Η «Ελλάδα 2.0» της κυβέρνησης Μητσοτάκη καταστρέφει την πραγματική Ελλάδα: Ενοίκια απλησίαστα, νέοι χωρίς σπίτι και οικογένειες σε απόγνωση

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η αναζήτηση κατοικίας στην Αττική έχει μετατραπεί σε μια εξαντλητική και συχνά αδιέξοδη διαδικασία. Ένα μικρό διαμέρισμα περίπου 40 τετραγωνικών μέτρων μπορεί πλέον να κοστίζει γύρω στα 500 ευρώ τον μήνα, ενώ στις χαμηλότερες κατηγορίες τιμών βρίσκονται συχνά παλαιά μη ανακαινισμένα ακίνητα, σε υσόγεια, ημιυπόγεια και υπόγεια.

Για μια οικογένεια που χρειάζεται κατοικία τουλάχιστον 80 τετραγωνικών μέτρων, το ζητούμενο ενοίκιο προσεγγίζει ή ξεπερνά τα 1.000 ευρώ σε αρκετές περιοχές της πρωτεύουσας. Στο ποσό αυτό δεν περιλαμβάνονται τα κοινόχρηστα, το ηλεκτρικό ρεύμα, η θέρμανση, το νερό και οι υπόλοιπες πάγιες δαπάνες.

Η στεγαστική κρίση δεν αποτελεί πλέον πρόβλημα μόνο των οικονομικά ασθενέστερων. Πλήττει εργαζομένους, νέα ζευγάρια, οικογένειες με παιδιά, φοιτητές και πολίτες που επιθυμούν να παραμείνουν και να εργαστούν στον τόπο τους. Η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει δεκάδες μέτρα και προγράμματα, όμως οι τιμές εξακολουθούν να ανεβαίνουν και η διαθέσιμη κατοικία παραμένει περιορισμένη.

Τα 500 ευρώ για ένα μικρό διαμέρισμα δεν αποτελούν υπερβολή

Τα στοιχεία του δείκτη τιμών του από ιστοσελίδες εύρεσης κατοικίας για το δεύτερο τρίμηνο του 2026 δείχνουν ότι η μέση ζητούμενη τιμή ενοικίασης στο κέντρο της Αθήνας διαμορφώθηκε στα 12 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Με βάση αυτή την τιμή, ένα διαμέρισμα 40 τετραγωνικών μέτρων αντιστοιχεί ενδεικτικά σε ενοίκιο 480 ευρώ τον μήνα.

Στα μικρά και φοιτητικά διαμερίσματα, όμως, η τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο είναι συχνά υψηλότερη. Στον Δήμο Αθηναίων η μέση ζητούμενη τιμή φοιτητικής κατοικίας έφτασε κατά το ίδιο τρίμηνο στα 13,3 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ανεβάζοντας το ενδεικτικό κόστος ενός διαμερίσματος 40 τετραγωνικών στα 532 ευρώ.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η καταγραφή για τις κατοικίες έως 50 τετραγωνικά μέτρα στο κέντρο της Αθήνας. Σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς που δημοσιεύθηκαν τον Ιούλιο του 2026, το 98,4% των διαθέσιμων κατοικιών αυτής της κατηγορίας είχε ζητούμενο μίσθωμα πάνω από 400 ευρώ, ενώ επτά στις δέκα ξεπερνούσαν τα 500 ευρώ.

Επομένως, η διαπίστωση ότι ένα μικρό, οικονομικό διαμέρισμα στην Αττική κοστίζει περίπου 500 ευρώ ανταποκρίνεται σε μεγάλο βαθμό στη σημερινή πραγματικότητα. Οι όποιες φθηνότερες επιλογές είναι ελάχιστες και αφορούν συχνά ακίνητα με παλαιότητα, ελλιπή συντήρηση ή ανάγκη ανακαίνισης.

Οικογένεια με παιδιά: Σχεδόν ένας μισθός μόνο για το ενοίκιο

Η κατάσταση γίνεται ακόμη δυσκολότερη για τα νέα ζευγάρια και τις οικογένειες που χρειάζονται περισσότερα από 80 τετραγωνικά μέτρα. Με βάση τις μέσες ζητούμενες τιμές του δεύτερου τριμήνου του 2026, μια κατοικία 80 τετραγωνικών μέτρων αντιστοιχεί ενδεικτικά σε περίπου 960 ευρώ στο κέντρο της Αθήνας, 944 ευρώ στα Βόρεια Προάστια και 1.064 ευρώ στα Νότια Προάστια.

Ακόμη και όταν εργάζονται και οι δύο γονείς, ένα τέτοιο ενοίκιο απορροφά μεγάλο μέρος του συνολικού οικογενειακού εισοδήματος. Μετά την καταβολή του μισθώματος απομένουν οι λογαριασμοί, τα τρόφιμα, οι μετακινήσεις, οι δαπάνες για τα παιδιά και το συνεχώς αυξανόμενο κόστος της καθημερινότητας.

Η κυβέρνηση δηλώνει ότι στηρίζει την οικογένεια και αντιμετωπίζει το δημογραφικό πρόβλημα. Στην πράξη, όμως, ένα νέο ζευγάρι καλείται να δημιουργήσει οικογένεια χωρίς να μπορεί να εξασφαλίσει κατοικία κατάλληλου μεγέθους. Η απόσταση ανάμεσα στις κυβερνητικές εξαγγελίες και στην πραγματική αγορά κατοικίας είναι πλέον εμφανής.

Η Ελλάδα παραμένει πρωταθλήτρια στο κόστος στέγασης

Τα στοιχεία της Eurostat καταγράφουν το μέγεθος του προβλήματος. Το 2024 τα Ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν κατά μέσο όρο το 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στις πόλεις, το 29% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά στα οποία οι στεγαστικές δαπάνες ξεπερνούσαν το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.

Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε για το 2025 ότι το 26,4% του πληθυσμού επιβαρυνόταν υπερβολικά από το κόστος στέγασης. Στον φτωχό πληθυσμό το αντίστοιχο ποσοστό εκτοξευόταν στο 82,6%. Παράλληλα, το 41,8% δήλωνε οικονομική δυσκολία στην πληρωμή ενοικίου, δόσης δανείου ή πάγιων λογαριασμών.

Πρόκειται για στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η κατοικία απορροφά πλέον εισόδημα το οποίο θα έπρεπε να κατευθύνεται στη διατροφή, στην εκπαίδευση, στην υγεία, στην αποταμίευση και στην αξιοπρεπή διαβίωση των οικογενειών.

Νέοι εγκλωβισμένοι στο πατρικό τους σπίτι

Το πρόβλημα έχει άμεση σχέση και με την αδυναμία των νέων να αυτονομηθούν. Σύμφωνα με τη Eurostat, οι νέοι στην Ελλάδα εγκατέλειπαν την οικογενειακή κατοικία κατά μέσο όρο στην ηλικία των 30,7 ετών το 2024, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 26,2 έτη.

Το συγκεκριμένο στοιχείο δεν αποδεικνύει ότι η καθυστέρηση οφείλεται αποκλειστικά στα ενοίκια. Είναι, όμως, απολύτως συμβατό με μια αγορά στην οποία ένας νέος εργαζόμενος δυσκολεύεται να καλύψει μόνος του το ενοίκιο και τα πάγια έξοδα ενός μικρού διαμερίσματος.

Όταν η αυτονομία μετατίθεται μετά τα 30, καθυστερεί αναπόφευκτα και η δυνατότητα δημιουργίας οικογένειας. Η στεγαστική κρίση μετατρέπεται έτσι σε κοινωνικό και δημογραφικό πρόβλημα, το οποίο δεν αντιμετωπίζεται με αποσπασματικές επιδοτήσεις και προγράμματα περιορισμένης εμβέλειας.

Φοιτητική στέγη: Νέα οικονομική δοκιμασία για τις οικογένειες

Ιδιαίτερα δύσκολη είναι η κατάσταση για τους φοιτητές και τις οικογένειές τους. Οι μέσες ζητούμενες τιμές φοιτητικής κατοικίας αυξήθηκαν πανελλαδικά κατά 5,3% το δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.

Στην Αττική, η μέση ζητούμενη τιμή διαμορφώθηκε στα 13,3 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο στον Δήμο Αθηναίων, στα 11,5 ευρώ στα Δυτικά Προάστια, στα 13,7 ευρώ στα Νότια Προάστια και στα 15,5 ευρώ στα Βόρεια Προάστια.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και ένα φοιτητικό σπίτι 40 τετραγωνικών μέτρων μπορεί να κοστίζει ενδεικτικά από 460 έως 620 ευρώ τον μήνα, χωρίς να υπολογίζονται κοινόχρηστα, ηλεκτρικό ρεύμα, διαδίκτυο, θέρμανση, διατροφή και μετακινήσεις.

Για πολλές οικογένειες της περιφέρειας, η επιτυχία ενός παιδιού στις Πανελλαδικές εξετάσεις συνοδεύεται πλέον από ένα δυσβάστακτο δεύτερο νοικοκυριό. Η έλλειψη επαρκών φοιτητικών εστιών και οικονομικών κατοικιών περιορίζει στην πράξη την ισότιμη πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση.

Τουρισμός χωρίς κανόνες: Κέρδη για λίγους, στεγαστική ασφυξία και εκτοπισμός των κατοίκων

Η τουριστική δραστηριότητα αποτελεί σημαντική πηγή εσόδων για επιχειρήσεις, αρκετές από τις οποίες δεν είναι Ελληνικών συμφερόντων ή δεν ανήκουν σε ανθρώπους της μεσαίας τάξης, με εταιρικά και επενδυτικά σχήματα να διαδραματίζουν πλέον κεντρικό ρόλο. Έτσι, μέρος της οικονομικής αξίας που παράγεται δεν επιστρέφει στις τοπικές κοινωνίες και δεν μεταφράζεται σε ουσιαστική βελτίωση της ζωής των κατοίκων.

Υπάρχει ανεξέλεγκτη μετατροπή κατοικιών σε τουριστικά καταλύματα, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η προσφορά μακροχρόνιας μίσθωσης είναι ήδη περιορισμένη.

Όταν ο τουρισμός αναπτύσσεται χωρίς αυστηρούς κανόνες, χωρίς χωροταξικό σχεδιασμό και χωρίς προστασία της κύριας κατοικίας, παύει να λειτουργεί ως πραγματική ανάπτυξη για την κοινωνία. Μετατρέπεται σε μηχανισμό αναδιανομής πλούτου προς όσους διαθέτουν κεφάλαια, πολλά ακίνητα και πρόσβαση σε εταιρικά επενδυτικά σχήματα, ενώ οι κάτοικοι πληρώνουν το κόστος με ακριβότερα ενοίκια και λιγότερες διαθέσιμες κατοικίες.

Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι η έντονη αύξηση των ενοικίων αντανακλά πρωτίστως την περιορισμένη προσφορά κατοικιών σε σχέση με την αυξημένη ζήτηση. Καταγράφει παράλληλα ότι μεγάλος αριθμός ακινήτων χρησιμοποιείται για βραχυχρόνιες μισθώσεις, αφαιρώντας κατοικίες από την αγορά στην οποία αναζητούν στέγη εργαζόμενοι, νέοι, οικογένειες και φοιτητές.

Η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει το μέγεθος του προβλήματος. Σύμφωνα με το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, το 2024 στον Δήμο Αθηναίων λειτουργούσαν 36.887 κατοικίες ως βραχυχρόνιες μισθώσεις, αριθμός που αντιστοιχούσε περίπου στο 10% του συνολικού οικιστικού αποθέματος της πόλης. Μάλιστα, το 79% των συγκεκριμένων κατοικιών συγκεντρωνόταν μόλις στο 1ο, στο 2ο και στο 3ο Δημοτικό Διαμέρισμα της Αθήνας.

Πρόκειται για τεράστια συγκέντρωση τουριστικών καταλυμάτων στις ίδιες περιοχές όπου χιλιάδες πολίτες αναζητούν απεγνωσμένα μόνιμη κατοικία. Γειτονιές που δημιουργήθηκαν για να κατοικούνται μετατρέπονται σταδιακά σε ζώνες προσωρινής διαμονής, με τους μόνιμους κατοίκους να εκτοπίζονται λόγω των υψηλών τιμών και της εξαφάνισης των μακροχρόνιων μισθώσεων.

Η κυβέρνηση παρακολούθησε το πρόβλημα να διογκώνεται

Η κυβερνητική ευθύνη βρίσκεται στην πολυετή απουσία έγκαιρου και αποτελεσματικού σχεδιασμού. Η κυβέρνηση γνώριζε ότι οι βραχυχρόνιες μισθώσεις, η Golden Visa, οι αγορές ακινήτων από ξένους επενδυτές και η περιορισμένη οικοδομική δραστηριότητα ασκούσαν πίεση στη διαθέσιμη κατοικία. Παρ’ όλα αυτά, άφησε το πρόβλημα να λάβει εκρηκτικές διαστάσεις πριν προχωρήσει σε περιορισμένες τοπικές παρεμβάσεις.

Η απαγόρευση νέων εγγραφών βραχυχρόνιας μίσθωσης στα τρία κεντρικά Δημοτικά Διαμερίσματα της Αθήνας επιβλήθηκε μόλις από την 1η Ιανουαρίου 2025, όταν η συγκέντρωση είχε ήδη φτάσει σε επίπεδα που αλλοίωναν τη λειτουργία ολόκληρων γειτονιών. Ακόμη και μετά τη μείωση που ανακοίνωσε το Υπουργείο, τον Οκτώβριο του 2025 παρέμεναν ενεργές 27.036 βραχυχρόνιες μισθώσεις στα τρία συγκεκριμένα διαμερίσματα.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει την περιορισμένη αυτή αποκλιμάκωση ως επιτυχία, αποφεύγοντας όμως το βασικό ερώτημα: γιατί επέτρεψε προηγουμένως την υπερσυγκέντρωση δεκάδων χιλιάδων τουριστικών καταλυμάτων στην καρδιά της πρωτεύουσας και γιατί χρειάστηκε να φτάσουν οι κάτοικοι σε στεγαστικό αδιέξοδο για να ληφθούν τα πρώτα περιοριστικά μέτρα;

Ακόμη και η Τράπεζα της Ελλάδος διαπιστώνει ότι η επίδραση των κυβερνητικών μέτρων, όπως οι περιορισμοί στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, τα προγράμματα «Σπίτι μου», η επιστροφή ενός ενοικίου και οι αλλαγές στη Golden Visa, φαίνεται να είναι μάλλον περιορισμένη. Πρόκειται για επίσημη διαπίστωση που αποδομεί το κυβερνητικό αφήγημα περί αποτελεσματικής στεγαστικής πολιτικής.

Ο τουρισμός δεν μπορεί να χτίζεται πάνω στην απομάκρυνση των κατοίκων

Το πρόβλημα δεν είναι ο μεμονωμένος επισκέπτης που έρχεται στην Ελλάδα. Το πρόβλημα είναι ένα κυβερνητικό μοντέλο που αντιμετωπίζει κάθε κατοικία ως πιθανό τουριστικό προϊόν και κάθε γειτονιά ως επενδυτική ευκαιρία, χωρίς να διασφαλίζει πρώτα το δικαίωμα των κατοίκων να παραμείνουν στον τόπο τους.

Τι αξία έχουν τα τουριστικά ρεκόρ όταν ο εργαζόμενος δεν μπορεί να κατοικήσει κοντά στην εργασία του; Τι ακριβώς κερδίζει η Ελληνική κοινωνία όταν ο φοιτητής δεν βρίσκει σπίτι, το νέο ζευγάρι αδυνατεί να δημιουργήσει οικογένεια και οι κάτοικοι εγκαταλείπουν τις γειτονιές τους επειδή το εισόδημά τους δεν επαρκεί για το ενοίκιο;

Ένας ανεξέλεγκτος τουρισμός, χωρίς εθνικό σχέδιο, χωρίς όρια στη συγκέντρωση ακινήτων και χωρίς προστασία της μόνιμης κατοικίας, δεν αποτελεί ανάπτυξη. Αποτελεί οικονομική δραστηριότητα από την οποία κερδίζουν δυσανάλογα όσοι ελέγχουν την ακίνητη περιουσία και τις πλατφόρμες διαχείρισης, ενώ οι τοπικές κοινωνίες υφίστανται την ακρίβεια, την ερημοποίηση των γειτονιών και τον στεγαστικό εκτοπισμό. Αποτελεί οικονομική δυσπραγία.

Η κυβέρνηση δεν μπορεί να πανηγυρίζει για τα τουριστικά έσοδα, όταν δεν ελέγχει ποιοι καρπώνονται το μεγαλύτερο μέρος τους, πόσα ακίνητα συγκεντρώνονται σε λίγα χέρια και πόσες κατοικίες αφαιρούνται από τους πολίτες. Όσο απουσιάζει ένα δεσμευτικό σχέδιο προστασίας της κατοικίας, τα τουριστικά ρεκόρ θα συνοδεύονται από κοινωνική υποχώρηση και από πόλεις στις οποίες οι επισκέπτες θα βρίσκουν κατάλυμα, αλλά οι κάτοικοι δεν θα βρίσκουν σπίτι.

Κυβερνητικά πυροτεχνήματα ενώ τα ενοίκια καταπίνουν τα εισοδήματα

Απέναντι σε αυτή την κοινωνική ασφυξία, η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανίσει ως ολοκληρωμένη στεγαστική πολιτική ένα σύνολο αποσπασματικών αναποτελεσματικών παρεμβάσεων, επιδομάτων και προσωρινών διευκολύνσεων. Η επιστροφή ενός ενοικίου που αυξάνει τα ενοίκια, τα προγράμματα «Σπίτι μου» όπου οι δικαιούχοι δεν βρίσκουν σπίτια, οι φορολογικές απαλλαγές και οι περιορισμοί σε ορισμένες βραχυχρόνιες μισθώσεις παρουσιάζονται με πανηγυρικές ανακοινώσεις, χωρίς όμως να έχουν ανακόψει την εκρηκτική άνοδο του κόστους κατοικίας.

Πρόκειται για επικοινωνιακά πυροτεχνήματα που επιχειρούν να ρίξουν στάχτη στα μάτια των πολιτών, καθώς επιστρέφεται μόνο ένα μικρό μέρος από τις απώλειες που έχουν ήδη υποστεί τα νοικοκυριά λόγω των υπέρογκων ενοικίων, της ενέργειας και της γενικευμένης ακρίβειας. Έτσι αποφεύγεται η αντιμετώπιση της ρίζας του προβλήματος: της έλλειψης προσιτής κατοικίας και της αδυναμίας χιλιάδων εργαζομένων να εξασφαλίσουν αξιοπρεπή στέγη από τον μισθό τους.

Η πραγματικότητα διαψεύδει καθημερινά το κυβερνητικό αφήγημα. Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι η επίδραση των μέτρων στη στεγαστική αγορά είναι περιορισμένη, ενώ ο πληθωρισμός των ενοικίων κύριας κατοικίας αυξήθηκε κατά 10% το 2025, έναντι 2,9% στην Ευρωζώνη. Τα στοιχεία αυτά δεν δείχνουν επιτυχία, αλλά αδυναμία ουσιαστικής προστασίας των νοικοκυριών.

Τον Ιούνιο του 2026, η κατηγορία «Στέγαση» του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή κατέγραψε αύξηση 10,6% σε ετήσια βάση, λόγω ανατιμήσεων σε ενοίκια, ενέργεια, συντήρηση κατοικιών και συναφείς υπηρεσίες. Παρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες για επιδόματα και επιστροφές, το συνολικό κόστος συνεχίζει να αυξάνεται ταχύτερα από κάθε μορφή ενίσχυσης.

Η επιστροφή ενοικίου δεν μειώνει το ενοίκιο, αλλά αποδίδει εκ των υστέρων ένα μέρος της επιβάρυνσης, αφού ο πολίτης έχει ήδη καταβάλει το πλήρες ποσό. Δεν συγκρατεί τις τιμές, δεν αυξάνει την προσφορά κατοικιών, ούτε επιλύει το πρόβλημα της φοιτητικής ή οικογενειακής στέγης.

Αντίστοιχα, τα στεγαστικά προγράμματα απευθύνονται σε περιορισμένο αριθμό δικαιούχων και δεν καλύπτουν τις ανάγκες των εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών που παραμένουν εγκλωβισμένοι στη μίσθωση. Όσοι δεν πληρούν τα κριτήρια ή δεν διαθέτουν την απαιτούμενη οικονομική δυνατότητα παραμένουν εκτεθειμένοι σε μια αγορά χωρίς ουσιαστικά αντίβαρα.

Η κυβέρνηση ευθύνεται αποκλειστικά για τη δημιουργία της στεγαστικής κρίσης, φέρει ευθύνη για την καθυστερημένη και αποσπασματική αντίδρασή της. Αντί για μια συνεκτική πολιτική κοινωνικής κατοικίας, φοιτητικών εστιών και ενίσχυσης της προσφοράς μακροχρόνιων μισθώσεων, επέλεξε περιορισμένα και αποσπασματικά μέτρα.

Όσο τα ενοίκια αυξάνονται, οι μισθοί παραμένουν ανεπαρκείς και οι νέοι δυσκολεύονται να αποκτήσουν ανεξάρτητη στέγη, οι κυβερνητικές ανακοινώσεις δεν μπορούν να παρουσιαστούν ως λύση. Αποτελούν έναν μηχανισμό διαχείρισης της κοινωνικής δυσαρέσκειας, χωρίς ουσιαστική επίδραση στο ίδιο το πρόβλημα.

Απαιτείται πραγματική στεγαστική πολιτική

Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί ενιαία και μακροπρόθεσμη στρατηγική, με μετρήσιμους στόχους και δημόσια λογοδοσία. Δεν αρκεί η επιδότηση μέρους του αυξημένου ενοικίου, όταν δεν αντιμετωπίζεται η έλλειψη προσφοράς και η διαρκής άνοδος των ζητούμενων τιμών.

  • Πλήρης καταγραφή των κενών κατοικιών και των αναξιοποίητων ακινήτων του Δημοσίου.
  • Δημιουργία ουσιαστικού αποθέματος κοινωνικής και οικονομικά προσιτής κατοικίας.
  • Αξιοποίηση και ανακαίνιση δημόσιων κτιρίων για τη στέγαση φοιτητών και νέων εργαζομένων.
  • Τοπικά όρια στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, ανάλογα με τη στεγαστική πίεση κάθε περιοχής.
  • Κίνητρα για μακροχρόνια μίσθωση, με σαφείς υποχρεώσεις, ελέγχους και διατήρηση των κατοικιών στην αγορά για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
  • Ενισχυμένη στεγαστική στήριξη για νέα ζευγάρια και οικογένειες με παιδιά, προσαρμοσμένη στις πραγματικές τιμές κάθε περιοχής.

Η κατοικία δεν μπορεί να αποτελεί προνόμιο

Μια οικονομία δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχημένη όταν ο εργαζόμενος αδυνατεί να κατοικήσει κοντά στην εργασία του, ο φοιτητής κινδυνεύει να εγκαταλείψει τις σπουδές του, το νέο ζευγάρι δεν μπορεί να δημιουργήσει οικογένεια και οι γονείς χρειάζονται σχεδόν έναν ολόκληρο μισθό για ένα αξιοπρεπές σπίτι.

Η κατοικία αποτελεί βασική κοινωνική ανάγκη και προϋπόθεση αξιοπρεπούς διαβίωσης. Όσο η κυβέρνηση περιορίζεται σε μέτρα που ανακουφίζουν προσωρινά τις συνέπειες, χωρίς να αποκαθιστούν την προσφορά και την προσιτή πρόσβαση στη στέγη, η Αττική θα γίνεται ολοένα ακριβότερη για τους ανθρώπους που ζουν και εργάζονται σε αυτήν.

Βασίλειος Ζομπανάκης