) ενώ εκείνο μεταξύ των υφιστάμενων καταθέσεων και υφιστάμενων δανείων μειώθηκε στις 532 μονάδες βάσης (5,32%), αμφότερα με πτωτική τάση το τελευταίο διάστημα λόγω της χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής και της υποχώρησης των επιτοκίων παρέμβασης της ΕΚΤ.

Με βάση τα στατιστικά στοιχεία του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ως προς τα συστημικά πιστωτικά ιδρύματα που υπόκεινται στην άμεση εποπτεία του (110 συνολικά στην Ευρωζώνη εκ των οποίων τα 4 στην Ελλάδα), το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο (ΝΙΜ) είναι αρκετά υψηλότερο στη χώρα μας σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Το στοιχείο αυτό σημαίνει πως το καθαρό εισόδημα από τόκους που εισέπραξαν οι 4 συστημικές ελληνικές τράπεζες από τις χορηγήσεις, μείον τους τόκους που κατέβαλλαν στους καταθέτες είναι διευρυμένο εξαιτίας κυρίως των ιδιαίτερα χαμηλών επιτοκίων καταθέσεων.

Αυτό συνέβη διότι υπήρξε περιορισμένη μετακύλιση της ανόδου των επιτοκίων παρέμβασης της ΕΚΤ από το 2022, οπότε και η Κεντρική Τράπεζα άρχισε να αυξάνει τα επιτόκια καταθέσεων. Μάλιστα, κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2024, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο ενισχύθηκε ελαφρώς κατά 11 μονάδες βάσης συγκριτικά με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2023, διευρύνοντας περαιτέρω την ήδη μεγάλη απόσταση που χώριζε τις ελληνικές τράπεζες από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές (Πίνακας 1).

Πηγή: European Central Βank, Banking Supervision, Supervisory Banking Statistics for significant institution

Σύμφωνα μάλιστα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία (Q2 2024), το καθαρό περιθώριο επιτοκίου των σημαντικότερων ιδρυμάτων στην Ελλάδα ήταν το πέμπτο υψηλότερο στην Ευρώπη (Πίνακας 2), με μεγάλη απόσταση από τις υπόλοιπες χώρες, ιδιαίτερα σε σχέση με όσες διαθέτουν ώριμα τραπεζικά συστήματα. Βέβαια, εδώ ενδεχομένως να εγείρονται και ζητήματα ανταγωνισμού και ορθής λειτουργίας της αγοράς αφού στην Ελλάδα τα συστημικά ιδρύματα είναι 4 όταν π.χ. στη Γερμανία είναι 22, στην Ιταλία 12, στη Γαλλία 11. Αντίθετα, σε Λετονία, Σλοβενία και Εσθονία είναι μόλις 3 και στη Λιθουανία 2. Από την άλλη, στο Βέλγιο, όπου το περιθώριο επιτοκίων είναι το τρίτο χαμηλότερο, τα συστημικά ιδρύματα είναι 5, ενώ στο Λουξεμβούργο και Φινλανδία μόλις 3. 

Για τους παραπάνω λόγους, είναι σημαντική η έκδοση των δύο πράξεων της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος (237/2/25-11-2024 και της 237/3/25-11-2024) σύμφωνα με τις οποίες ενισχύεται το πλαίσιο παροχής πληροφόρησης προς το συναλλακτικό κοινό και συνεπώς και η διαφάνεια στις τραπεζικές συναλλαγές. Αναλυτικότερα, η Κεντρική Τράπεζα της χώρας μας θα δημοσιεύει στοιχεία και πληροφορίες για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σχετικά με μια σειρά χρεώσεων και προμηθειών όπως: Τα επιτόκια καταθέσεων, τα επιτόκια χορηγήσεων (στεγαστικά και καταναλωτικά) συμπεριλαμβανομένων των πιστωτικών καρτών και των προμηθειών / εξόδων για αυτές τις πιστώσεις καθώς και τις χρεώσεις / προμήθειες που συνδέονται με τους λογαριασμούς πληρωμών. Στο ίδιο πλαίσιο, κρίνεται απαραίτητη και η περαιτέρω διεύρυνση των δημοσιοποιούμενων δεδομένων.

Την ίδια στιγμή, ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου (Total Capital Ratio) των 4 ελληνικών συστημικών (18,84%) βρίσκεται πολύ κοντά στον αντίστοιχο ευρωπαϊκό (19,71%), γεγονός που δείχνει ότι η ευρωστία του εγχώριου τραπεζικού συστήματος έχει ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, το ποσοστό δανείων προς καταθέσεις είναι πολύ χαμηλότερο στην Ελλάδα, και μάλιστα βαίνει μειούμενο. Αυτό το εύρημα υπογραμμίζει ουσιαστικά ότι οι εγχώριες τράπεζες, εκτός του ότι χρεώνουν υψηλά επιτόκια, δεν επιτελούν τον ουσιαστικό τους ρόλο, εκείνο των χορηγήσεων δανείων (Πίνακας 2, Διάγραμμα 1). 

Δήλωση Προέδρου ΕΣΕΕ κ. Σταύρου Καφούνη

«Ο εν εξελίξει εξαιρετικά κρίσιμος δημόσιος διάλογος για τη βελτίωση της λειτουργίας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και την ενίσχυση της ρευστότητας της αγοράς βρίσκεται στην κορύφωσή του εντός και εκτός του ελληνικού κοινοβουλίου. Κανείς πλέον δεν αμφιβάλλει πως οι χρόνιες «αρρυθμίες» στην παροχέτευση ρευστότητας από τις τράπεζες προς την πραγματική οικονομία, όταν δεν θέτουν εν’ αμφιβόλω τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, οπωσδήποτε καθυστερούν την αναπτυξιακή τους πορεία. Έχει έλθει η ώρα, η ευρωστία των ελληνικών τραπεζών να αποτυπωθεί σε μία νέα σχέση εμπιστοσύνης με το σύνολο της επιχειρηματικότητας.

Η ειδική Ανάλυση Επικαιρότητας του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ εισφέρει ουσιαστικά στη συζήτηση αυτή καθώς επικεντρώνεται στα επίμαχα ζητήματα των τραπεζικών χρεώσεων και προμηθειών. Επιπλέον, τεκμηριώνει τη μεγάλη απόσταση μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων και των επιτοκίων χορηγήσεων που παρατηρείται στη χώρα μας. Κυρίως όμως, μέσα και από τη σύγκριση με τα δεδομένα των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών, η Ανάλυση επιβεβαιώνει την επιτακτική ανάγκη να εισακουστεί επιτέλους το δίκαιο αίτημα των επιχειρήσεων: οι ελληνικές τράπεζες να επιτελέσουν τον ουσιαστικό τους ρόλο, που είναι η χορήγηση δανείων στην πραγματική οικονομία. Ως εκ τούτου, η αγορά αναμένει ότι οι επικείμενες αποφάσεις από μέρους της Πολιτείας και των ίδιων των τραπεζών, θα σηματοδοτούν πραγματικά μία «νέα αρχή» στη σχέση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος με τις επιχειρήσεις».

ΠΗΓΗ: ot.gr