Δευτέρα , 3 Οκτωβρίου 2022

Επιμένει το Politico: “Η ΕΕ να μην αφήσει την Ελλάδα να κλείσει την υπόθεση των υποκλοπών”

Το Politico στέκεται στις κυβερνητικές δικαιολογίες περί νόμιμων επισυνδέσεων για λόγους “εθνικής ασφάλειας”. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι τονίζουν πως “το ελληνικό σκάνδαλο είναι υπό έρευνα στις Βρυξέλλες” και αξιώνουν άμεση αλλαγή του νομικού πλαισίου “για ένα ζήτημα που αφορά την ΕΕ συνολικά”.

Πριν από μια εβδομάδα ακριβώς έβγαινε στη δημοσιότητα το δημοσίευμα του Politico το οποίο έφερνε στη δημοσιότητα νέα στοιχεία, σχετικά με ανταλλαγή επιστολών μεταξύ Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ελληνικής κυβέρνησης στις αρχές Αυγούστου -λίγες ημέρες πριν τις σημαντικές εξελίξεις με τις παραιτήσεις των Γρηγόρη Δημητριάδη και Παναγιώτη Κοντολέοντα για το σκάνδαλο των υποκλοπών.

Τα στοιχεία ανέδειξαν στην ουσία την απόπειρα της ελληνικής κυβέρνησης να υποβαθμίσει το όλο θέμα, και προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από μέρους του κυβερνητικού επιτελείου. Να σημειωθεί εδώ, πως το δημοσίευμα του Politico κυκλοφόρησε λίγο μετά το επίμαχο άρθρο των NYT που έκανε λόγο για “ξεκάθαρη σήψη στην καρδιά της Ελλάδας”.

Τη Τρίτη το πρωί, το Politico επανήλθε στην υπόθεση του Predator και την παρακολούθηση στο κινητό του Νίκου Ανδρουλάκη, φέρνοντας μάλιστα το θέμα πολύ ψηλά στην ατζέντα του.

 

Επιμένει το Politico:

Το άρθρο που υπογράφεται από την Antoaneta Roussi, αναφέρει πως η ΕΕ και η Ελλάδα στρέφονται σε αντιπαράθεση για το σκάνδαλο των υποκλοπών, ενώ φιλοξενούνται δηλώσεις της ευρωβουλεύτριας των Οικολόγων, Σάσκια Μπρίκμοντ, η οποία τονίζει πως “η Δημοκρατία και το Κράτος Δικαίου διακυβεύονται”.

Το άρθρο επί της ουσίας επανέρχεται στο προηγούμενο δημοσίευμα της κ. Σταμούλη, υπογραμμίζοντας πως “οι ευρωπαίοι βουλευτές, δεν αποδέχονται την αυστηρά διατυπωμένη πρόταση της Ελλάδας, ότι οι Βρυξέλλες πρέπει να κρατήσουν “τη μύτη τους” μακριά από ένα σκάνδαλο υποκλοπών”.

Υπενθυμίζεται η υπόθεση παρακολούθησης του κινητού τηλεφώνου του Νίκου Ανδρουλάκη και των παραιτήσεων που ακολούθησαν, και όπως σημειώνεται, “η κυβέρνηση Μητσοτάκη παραδέχτηκε ότι ενήργησε λάθος, αλλά ισχυρίστηκε πως η υποκλοπή έγινε νόμιμα από την ΕΥΠ, αν και εξακολουθεί να αρνείται να πει το γιατί, επικαλούμενη την εθνική ασφάλεια”.

“Η Αθήνα αρνείται σθεναρά πως οι υπάλληλοι της ΕΥΠ σχετίζονται με την απόπειρα παρακολούθησης του κινητού του Νίκου Ανδρουλάκη με το λογισμικό Predator και τη χρήση του”, σημειώνεται.

“Όσο το σκάνδαλο βαθαίνει, η Ελλάδα δήλωσε πρόθυμη να συνεργαστεί με τις Βρυξέλλες, αλλά απορρίπτει το ότι η υπόθεση θα μπορούσε να αιτιολογεί μια παρέμβαση της ΕΕ”. Σε αυτό το σημείο γίνεται αναφορά στη παρέμβαση του μονίμου αντιπροσώπου της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, Ιωάννης Βραΐλα, ο οποίος ανέφερε σε επιστολή του πως η Επιτροπή δεν πρέπει να είναι εύπιστη σχετικά με δημοσιεύματα του Τύπου, σχετικά με ένα θέμα εθνικής ασφάλειας. Χαρακτήριζε δε τα εν λόγω Μέσα Ενημέρωσης ως Μέσα που “δεν διακρίνονται πάντα για ακρίβεια και αντικειμενικότητά τους”, σε μια απόπειρα υποβάθμισης του ζητήματος και απαξίωσης της ερευνητικής δημοσιογραφίας. Άλλωστε, πέραν του Νίκου Ανδρουλάκη, στις υποθέσεις παρακολουθήσεων προσμετρά και εκείνη του κ. Κουκάκη, ο οποίος φένεται πως έγινε αντικείμενο παρακολούθησης λόγω της δημοσιογραφικής έρευνάς του.

Το Politico αναφέρει πως ο αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην ΕΕ, έλαβε απάντηση από την ευρωβουλεύτρια Sophie in ‘t Veld (Renew Europe) που είναι μέλος των επιτροπών LIBE και PEGA. Η εξεταστική επιτροπή Pega του Ευρωκοινοβουλίου, στην οποία μετέχει, διερευνά τις αποκαλύψεις για τις παρακολουθήσεις Eυρωπαίων πολιτών με τα λογισμικά Pegasus και Predator.

Η Sophie in ‘t Veld, τόνισε μέσω social media πως το σκάνδαλο του ελληνικού spyware, “είναι πολύ αρμοδιότητα της ΕΕ”, αποδομώντας τη ρητορική Βραΐλα. Καταγράφει δε, πως η υπόθεση θα μπορούσε να παραβιάζει τη νομοθεσία της ΕΕ, όπως ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων (General Data Protection Regulation), και σίγουρα αφορά το Ευρωκοινοβούλιο, καθώς αντικείμενο “επισύνδεσης” έγινε ένας εν ενεργεία εκλεγμένος ευρωβουλευτής.

Η υπόθεση των ελληνικών υποκλοπών βρίσκεται υπό στενή παρακολούθηση στις Βρυξέλλες

“Η υπόθεση των ελληνικών υποκλοπών βρίσκεται υπό στενή παρακολούθηση στις Βρυξέλλες, ενώ αξιωματούχοι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου “τρέχουν” έρευνα για τη διερεύνηση της χρήσης του λογισμικού Pegasus που έχει βρεθεί στο επίκεντρο σκανδάλων σε άλλες χώρες της ΕΕ, όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Ισπανία”.

Εν συνεχεία το Politico θέτει το ερώτημα στη σωστή διάστασή του:

“Πώς μπορούν οι Βρυξέλλες να αποτρέψουν τις κρατικές υπηρεσίες πληροφοριών και ασφάλειας σε εθνικό επίπεδο από το να παραβιάζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών της ΕΕ, χωρίς να καταπατούν την αυστηρή κυριαρχία των κυβερνήσεων σε θέματα εθνικής ασφάλειας; Αξιωματούχοι της Κομισιόν, αρνήθηκαν να δώσουν λεπτομέρειες σχετικά με το πώς σκοπεύει η ΕΕ να κινηθεί έναντι της Αθήνας, σχετικά με τις πιο πρόσφατες αποκαλύψεις”, αναφέρεται στο δημοσίευμα.

Στο στόχαστρο οι πολιτικοί αντίπαλοι

Στη συνέχεια, το Politico σχολιάζει πως είναι “κοινή πρακτική για τις κυβερνήσεις που δέχονται πυρά για χρήση λογισμικού κατασκοπείας όπως το Pegasus, να λένε στους αξιωματούχους της ΕΕ να “κάνουν πίσω”, ισχυριζόμενες ότι οι κινήσεις τους ήταν νόμιμες. Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι νομοθέτες δεν είναι πεπεισμένοι, επισημαίνοντας ότι το spyware δεν έχει χρησιμοποιηθεί μόνο για λόγους εθνικής ασφάλειας, αλλά και για στόχευση πολιτικών αντιπάλων”.

Η ευρωβουλεύτρια των Πράσινων και επίσης μέλος της PEGA, Saskia Bricmont, αναφέρει στο Politico πως η Ελλάδα υιοθετεί την ίδια ρητορική με τη Πολωνία, την Ουγγαρία και την Ισπανία, προσπαθώντας να σπρώξει το θέμα κάτω από το χαλί, παίζοντας την “κάρτα” της εθνικής ασφάλειας. “Αυτό για μένα είναι εντελώς απαράδεκτο γιατί η δημοκρατία και το κράτος δικαίου διακυβεύονται”, είπε.

Η Ισπανία υποστηρίζει ότι ο πρωθυπουργός Pedro Sánchez και η υπουργός Άμυνας Margarita Robles έγιναν στόχος του spyware Pegasus το 2021, όπως είχε αναφέρει ο The Guardian. Καταγγελίες υπάρχουν ακόμη για εκατοντάδες παρακολουθήσεις κινητών, Καταλανών ακτιβιστών, με τη πλευρά των Καταλανών να κατηγορεί την Υπηρεσία Πληροφοριών της χώρας.

Επαναλαμβάνουμε ότι η ελληνική κυβέρνηση αρνείται πως έχει γίνει χρήση του Predator από δημόσιες υπηρεσίες, και πως η παρακολούθηση του κ. Ανδρουλάκη, ήταν “νόμιμη επισύνδεση”. Η κυβέρνηση της Πολωνίας έχει παραδεχθεί επισήμως πως έχει αγοράσει το ισραηλινό λογισμικό παρακολούθησης Pegasus, αλλά απέρριψε τις κατηγορίες ότι αυτό χρησιμοποιήθηκε εναντίον της αντιπολίτευσης, την ώρα που αυτές οι καταγγελίες έχουν προκαλέσει σάλο στη χώρα. Η Washington Post έφερε στη δημοσιότητα έρευνα σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση της Ουγγαρίας χρησιμοποιεί το λογισμικό κατασκοπείας Pegasus για να παρακολουθεί δημοσιογράφους, ακτιβιστές και πολιτικούς αντιφρονούντες.

Η Saskia Bricmont προσθέτει στο Politico πως η απάντηση της Κομισιόν προς την ελληνική πλευρά ήταν “αδύναμη”, και προσθέτει πως “ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, είχε την υποχρέωση να διασφαλίσει ότι γίνονται σεβαστές οι αξίες της ΕΕ και η ασφάλεια των πολιτών”.

Ο Jordi Solé, Ισπανός ευρωβουλευτής των Πρασίνων, συμφώνησε, προσθέτοντας ότι τα σκάνδαλα κατασκοπείας δεν είναι μόνο ζήτημα εθνικής ασφάλειας αλλά και θεμελιωδών δικαιωμάτων, “με τους εκλεγμένους πολιτικούς να στοχοποιούνται λόγω των θέσεων τους”. “Χρειάζεται μια πιο ισχυρή αντίδραση από όλους, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής”, τονίζει ο ευρωβουλευτής.

Σε ό,τι αφορά τον ρόλο του Κοινοβουλίου, ο Bricmont ζήτησε από τα ευρωπαϊκά κόμματα να αφήσουν στην άκρη τις κομματικές αντιπαραθέσεις, και να αντιμετωπίσουν ισότιμα όλες τις παραπάνω υποθέσεις.

Άλλος ευρωβουλευτής, μέλος της PEGA, ο οποίος ζήτησε να μην κατονομαστεί, δήλωσε από τη δική του μεριά πως το πρόβλημα είναι πως δεν υπάρχουν ακόμη νομικές κατευθυντήριες γραμμές για τη χρήση της τεχνολογίας σε επίπεδο ΕΕ, πράγμα που σημαίνει ότι οι νομοθέτες βρίσκονται πλέον αντιμέτωποι με την ευθύνη να δημιουργήσουν τις κατευθυντήριες γραμμές που θα διασφαλίσουν τη διασφάλιση της δημοκρατίας στις χώρες – μέλη”.

“Χωρίς κατευθυντήριες τα κράτη – μέλη θα μπορούν να ενσωματώνουν ο,τι θέλουν στο σύστημά τους, υπό τη πρόφαση της “εθνικής ασφάλειας” η οποία αλλάζει όμως νόημα από το ένα κράτος στο άλλο. Άρα η υπόθεση δεν είναι εθνική, αλλά ευρωπαϊκή”, σημειώνει, απαντώντας και εκείνος εν πολλοίς στις αξιώσεις της ελληνικής πλευράς όπως εκφράστηκαν υπό το πρίσμα του “μην ασχολείστε”.

 

Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου...
Shares