ΕΛΛΑΔΑ: ΠΟΣΑ ΧΡΕΙΑΖΕΣΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΖΕΙΣ ΑΝΕΤΑ ΤΟ 2026; ΤΑ ΠΟΣΑ ΠΟΥ ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΕΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Πού βρίσκεται το όριο της οικονομικής άνεσης στην Ελλάδα και πόσο απέχουμε από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο; Έρευνα με στοιχεία της Eurostat και του ΟΟΣΑ αποτυπώνει τις εισοδηματικές διαφορές μεταξύ 34 ευρωπαϊκών χωρών.

Το ερώτημα για το ποιος θεωρείται πλούσιος, ποιος ανήκει στη μεσαία τάξη και ποιος δυσκολεύεται να καλύψει τις ανάγκες του γίνεται όλο και πιο επίκαιρο στην Ελλάδα. Η ακρίβεια και το αυξημένο κόστος ζωής έχουν αλλάξει σημαντικά την έννοια της οικονομικής άνεσης, καθώς για αρκετά νοικοκυριά ακόμη και η κάλυψη των μηνιαίων υποχρεώσεων αποτελεί καθημερινή πρόκληση.

Για κάποιους, οικονομική άνεση σημαίνει να μπορούν να πληρώνουν τους λογαριασμούς τους χωρίς άγχος. Για άλλους, περιλαμβάνει τη δυνατότητα αποταμίευσης, ταξιδιών και εξόδων χωρίς να χρειάζεται να υπολογίζουν συνεχώς κάθε δαπάνη.

Μια ανάλυση του Euronews Business, βασισμένη σε στοιχεία της Eurostat και του ΟΟΣΑ για 34 ευρωπαϊκές χώρες, επιχειρεί να προσδιορίσει με αριθμούς το εισόδημα που απαιτείται για να περάσει ένα νοικοκυριό από τη μεσαία στην ανώτερη-μεσαία εισοδηματική κατηγορία.

Τα στοιχεία για την Ελλάδα το 2026 δείχνουν πόσα χρήματα χρειάζονται διαφορετικοί τύποι νοικοκυριών, αλλά και πόσο μεγάλη παραμένει η απόσταση από αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες.

Ποιο εισόδημα θεωρείται αρκετό για μια άνετη ζωή στην Ελλάδα;

Ως σημείο αναφοράς χρησιμοποιείται το 150% του εθνικού διάμεσου εισοδήματος. Το συγκεκριμένο ποσοστό αξιοποιείται για την εκτίμηση του εισοδηματικού επιπέδου που αντιστοιχεί στην ανώτερη-μεσαία τάξη.

Με βάση την ανάλυση, τα απαιτούμενα μηνιαία καθαρά εισοδήματα στην Ελλάδα διαμορφώνονται ως εξής:

  • Ένας ενήλικας που ζει μόνος: 1.463 ευρώ τον μήνα.
  • Ζευγάρι χωρίς παιδιά: 2.194 ευρώ τον μήνα.
  • Οικογένεια με δύο παιδιά κάτω των 14 ετών: 3.071 ευρώ τον μήνα.

Πρόκειται για ποσά μετά την αφαίρεση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, τα οποία αποτυπώνουν το εισοδηματικό όριο που χρησιμοποιεί η συγκεκριμένη μελέτη.

Η απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη

Η σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες αναδεικνύει τις σημαντικές διαφορές στα εισοδήματα. Για έναν ενήλικα, ο ευρωπαϊκός μέσος όρος φτάνει τα 2.867 ευρώ τον μήνα, δηλαδή σχεδόν το διπλάσιο από το αντίστοιχο ποσό στην Ελλάδα.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση από χώρες με υψηλότερα εισοδήματα. Στο Λουξεμβούργο το όριο ξεπερνά τα 6.200 ευρώ, ενώ στην Ελβετία φτάνει πάνω από τα 6.400 ευρώ μηνιαίως.

Ανάμεσα στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες, η εικόνα έχει ως εξής:

  • Γερμανία: 3.611 ευρώ.
  • Γαλλία: 3.307 ευρώ.
  • Ιταλία: 2.758 ευρώ.
  • Ισπανία: 2.546 ευρώ.

Η Ελλάδα βρίσκεται κοντά σε χώρες όπως η Πορτογαλία, με 1.808 ευρώ, και η Πολωνία, με 1.799 ευρώ. Αντίθετα, τα αντίστοιχα ποσά είναι χαμηλότερα στη Βουλγαρία, όπου φτάνουν τα 1.108 ευρώ, και στη Ρουμανία, με 1.023 ευρώ.

Γιατί το εισόδημα δεν αρκεί για να μετρηθεί η οικονομική άνεση

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ο μισθός δεν αποτυπώνει από μόνος του την πραγματική οικονομική κατάσταση ενός νοικοκυριού. Σημαντικό ρόλο παίζουν η ακίνητη περιουσία, οι αποταμιεύσεις και οι οικονομικές υποχρεώσεις.

Ο Σεμπάστιαν Κένιγκς, ανώτερος οικονομολόγος του ΟΟΣΑ, ανέφερε στο Euronews Business ότι ορισμένοι άνθρωποι μπορούν να ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους με χαμηλότερο εισόδημα, εφόσον διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία ή ζουν σε περιοχές με χαμηλότερο κόστος διαβίωσης.

Αντίστοιχα, ο καθηγητής Κόεν Καμινάντα από το Πανεπιστήμιο του Leiden υπογράμμισε τη σημασία των αποταμιεύσεων. Ένα νοικοκυριό με μέτριο εισόδημα αλλά διαθέσιμα χρήματα στην άκρη μπορεί να αντιμετωπίσει ευκολότερα μια έκτακτη δαπάνη ή μια προσωρινή απώλεια εργασίας σε σχέση με ένα νοικοκυριό που έχει υψηλότερο εισόδημα, αλλά ταυτόχρονα μεγάλα χρέη και καθόλου αποταμιεύσεις.

Τι σημαίνει πραγματικά «άνετη διαβίωση»

Σύμφωνα με τον Καμινάντα, η οικονομική άνεση δεν θα πρέπει να περιορίζεται στην απλή δυνατότητα πληρωμής των μηνιαίων λογαριασμών.

Ένα νοικοκυριό θα πρέπει να μπορεί να καλύπτει τις ανάγκες του σε στέγαση, διατροφή, ενέργεια και μεταφορές, να συμμετέχει στην κοινωνική ζωή, να έχει ελεύθερο χρόνο και να αποταμιεύει ένα μέρος του εισοδήματός του.

Εξίσου σημαντικό είναι να μπορεί να ανταποκριθεί σε ένα απρόβλεπτο έξοδο ή σε μια προσωρινή μείωση των εσόδων του, χωρίς να βρεθεί αμέσως αντιμέτωπο με οικονομική δυσκολία.

Ο ίδιος προειδοποίησε ότι το 150% ή ακόμη και το 200% του εθνικού διάμεσου εισοδήματος δεν αποτελούν απόλυτα όρια οικονομικής άνεσης. Η κατηγοριοποίηση του ΟΟΣΑ αφορά κυρίως τη σχετική θέση ενός νοικοκυριού στην εισοδηματική κατανομή και όχι το κατά πόσο τα χρήματα επαρκούν για τις πραγματικές ανάγκες του.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο δρ Μάρκους Γκράκπα από το Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών (DIW Berlin) σημείωσε ότι ένα εισόδημα πάνω από το 150% του διάμεσου δεν εξασφαλίζει αυτομάτως οικονομική ασφάλεια.

Όπως εξήγησε, η πραγματική οικονομική προστασία προϋποθέτει και ένα επίπεδο ιδιωτικού πλούτου, πέρα από το μηνιαίο εισόδημα.

Έτσι, τα ποσά της έρευνας προσφέρουν ένα χρήσιμο σημείο σύγκρισης, χωρίς όμως να αποτελούν απόλυτη απάντηση στο ερώτημα αν κάποιος ζει άνετα. Το κόστος κατοικίας, οι υποχρεώσεις, η περιουσία και οι αποταμιεύσεις μπορούν να αλλάξουν σημαντικά την εικόνα από νοικοκυριό σε νοικοκυριό.