Διπλωματική σύγκρουση ΗΠΑ-ΕΕ: Απαγόρευση εισόδου σε Ευρωπαίους αξιωματούχους για θέματα «λογοκρισίας»

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Σε μια κίνηση που κλιμακώνει την ένταση μεταξύ της Ουάσινγκτον και των Βρυξελλών, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωσε την απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ για πέντε εξέχουσες ευρωπαϊκές προσωπικότητες. Η αμερικανική κυβέρνηση τους κατηγορεί για ενορχηστρωμένη προσπάθεια περιορισμού της ελευθερίας του λόγου και καταστολής αμερικανικών απόψεων μέσω των ευρωπαϊκών κανονισμών για την τεχνολογία.

Στη λίστα των προσώπων στα οποία απαγορεύτηκε η έκδοση βίζας περιλαμβάνεται ο πρώην Επίτροπος της ΕΕ, Τιερί Μπρετόν, ο οποίος υπήρξε ο αρχιτέκτονας του Νόμου για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA). Μαζί του βρίσκονται επικεφαλής ΜΚΟ και ακτιβιστές που μάχονται κατά της παραπληροφόρησης και της ρητορικής μίσους, όπως ο Imran Ahmed (CCDH), η Clare Melford (GDI) και στελέχη της γερμανικής οργάνωσης HateAid.

Ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, χαρακτήρισε τους συγκεκριμένους ως «ριζοσπάστες ακτιβιστές», υποστηρίζοντας ότι χρησιμοποιούν ρυθμιστικά εργαλεία για να εξαναγκάσουν αμερικανικές πλατφόρμες να φιμώσουν φωνές που αντιτίθενται στις πολιτικές τους.

Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται ο ευρωπαϊκός νόμος DSA, τον οποίο η κυβέρνηση Τραμπ θεωρεί όργανο λογοκρισίας που πλήττει τα συμφέροντα των αμερικανικών εταιρειών τεχνολογίας.

Οι ΗΠΑ υποστηρίζουν ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες καταπνίγουν τον ελεύθερο διάλογο και επιβάλλουν δυσβάσταχτο κόστος στις εταιρείες της Silicon Valley.

Αν κρίνουμε από όσα λέει σε αυτό το βίντεο η Ursula von der Leyen , με ρητορική και παράδειγμα που παραπέμπει στην Γερμανία της δεκαετίας του 1930, θα λέγαμε ότι με την κίνησή τους αυτή οι ΗΠΑ δεν έχουν άδικο

 Ο πρώην Επίτροπος απάντησε μέσω κοινωνικών δικτύων, παρομοιάζοντας την κίνηση των ΗΠΑ με την επιστροφή των πρακτικών του «μακαρθισμού».

Η συγκεκριμένη ενέργεια σηματοδοτεί μια αλλαγή στρατηγικής από πλευράς ΗΠΑ. Αντί για οικονομικές κυρώσεις, η Ουάσινγκτον χρησιμοποιεί το μεταναστευτικό δίκαιο για να ασκήσει πίεση, μετατρέποντας το δικαίωμα εισόδου στη χώρα σε διπλωματικό όπλο κατά ξένων αξιωματούχων που θεωρεί ότι επηρεάζουν τον διαδικτυακό λόγο.

Εκπρόσωποι των οργανώσεων που στοχοποιήθηκαν χαρακτήρισαν την απόφαση «αυταρχική επίθεση στην ελευθερία του λόγου» και «παράνομη πράξη κυβερνητικής λογοκρισίας». Η κίνηση αυτή αναμένεται να επιδεινώσει περαιτέρω τις σχέσεις ΗΠΑ-ΕΕ, καθώς οι Ευρωπαίοι ηγέτες ήδη καταδικάζουν τις απαγορεύσεις, θεωρώντας τες παρέμβαση στην εσωτερική νομοθετική διαδικασία της Ένωσης.

Η Ουάσινγκτον θεωρεί τον DSA ως το «χειρότερο όπλο» της Ευρώπης κατά της αμερικανικής τεχνολογικής υπεροχής. Ενώ η ΕΕ τον παρουσιάζει ως ασπίδα κατά της παραπληροφόρησης, η κυβέρνηση Τραμπ τον αντιλαμβάνεται ως έναν μηχανισμό επιβολής «ψηφιακής λογοκρισίας».

Στο οπλοστάσιό της έχει την επιστολή που έστειλε τον Αύγουστο του 2024 ο Μπρετόν στον Έλον Μασκ και φυσικά όλη την επιχειρηματολογία που αναφέρει εκεί

Τα τρία σημεία-φωτιά του DSA:

  • Ευθύνη Περιεχομένου: Οι πλατφόρμες (X, Meta, Google) υποχρεούνται να αφαιρούν «παράνομο περιεχόμενο» και ρητορική μίσους, με κίνδυνο τεράστιων προστίμων. Οι ΗΠΑ θεωρούν ότι ο ορισμός του «μίσους» είναι υποκειμενικός και καταπνίγει την ελευθερία έκφρασης.

  • Αλγοριθμική Διαφάνεια: Ο νόμος απαιτεί από τις εταιρείες να αποκαλύπτουν πώς λειτουργούν οι αλγόριθμοί τους. Η Ουάσινγκτον το βλέπει αυτό ως «βιομηχανική κατασκοπεία» που υπονομεύει την πνευματική ιδιοκτησία των αμερικανικών κολοσσών.

  • Συστημικοί Κίνδυνοι: Η ΕΕ μπορεί να επιβάλλει αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των εφαρμογών αν κρίνει ότι επηρεάζουν τη δημόσια υγεία ή τις εκλογές, κάτι που οι ΗΠΑ εκλαμβάνουν ως ευθεία πολιτική παρέμβαση.

Η χρήση της απαγόρευσης βίζας ως μέσο πίεσης για ρυθμιστικά θέματα δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο που απειλεί τις εμπορικές ανταλλαγές:

  • Αντίποινα και Προστατευτισμός: Η Ευρώπη ενδέχεται να απαντήσει με αυστηρότερη εφαρμογή των αντιμονοπωλιακών κανόνων ή την επιβολή ψηφιακών φόρων που στοχεύουν αποκλειστικά αμερικανικές εταιρείες.

  • Διαταραχή στις Ροές Δεδομένων: Η εμπιστοσύνη στις συμφωνίες μεταφοράς δεδομένων (Data Privacy Framework) κλονίζεται. Αν η ΕΕ κρίνει ότι οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν τη νομοθεσία για να εκβιάσουν ρυθμιστικές αρχές, μπορεί να αναστείλει τη συνεργασία, προκαλώντας χάος στις πολυεθνικές.

  • Επενδυτική Αβεβαιότητα: Οι αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας βρίσκονται ανάμεσα σε δύο πυρά. Από τη μία, ο Λευκός Οίκος τις πιέζει να μην συμμορφώνονται με την ΕΕ, και από την άλλη, οι Βρυξέλλες απειλούν με πρόστιμα που φτάνουν το 6% του παγκόσμιου τζίρου τους.

Αν αυτή η ρήξη βαθύνει, η παγκόσμια τεχνολογική αγορά κινδυνεύει να διασπαστεί σε δύο κλειστά μπλοκ, τερματίζοντας την εποχή του ελεύθερου και ενιαίου διαδικτύου.