Εορτολόγιο 17 Μαρτίου – Ποιοι γιορτάζουν σήμερα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Σήμερα, Τρίτη 17 Μαρτίου 2026, η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Οσίου Αλεξίου, του επονομαζόμενου «Ανθρώπου του Θεού», ενός από τους πλέον αγαπητούς και εμβληματικούς ασκητές της χριστιανικής παράδοσης.

Ονόματα που γιορτάζουν σήμερα: Αλέξιος, Αλέξης, Αλέκος, Αλεξία, Αλέξα, καθώς και Γερτρούδη.

Λίγα λόγια για τον Όσιο Αλέξιο

Ο Όσιος Αλέξιος γεννήθηκε στη Ρώμη κατά την εποχή των αυτοκρατόρων Αρκαδίου (395–408 μ.Χ.) και Ονωρίου (395–423 μ.Χ.), σε μια ευσεβή και εύπορη οικογένεια. Πατέρας του ήταν ο Ευφημιανός, εξέχων συγκλητικός, γνωστός για τη φιλανθρωπία του, καθώς καθημερινά φιλοξενούσε και τάιζε ορφανά, χήρες και ξένους. Η μητέρα του, Αγλαΐς, υπήρξε άτεκνη για μεγάλο διάστημα, μέχρι που με τις προσευχές της ο Θεός της χάρισε αυτόν τον μοναχογιό.

Αφού έλαβε άριστη παιδεία και ανατράφηκε με χριστιανικές αρχές, ο Αλέξιος μεγάλωσε σε σοφία και αρετή. Όταν έφθασε σε ηλικία γάμου, οι γονείς του τον νύμφευσαν με κόρη ευγενούς και βασιλικής καταγωγής. Ωστόσο, την ίδια νύχτα του γάμου, επέστρεψε στη νύφη του το δαχτυλίδι και τη ζώνη, αρνούμενος τον κοσμικό βίο και την επίγεια δόξα. Μοίρασε τα υπάρχοντά του και αναχώρησε κρυφά με πλοίο.

Έφθασε αρχικά στη Λαοδικεία της Συρίας και κατόπιν στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας. Εκεί διένειμε όλα τα χρήματα και τα ρούχα του στους πτωχούς, φόρεσε κουρελιασμένα ενδύματα και εγκαταστάθηκε ως ταπεινός επαίτης στο νάρθηκα του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου. Εκεί έζησε με αυστηρή άσκηση: νηστεία καθ’ όλη την εβδομάδα, ελάχιστη τροφή (λίγο άρτο και νερό) μόνο μετά τη Θεία Κοινωνία κάθε Κυριακή, και αδιάλειπτη προσευχή.

Οι γονείς του, απελπισμένοι, έστειλαν υπηρέτες να τον αναζητήσουν, οι οποίοι έφθασαν ακόμη και στην Έδεσσα χωρίς να τον αναγνωρίσουν. Η μητέρα και η νύφη του, ντυμένες πτωχικά, πενθούσαν καθημερινά.

Μετά από 17 χρόνια ασκήσεως στην Έδεσσα, η Παναγία εμφανίστηκε σε όραμα στον προσμονάριο του ναού και ζήτησε να εισαχθεί στο ναό «ο άνθρωπος του Θεού». Έτσι, ο Αλέξιος αναγνωρίστηκε και τιμήθηκε, αλλά εκείνος, επιθυμώντας την αφάνεια, έφυγε κρυφά. Προορισμός του ήταν η Ταρσός, όμως θεϊκή πρόνοια οδήγησε το πλοίο πίσω στη Ρώμη.

Εκεί ζήτησε από τον ίδιο τον πατέρα του, που δεν τον αναγνώρισε, να τον δεχτεί ως επαίτη και να τρέφεται από τα περισσεύματα του σπιτιού. Ο Ευφημιανός τον φιλοξένησε με χαρά και του διέθεσε υπηρέτη. Παρά τις κοροϊδίες ορισμένων δούλων, ο Όσιος παρέμεινε ταπεινός, νήστευε αυστηρά και έδινε την τροφή του σε άλλους.

Έζησε έτσι άλλα 17 χρόνια στο πατρικό του σπίτι, άγνωστος σε όλους. Πλησιάζοντας το τέλος του, έγραψε σε χαρτί τον βίο του και ορισμένα οικογενειακά μυστικά. Την ημέρα της κοιμήσεώς του, θαυμαστή φωνή από το ιερό κατά τη Θεία Λειτουργία κάλεσε τον λαό να αναζητήσει «τον άνθρωπο του Θεού». Το λείψανό του βρέθηκε στο σπίτι του Ευφημιανού, με το πρόσωπό του να λάμπει σαν άγγελος. Μόνο τότε ο πατέρας, η μητέρα και η νύφη αναγνώρισαν τον γιο και σύζυγο που είχαν χάσει.

Το τίμιο λείψανο μεταφέρθηκε στην πόλη, όπου προκάλεσε πλήθος θαυμάτων: θεραπείες τυφλών, κωφών, λεπρών, δαιμονισμένων. Παρά τις προσπάθειες, ο κόσμος συνέρρεε σε τέτοιο βαθμό που η ταφή καθυστέρησε. Τελικά ενταφιάστηκε στον ναό του Αγίου Βονιφατίου, ενώ το λείψανο ευωδίαζε και ανέβλυζε μύρο ιαματικό.

Η Κάρα του Οσίου Αλεξίου δωρήθηκε το 1398 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο στη Μονή Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων, όπου διασώθηκε και μετά την πυρπόληση της Μονής από τους Οθωμανούς το 1585 μ.Χ.