Επιστροφή στις φυλακές: Στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιά μεταφέρθηκε ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Στο δικαστικό μέγαρο της Εισαγγελίας Εφετών Πειραιά μεταφέρθηκε λίγο πριν από τις 8:30 το πρωί της Τρίτης 16 Ιουνίου 2026 ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας. Νωρίτερα, ο καταδικασθείς ως αρχηγός της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη» είχε αποχωρήσει από το κτήριο της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής φορώντας χειροπέδες και συνοδευόμενος από ισχυρή αστυνομική δύναμη, προκειμένου να οδηγηθεί εκ νέου στο σωφρονιστικό κατάστημα του Κορυδαλλού. Η εξέλιξη αυτή έρχεται μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου να προχωρήσει στην αναίρεση του δικαστικού βουλεύματος που είχε επιτρέψει την πρόσφατη αποφυλάκισή του, βάζοντας τέλος στο διάστημα ελευθερίας του μετά από είκοσι τέσσερα χρόνια συνεχούς κράτησης. Η αποφυλάκιση που ακυρώθηκε αποτελούσε την πέμπτη κατά σειρά νομική προσπάθεια του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου να εξέλθει της φυλακής, ενώ για το ζήτημα είχαν προηγηθεί αρνητικές προτάσεις από τον εισαγγελέα Πρωτοδικών, το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο, καθώς και από τον εισαγγελέα του Δικαστικού Συμβουλίου του Εφετείου Πειραιά.

Η ιστορία της δικαστικής του εμπλοκής ξεκινά το καλοκαίρι του 2002, όταν οι αρχές προχώρησαν στη σύλληψή του κατά τη διάρκεια της πλήρους εξάρθρωσης της 17Ν, με τον ίδιο να καταδικάζεται τελικά σε δεκαεπτά φορές ισόβια κάθειρξη για τη σωρεία των στυγερών δολοφονιών και των τρομοκρατικών χτυπημάτων της οργάνωσης. Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών της κράτησής του, ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος ουδέποτε εξέφρασε μεταμέλεια για τις πράξεις που του αποδόθηκαν, ούτε αποδέχθηκε ποτέ ότι υπήρξε ο ηθικός αυτουργός της εγκληματικής δραστηριότητας της οργάνωσης. Μετά την τελευταία ανατροπή της δικαστικής απόφασης από το ανώτατο δικαστήριο της χώρας, ο ίδιος αναμένεται πλέον να παραμείνει θεωρητικά εγκλωβισμένος πίσω από τα κάγκελα της φυλακής για ακόμη ένα έτος, προκειμένου να συμπληρώσει το προβλεπόμενο όριο των είκοσι πέντε ετών πραγματικής έκτισης της ποινής του.