ΕΛΣΤΑΤ: Ένας στους δεκαπέντε Έλληνες δεν είχε αρκετό φαγητό το 2024!

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

 

Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι ολοένα και περισσότερα ελληνικά νοικοκυριά δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν επαρκή τροφή, καθώς η ακρίβεια και το υψηλό κόστος ζωής συνεχίζουν να πιέζουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Σύμφωνα με την Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (SILC) 2024, που βασίζεται σε εισοδήματα του 2023, καταγράφεται ελαφρά αύξηση της μέτριας ή σοβαρής ανεπάρκειας τροφής στη χώρα. Η έρευνα χρησιμοποιεί οκτώ ερωτήματα που έχει θεσπίσει ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (FAO), προκειμένου να παρακολουθείται η πρόοδος προς τον στόχο της εξάλειψης της πείνας έως το 2030.

Ένα νοικοκυριό θεωρείται ότι αντιμετωπίζει ανεπάρκεια τροφής όταν κάποιο μέλος του έχει αναγκαστεί να παραλείψει γεύμα, να φάει λιγότερο από όσο χρειάζεται ή να μείνει χωρίς τροφή — ακόμη και για ολόκληρη ημέρα — λόγω έλλειψης χρημάτων ή άλλων πόρων.

Η συγκεκριμένη έρευνα αποτελεί βασικό εργαλείο σύγκρισης των εισοδηματικών και κοινωνικών συνθηκών στην Ευρώπη και αποτυπώνει τη δυνατότητα των νοικοκυριών να καλύψουν βασικές διατροφικές ανάγκες για μια υγιή ζωή.

📊 Τα αποτελέσματα για το 2024 δείχνουν ότι:

  • Το 7% του πληθυσμού στην Ελλάδα δήλωσε πως αντιμετώπισε μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής.

  • Το 1,6% βίωσε σοβαρή ανεπάρκεια, σύμφωνα με τη διεθνή κλίμακα FIES.

Για σύγκριση, τα ποσοστά αυτά κυμάνθηκαν μεταξύ 6% και 8% την περίοδο 2019–2023, με 6,5% το 2023 για τη μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια και 1,5% κατά μέσο όρο για τη σοβαρή, με μικρές αυξομειώσεις ανά έτος.

👉 Συνολικά, η έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνει ότι η επισιτιστική ανασφάλεια στην Ελλάδα, αν και δεν έχει λάβει δραματικές διαστάσεις, παραμένει σταθερά υψηλότερη απ’ ό,τι πριν από την ενεργειακή κρίση και την άνοδο των τιμών τροφίμων.

Χωρίς επαρκή τροφή
Σύμφωνα με τη μεθοδολογία της ΕΛΣΤΑΤ, ένα νοικοκυριό θεωρείται ότι αντιμετωπίζει μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής όταν τουλάχιστον ένα μέλος του δηλώσει ότι, μέσα στους 12 μήνες πριν από την έρευνα, βρέθηκε σε κάποια από τις εξής καταστάσεις:
αναγκάστηκε να παραλείψει γεύμα, να φάει λιγότερο από όσο είχε ανάγκη, να μείνει χωρίς τροφή, να πεινάσει χωρίς να μπορέσει να φάει ή ακόμη και να περάσει ολόκληρη ημέρα χωρίς φαγητό, εξαιτίας έλλειψης χρημάτων ή άλλων πόρων.

Αντίστοιχα, ένα νοικοκυριό χαρακτηρίζεται ότι αντιμετωπίζει σοβαρή ανεπάρκεια τροφής, όταν τουλάχιστον ένα μέλος του έχει περάσει ολόκληρη ημέρα χωρίς τροφή λόγω οικονομικής αδυναμίας μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα.


Η θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη

Η Ελλάδα καταγράφει ελαφρώς χαμηλότερα ποσοστά σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Συγκεκριμένα, το ποσοστό των πολιτών που αντιμετωπίζουν μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής φτάνει το 6,6%, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώνεται στο 7,4%. Για τη σοβαρή ανεπάρκεια, το ελληνικό ποσοστό κινείται κοντά στο 1,6%, έναντι 1,8% στην ΕΕ.

Στην άλλη άκρη της κλίμακας, η Ρουμανία εμφανίζει τη δυσμενέστερη εικόνα, με 18,6% του πληθυσμού να δηλώνει ότι στερείται επαρκούς τροφής. Ακολουθούν η Πορτογαλία (11,9%), η Βουλγαρία (11,6%) και η Ουγγαρία (11,3%).

Η Ελλάδα βρίσκεται κοντά σε χώρες όπως η Ισπανία (6,5%), η Λιθουανία (6,5%) και η Δανία (6,9%), γεγονός που τη φέρνει λίγο κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αν και τα στοιχεία δείχνουν ότι η επισιτιστική ανασφάλεια εξακολουθεί να αποτελεί υπαρκτό και ανησυχητικό κοινωνικό ζήτημα.

Διατροφική ανασφάλεια στην Ελλάδα και την Ευρώπη

Τα νεότερα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ συμπληρώνουν την εικόνα που αποτυπώνει η Eurostat για τη διατροφική ανασφάλεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2024, στην ΕΕ των 27 το 8,5% του πληθυσμού δήλωσε ότι δεν έχει τη δυνατότητα να καταναλώνει ένα “κανονικό γεύμα” κάθε δύο ημέρες – δηλαδή ένα γεύμα που να περιλαμβάνει κρέας, ψάρι, κοτόπουλο ή λαχανικά ισοδύναμης θρεπτικής αξίας.

Στην Ελλάδα, το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 11,3%, κατατάσσοντας τη χώρα στην πέμπτη χειρότερη θέση στην ΕΕ, μετά τη Βουλγαρία, τη Σλοβακία, τη Ρουμανία και την Ουγγαρία.


Τα φτωχά νοικοκυριά πλήττονται περισσότερο

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική όταν εξεταστούν τα στοιχεία για τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα.
Σε αυτή την κατηγορία, περισσότερο από το ένα τρίτο (34,6%) δηλώνει ότι δεν μπορεί να εξασφαλίσει ένα πλήρες γεύμα μέρα παρά μέρα.

Αν και το ποσοστό αυτό εμφανίζει βελτίωση σε σχέση με το 2023 (μείωση κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες, από 38,2% σε 34,6%), εξακολουθεί να αποτυπώνει τη βαθιά επισιτιστική ανασφάλεια που αντιμετωπίζει σημαντικό μέρος του πληθυσμού.


Το πλαίσιο της ακρίβειας

Η αύξηση των τιμών στα τρόφιμα και το διαρκώς υψηλό κόστος διαβίωσης συνεχίζουν να πιέζουν τα ελληνικά νοικοκυριά, περιορίζοντας την πρόσβαση σε ποιοτική και επαρκή τροφή.
Ταυτόχρονα, το ποσοστό των πολιτών που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού αυξήθηκε το 2024 στο 26,9%, από 26,1% το 2023, γεγονός που αναδεικνύει τη στενή σχέση μεταξύ οικονομικής ανέχειας και διατροφικής ανασφάλειας.