Τρίτη , 27 Σεπτεμβρίου 2022

Έρχεται βαρυχειμωνιά σε αγορές και οικονομία

Οι αγορές, όπως και η οικονομία, έχουν μπροστά τους έναν δύσκολο χειμώνα, ειδικά τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια. Η εκτόξευση του πληθωρισμού και οι επιθετικές κεντρικές τράπεζες έχουν αυξήσει τον κίνδυνο ύφεσης, με την Ευρωζώνη να θεωρείται βέβαιο ότι ήδη έχει μπει σε ρυθμούς συρρίκνωσης στο τρέχον εξάμηνο, ενώ δεν φαίνεται “φως” πουθενά στο τούνελ της ενεργειακής κρίσης. Το επενδυτικό κλίμα δέχτηκε περαιτέρω πλήγμα την περασμένη εβδομάδα, έπειτα και από τα νέα στοιχεία για τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ (8,3% ετησίως τον Αύγουστο) τα οποία υποδηλώνουν συνέχιση των επιθετικών αυξήσεων επιτοκίων της Fed, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεσμεύθηκε για συνέχιση των αυξήσεων, χωρίς να αποκλείει μία νέα μεγάλη αύξηση τον Οκτώβριο.

Η ανάσα που πήραν οι αγορές στα μέσα του καλοκαιριού, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα ράλι εν μέσω της bear market, η οποία έχει δρόμο ακόμη, εκτιμούν οι αναλυτές. Η ανάσα αυτή μπορεί να επαναληφθεί στα επόμενα τρίμηνα, οπότε σίγουρα θα δημιουργηθούν νέες επενδυτικές ευκαιρίες, ωστόσο το κλίμα θα παραμένει επιφυλακτικό και ευάλωτο σε αναταραχές και διορθώσεις. Σε αυτό το περιβάλλον, το Χρηματιστήριο Αθηνών δεν μπορεί παρά να “παρακολουθεί” τις διεθνείς εξελίξεις, ελπίζοντας πως ο τραπεζικός κλάδος ο οποίος δέχεται βροχή “ψήφων εμπιστοσύνης” από τους αναλυτές, τα ανθεκτικά μεγέθη αρκετών εισηγμένων αλλά και η υπεραπόδοση της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης θα προσφέρουν άμυνες και στηρίξεις στις εισαγόμενες πιέσεις.

Περισσότερες απώλειες λόγω του σοκ του πληθωρισμού
Οι αμερικανικές μετοχές καταγράφουν απώλειες ύψους 7,6 τρισεκατομμυρίων δολαρίων φέτος, σε όρους χρηματιστηριακής αξίας, αλλά, αν η ιστορία είναι οδηγός, είναι πιθανό για ακόμη περισσότερες πτώσεις πριν τελειώσει η bear market, σύμφωνα με τους στρατηγικούς αναλυτές της Bernstein.

Μια ανάλυση των 15 μεγάλων διορθώσεων από το 1937 δείχνει ότι οι πτώσεις των μετοχών από την κορυφή στα χαμηλά ήταν κατά μέσο όρο 28%, βαθύτερες από την τρέχουσα μείωση κατά 20%. Η μέση bear market διήρκεσε επτά έως οκτώ μήνες και περιλάμβανε τρία ράλι με αποδόσεις 9% και διάρκεια περίπου 22 ημερών κατά μέσο όρο – ανάλογο με αυτό που συμβαίνει φέτος, τονίζει η Bernstein.

“Πιστεύουμε ότι αυτή η bear market έχει περισσότερο περιθώριο να τρέξει, επειδή τα περισσότερα μεγάλα παγκόσμια συγχρονισμένα sell-offs έχουν τελειώσει με ένα καθεστώς μέτριου πληθωρισμού/χαμηλής ανάπτυξης και δεν έχουμε φτάσει εκεί ακόμη”, προσθέτει. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία για τον πληθωρισμό, καθώς και τα πρόσφατα επιθετικά μηνύματα από την κεντρική τράπεζα, “πιθανότατα υποδεικνύουν ότι μία στροφή της Fed μακριά από την… επίθεση είναι εκτός τραπεζιού, καθιστώντας τις αγορές πιο ευάλωτες στις αυξήσεις επιτοκίων και τις ανησυχίες για την ανάπτυξη”, σημειώνει χαρακτηριστικά.

Η Bernstein είναι πιο αισιόδοξη για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές των μετοχών, ωστόσο. Εάν ο πληθωρισμός είναι πράγματι κοντά στην κορύφωση, αυτό έχει οδηγήσει ιστορικά σε θετικές αποδόσεις για τον δείκτη S&P 500 σε ορίζοντα 12 μηνών, είπαν, προσθέτοντας ότι το ζοφερό καταναλωτικό κλίμα θεωρείται επίσης ως αγοραστική ευκαιρία ένα χρόνο μετά. Ωστόσο, οι αναλυτές της προειδοποίησαν ότι μια ύφεση θα μπορούσε να “περιπλέξει” οποιαδήποτε ανάκαμψη της bear market, τονίζοντας πως από το 1955, ο S&P 500 έχει υποχωρήσει κατά 13% από τη στιγμή που οι οικονομικοί δείκτες άρχισαν να δείχνουν ύφεση προσεχώς, “όπως συμβαίνει σήμερα”. Στην Ευρώπη, επίσης, μια αβέβαιη προοπτική για τον πληθωρισμό και η ενεργειακή κρίση σημαίνει ότι είναι “πολύ νωρίς για να την τελική ανάκαμψη της αγοράς”.

Επιφυλακτικές Goldman και Deutsche Bank
Το δύσκολο μακροοικονομικό περιβάλλον της Ευρώπης μπορεί να συνεχίσει να “επιβαρύνει” τα risk assets της περιοχής παρά το θετικό προφίλ κινδύνου-ανταμοιβής, τη δημοσιονομική στήριξη και τα μέτρα για τη μείωση της ζήτησης ενέργειας, σύμφωνα με την Goldman Sachs.

Οι αναλυτές της αμερικάνικης τράπεζας είναι επιφυλακτικοί απέναντι στην Ευρώπη λόγω της ενεργειακής κρίσης, της νομισματικής σύσφιγξης και του πολιτικού περιβάλλοντος που διαμορφώνουν οι ιταλικές εκλογές. Όπως τονίζουν, θα χρειαστεί να δουν σημάδια ότι η αγορά πιάνει “πάτο” για να αλλάξουν αυτή την άποψη. Οι ευρωπαϊκές μετοχές έχουν υποαποδώσει έναντι του αμερικανικού δείκτη S&P 500 φέτος, καθώς το ευρώ έχει χάσει πάνω από το 10% της αξίας του.

“Οι οικονομολόγοι μας περιμένουν ότι η ενεργειακή κρίση θα οδηγήσει και την Ευρώπη και το Ηνωμένο Βασίλειο στην ύφεση -αν κι αυτή θα είναι σχετικά ήπια. Παράλληλα προβλέπουν μια επιτάχυνση της σύσφιγξης τόσο από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσο κι από την Τράπεζα της Αγγλίας” αναφέρεται, σε σχετικό σημείωμα της Goldman Sachs.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Goldman Sachs εξακολουθεί να δηλώνει underweight για τις ευρωπαϊκές μετοχές, εκτιμώντας ότι οι τρέχουσες αποτιμήσεις αντανακλούν επαρκώς το σχετικά υψηλότερο ρίσκο σε σχέση με τις ΗΠΑ.

Από την πλευρά της, η Deutsche Bank επισημαίνει πως οι αγορές μετοχών έχουν ανακάμψει από τα πρόσφατα χαμηλά τους, αλλά το ράλι θα “σβήσει” οριστικά τους επόμενους μήνες, με τις προοπτικές για τις ευρωπαϊκές μετοχές να είναι ιδιαίτερα ζοφερές. Καθώς αναμένεται ένας νέος γύρος υποβαθμίσεων στα κέρδη ανά μετοχή των εταιρειών (EPS) και καθώς οι αποτιμήσεις των μετοχών έχουν πολύ περιορισμένα περιθώρια να αυξηθούν λόγω των αυξανόμενων αποδόσεων των ομολόγων, στους επόμενους 12 μήνες οι αποδόσεις στις αναπτυγμένες αγορές θα είναι οριακές, όπως επισημαίνει. Παράλληλα, όπως τονίζει, η μεσοπρόθεσμη τροχιά της αγοράς είναι εξαιρετικά αβέβαιη, αλλά το πιθανό sell-off στο τρίτο και τέταρτο τρίμηνο θα μπορούσε να δημιουργήσει μια νέα αγοραστική ευκαιρία για τους επενδυτές.

“Πιστεύουμε ότι η πτωτική τάση θα διατηρηθεί κατά τους επόμενους μήνες, καθώς οι περισσότερες οικονομίες συνεχίζουν να επιβραδύνονται και ο πληθωρισμός παραμένει υψηλός στις ΗΠΑ και θα μπορούσε ακόμη και να επιταχυνθεί στην Ευρώπη”, όπως σημειώνει η Deutsche Bank. Παράλληλα τονίζει πως οι προβλέψεις της αγοράς για τα EPS είναι πολύ αισιόδοξες και αναμένεται ένας ακόμη γύρος πτωτικών αναθεωρήσεων που θα χτυπήσει τις αποτιμήσεις.

“Super bearish” οι fund managers
Οι διαχειριστές κεφαλαίων είναι “σούπερ bearish” και εγκαταλείπουν μαζικά τις μετοχές εν μέσω των ανησυχιών για ύφεση, με τις θέσεις σε μετρητά να διαμορφώνονται πλέον στο υψηλότερο επίπεδο από το 2001 και τις θέσεις σε παγκόσμιες μετοχές στο χαμηλότερο όλων των εποχών, σύμφωνα με τη μηνιαία έρευνα της Bank of America.

Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση σε 212 επενδυτές με συνολικό ενεργητικό 616 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το 72% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι περίμενε μια πιο αδύναμη οικονομία το επόμενο έτος και το πιο δημοφιλές trade ήταν το δολάριο ΗΠΑ.

Επίσης, ένα ιστορικά υψηλό 52% των επενδυτών δήλωσε ότι είναι underweight στις μετοχές, ενώ το 62% είναι overweight στα μετρητά, σύμφωνα με την έρευνα της τράπεζας.

“Καθώς οι ανησυχίες για την οικονομία κλιμακώνονται, ο αριθμός των επενδυτών που αναμένουν ύφεση έχει φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2020”, τονίζει ο επικεφαλής στρατηγικής της BofA Μάικλ Χάρτνετ. Το συναίσθημα είναι “super bearish”, με την ενεργειακή κρίση να επιβαρύνει περαιτέρω την όρεξη για ρίσκο, όπως προσθέτει. Το 42% των παγκόσμιων επενδυτών είναι underweight στις ευρωπαϊκές μετοχές, το υψηλότερο ποσοστό που έχει παρατηρηθεί στην ιστορία.

Ο Χάρτνετ βλέπει ότι τελικά τα καλύτερα μακροοικονομικά δεδομένα σε σχέση με τους φόβους της αγοράς, θα ωθήσουν τον S&P 500 στις 4.300 μονάδες, σχεδόν 5% πάνω από τα τρέχοντα επίπεδα. Αλλά αναμένει ότι ο δείκτης στη συνέχεια θα υποχωρήσει εκ νέου και παραμένει “θεμελιωδώς και υπομονετικά πτωτικός”.

Ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός θεωρείται ως ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις αγορές, σύμφωνα με τους fund managers, ακολουθούμενος από τις επιθετικές κεντρικές τράπεζες, την γεωπολιτική και την παγκόσμια ύφεση. Μόνο το 1% των συμμετεχόντων βλέπει την αναζωπύρωση της πανδημίας του Covid-19 ως κίνδυνο.

Η ενεργειακή κρίση της Ευρώπης είναι πιθανό να ωθήσει την περιφερειακή οικονομία σε ύφεση, σύμφωνα με το σχεδόν 70% των ερωτηθέντων. Γενικότερα, σύμφωνα με την έρευνα, οι επενδυτές είναι long στα μετρητά, τους αμυντικούς κλάδους και την ενέργεια, ενώ είναι underweight στις μετοχές, ειδικά της ευρωζώνης και των αναδυόμενων αγορών, και στους κυκλικούς κλάδους.

Χ.Α.: Με οδηγό τις διεθνείς αγορές – Καταλύτης οι τράπεζες
Το πρόσφατο ράλι των μετοχών διεθνώς έχει κάνει μία στάση, όπως σημειώνουν εγχώριοι αναλυτές, καθώς οι αγορές της Ευρώπης αντιμετωπίζουν τη διάχυτη ανησυχία για τις οικονομικές προοπτικές, και όπως εκτιμούν, οι διεθνείς εξελίξεις θα συνεχίσουν να δίνουν τον τόνο στο Χ.Α. Με το κλίμα να παραμένει επιφυλακτικό, εάν δεν εξομαλυνθεί η κατάσταση στις διεθνείς αγορές, είναι δύσκολο το Χ.Α. να επιστρέψει στη διεκδίκηση των 900 μονάδων, με τις οποίες και φλέρταρε στα μέσα Αυγούστου.

Τις προηγούμενες ημέρες και έπειτα από τη νέα επιθετική αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ ο τραπεζικός κλάδος –ο οποίος είναι ο μεγάλος ωφελημένος από την αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής– οδήγησε την ανοδική κίνηση της ελληνικής αγοράς, κινητοποιώντας και άλλους δεικτοβαρείς τίτλους.

Όπως σημείωσε και ο οίκος Moody’s σε νέα έκθεσή του, η μεγάλη αύξηση των επιτοκίων στην οποία προχώρησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι πιστωτικά θετική για τις ευρωπαϊκές τράπεζες γιατί θα στηρίξει την κερδοφορία τους. Όπως υπογραμμίζει, η αύξηση των επιτοκίων σε επίπεδο που δεν έχει παρατηρηθεί για περισσότερο από μια δεκαετία, έχει στόχο να μειώσει τη ζήτηση και να διατηρήσει υπό έλεγχο τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό. Παρέχει κάποια ανακούφιση στις τράπεζες που υπέστησαν μείωση των περιθωρίων των επιτοκίων λόγω παρατεταμένων αρνητικών επιτοκίων. Ωστόσο, το όφελος θα αντισταθμιστεί εν μέρει από άλλες συνέπειες.

Η πιστοληπτική ικανότητα των πελατών των τραπεζών θα διαβρωθεί εάν ο πληθωρισμός παραμείνει υψηλός για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς το χαμηλότερο πραγματικό εισόδημα οδηγεί σε περισσότερες αθετήσεις υποχρεώσεων και υψηλότερες απώλειες δανείων. Όσοι οφειλέτες έχουν δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου ή επιδιώκουν να αναχρηματοδοτήσουν το χρέος τους, θα αντιμετωπίσουν επίσης αυξημένα βάρη αποπληρωμής. Τα υψηλότερα επιτόκια αποθαρρύνουν έτσι τον δανεισμό και περιορίζουν την ανάπτυξη των δανείων, όπως τόνισε ο οίκος.

Με αφορμή και τη νέα επιθετική αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ, το μπαράζ των θετικών εκθέσεων για τις ελληνικές τράπεζες συνεχίστηκε, με τους διεθνείς οίκους να τοποθετούν πολύ υψηλότερα τις τιμές-στόχους για τις μετοχές τους σε σχέση με τα τρέχοντα επίπεδα στο ταμπλό. Έπειτα από σχετικές εκθέσεις των Goldman Sachs και Morgan Stanley τις προηγούμενες δύο εβδομάδες, οι J.P. Morgan και Wood έδωσαν τις δικές τους θετικές εκτιμήσεις για τον κλάδο την εβδομάδα που πέρασε. Μάλιστα εκτιμούν ότι οι μετοχές των τεσσάρων συστημικών τραπεζών έχουν περιθώριο ανόδου από 34% έως και 100% (σε σχέση με το κλείσιμο της Δευτέρας 12 Σεπτεμβρίου), ενώ οι αποτιμήσεις τους χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα ελκυστικές σε σχέση με τις ευρωπαϊκές τράπεζες.

Ειδικότερα, η J.P. Morgan τονίζει ότι οι αποτιμήσεις των ελληνικών τραπεζών εξακολουθούν να είναι πιο ελκυστικές στην Ευρώπη και έτσι τηρεί πλέον στάση overweight και για τις τέσσερις συστημικές – καθώς αναβάθμισε σε overweight και την Πειραιώς, βλέποντας περιθώρια ανόδου 34%-100% στις μετοχές τους. Έτσι, τοποθετεί την τιμή-στόχο για την Alpha Bank στο 1,40 ευρώ από 1,50 ευρώ πριν με περιθώριο ανόδου 48% , για την Eurobank στο 1,50 ευρώ από 1,60 ευρώ πριν και περιθώριο ανόδου 62%, για την Εθνική Τράπεζα στα 4,50 ευρώ με περιθώριο ανόδου 34% και για την Τράπεζα Πειραιώς τα 2,20 ευρώ από 1,80 ευρώ πριν με περιθώριο ανόδου.

Η Wood εκτιμά ότι η υπεραπόδοση των ελληνικών τραπεζών έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών θα συνεχιστεί, εν όψει της ανώτερης απόδοσης ιδίων κεφαλαίων ROTE, της ισχυρότερης ανάπτυξης και των χαμηλών αποτιμήσεων. Αναφέρει πως οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται με 0,45x και 5,3x εκτιμώμενους δείκτες τιμής προς λογιστική αξία P/TBV και τιμής προς κέρδη P/E, αντίστοιχα, για το 2022.

Έτσι για τη Eurobank η τιμή-στόχος τοποθετείται στο 1,4 ευρώ με περιθώρια ανόδου 53%, για την Εθνική Τράπεζα η τιμή-στόχος είναι στα 4,7 ευρώ με περιθώρια ανόδου 41%, για την Alpha Bank στο 1,4 ευρώ με περιθώρια ανόδου 52% και για την Πειραιώς είναι στο 2,2% με περιθώρια ανόδου 98%.

Όπως σχολιάζει ο Μάνος Χατζηδάκης της Fast Finance, διανύουμε μια περίοδο που χρηματιστηριακά κυριαρχείται από πολλές αντικρουόμενες παραστάσεις. Τα καλά μεγέθη των επιχειρήσεων και της οικονομίας δεν βρίσκουν αντίκρισμα στην αγορά υπό την πίεση αβεβαιοτήτων που επιστρέφουν κάθε φορά με μεγαλύτερη ένταση, γεγονός που ενισχύει την μεταβλητότητα. Διαχειριστικά το βασικό ζητούμενο παραμένει η προστασία του κεφαλαίου και καθώς οδεύουμε προς το τέλος της χρονιάς η συντηρητική αυτή στάση θα λειτουργεί όλο και περισσότερο ανασταλτικά στην επενδυτική συμπεριφορά. Βέβαια, οι αγορές δεν είναι ποτέ προβλέψιμες ειδικά όταν πρόκειται για μια τόσο πολύπλοκή και πολυπαραγοντική συγκυρία και πλέον η καθημερινότητα κυριαρχείται από ασυνήθιστες καταστάσεις. Και εδώ ίσως θα χρειαζόταν μια καλή διάκριση του τι αποτελεί είδηση και τι επιθυμία για έναν επενδυτή που αναλαμβάνει το ρίσκο να επενδύσει ή να πάει κόντρα στην αγορά στα τρέχοντα επίπεδα.

Με την αξία των συναλλαγών στο Χ.Α. να παραμένει χαμηλά, τα συναλλακτικά δεδομένα δεν επιτρέπουν την εκτροφή αισιοδοξίας για μια επιτυχή προσπάθεια κίνησης του Γενικού Δείκτης προς τις 890 μονάδες, ώστε να εξαλειφθούν οι ετήσιες απώλειες που ακόμη καταγράφονται, εκτιμά από την πλευρά του ο Δημήτρης Τζάνας, διευθυντής επενδύσεων της Κύκλος ΑΧΕΠΕΥ.

Το τοπίο σαφώς παγκοσμίως είναι ομιχλώδες με τους περισσότερους να περιμένουν κατάρρευση των αγορών με τη διαφορά ότι αυτές δεν κάνουν εύκολα την χάρη στο να χαρίζουν εύκολα κέρδη, σημειώνει ο Ηλίας Ζαχαράκης της Fast Finance. Ο S&P 500 έδειξε ότι μπορεί για ακόμα μία φορά δοκιμάσει μία ανοδική κίνηση μετά την πτώση στις 3886 μονάδες κάτι που “τράβηξε” το σύνολο των αγορών σε αντιδράσεις. “Τεχνικά το Χ.Α. δοκιμάζει μία αντίδραση αν και ακόμα είναι νωρίς να δούμε αγοραστικά σήματα. Είναι σίγουρο ότι το Ελληνικό Χρηματιστήριο έχει κουράσει τους επενδυτές έχοντας την… ατυχία από την μία μετά από χρόνια να έχουμε μία οικονομία που αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς, και από την άλλη τον υπόλοιπο κόσμο να είναι μία διαφορετική φάση. Η πραγματική οικονομία πηγαίνει καλύτερα από την αγορά κάτι που συμβαίνει σπάνια και πάντα αυτό διορθώνεται όταν βρεθεί η ευκαιρία”, όπως προσθέτει ο αναλυτής.

Της Ελευθερίας Κούρταλη, capital.gr

Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου...
Shares