Δίκη Novartis: Ο Δεστεμπασίδης αποποιείται την άμεση γνώση χρηματισμών – «Δεν είδα ποτέ δωροδοκία, όσα ήξερα μου τα έλεγε ο Φρουζής»

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

 

Με την απολογία του Φιλίστορα Δεστεμπασίδη συνεχίστηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, σε δεύτερο βαθμό, η δίκη των δύο πρώην προστατευόμενων μαρτύρων στην πολύκροτη υπόθεση Novartis.

Ο κατηγορούμενος, γνωστός στο παρελθόν με την κωδική ονομασία «Μάξιμος Σαράφης», έχει καταδικαστεί πρωτοδίκως σε ποινή φυλάκισης 25 μηνών με τριετή αναστολή για ψευδή κατάθεση και ψευδή καταμήνυση, αναφορικά με τις καταθέσεις του περί χρηματισμού πολιτικών προσώπων.

Κατά την απολογία του, ο Φ. Δεστεμπασίδης προχώρησε σε σκληρές περιγραφές για τη λειτουργία της Novartis στην Ελλάδα, χαρακτηρίζοντάς την «κεντρικά διεφθαρμένη εταιρεία» και παρομοιάζοντάς την με «ΟΠΕΚΕΠΕ του φαρμάκου».

Όπως ανέφερε, η χώρα αποτέλεσε προνομιακό πεδίο δράσης για τη φαρμακοβιομηχανία, την οποία χαρακτήρισε «πρωταθλήτρια στη διαφθορά».

Την ίδια στιγμή, όμως, ξεκαθάρισε ότι ο ίδιος δεν υπήρξε ποτέ αυτόπτης μάρτυρας δωροδοκίας πολιτικού προσώπου, υποστηρίζοντας ότι οι πληροφορίες που κατέθεσε στην Εισαγγελία Εγκλημάτων Διαφθοράς βασίζονταν αποκλειστικά σε όσα του είχε αφηγηθεί ο τότε ισχυρός άνδρας της Novartis Ελλάδας, Κωνσταντίνος Φρουζής.

«Ήξερα εκ των έσω ότι επρόκειτο για μια διεφθαρμένη εταιρεία. Υπήρχε μαύρο ταμείο, υπήρχαν σχέδια χρηματισμού πολιτικών στα χρόνια των μνημονίων. Όμως δεν είδα ποτέ κάποιον να παίρνει χρήματα», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο κατηγορούμενος τόνισε ότι οι σύγχρονες πολυεθνικές δεν λειτουργούν με εμφανείς διαδρομές χρημάτων, επισημαίνοντας πως τέτοιου είδους πρακτικές καλύπτονται μέσα από σύνθετα «πρότζεκτ», όπως αυτό που αποκαλείται «Harvard Project».

Σε ό,τι αφορά τις καταθέσεις του για συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα, ο Φ. Δεστεμπασίδης ήταν κατηγορηματικός:

«Πηγή της γνώσης μου ήταν αποκλειστικά ο Κωνσταντίνος Φρουζής. Αυτά που κατέθεσα ήταν όσα εκείνος ισχυριζόταν».

Διευκρίνισε ότι κατέθεσε περί δωροδοκίας μόνο για τους Δημήτρη Αβραμόπουλο, Ανδρέα Λοβέρδο και Μάριο Σαλμά, τονίζοντας πως ποτέ δεν ανέφερε αντίστοιχες καταγγελίες για άλλα πολιτικά πρόσωπα.

«Ο Φρουζής δεν μου είπε ποτέ ότι έχουν δωροδοκηθεί ο Σαμαράς, ο Βενιζέλος, ο Γεωργιάδης, ο Στουρνάρας ή η Νικολούλου. Για αυτούς δεν κατέθεσα κάτι τέτοιο», σημείωσε.

Ο κατηγορούμενος εξήγησε ότι η επαγγελματική του θέση του επέτρεπε να έχει συνολική εικόνα της λειτουργίας της εταιρείας. Όπως είπε, έως το 2014 διετέλεσε υπεύθυνος επικοινωνίας της Novartis Ελλάδας.

«Ήμουν σε προνομιακή θέση. Έπρεπε να γνωρίζω τι συμβαίνει, ακόμη και για αθέμιτες πρακτικές, παρότι δεν συμμετείχα σε αυτές», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η γνώση του ήταν θεσμική και όχι επιχειρησιακή.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε ο διάλογος που ακολούθησε με την πρόεδρο του δικαστηρίου σχετικά με το εάν δέχθηκε πιέσεις κατά την περίοδο των καταθέσεών του.

Πρόεδρος:
«Νιώσατε κάποια πίεση όταν καταθέτατε;»

Κατηγορούμενος:
«Όχι. Η επικοινωνία με την Εισαγγελία Διαφθοράς ήταν θεσμική. Με κάλεσε η γραμματέας τον Νοέμβριο του 2016, πήγα και κάναμε μια απολύτως φυσιολογική συζήτηση».

Πρόεδρος:
«Σας πίεσε κάποιος εισαγγελέας ή πολιτικός παράγοντας;»

Κατηγορούμενος:
«Όχι. Δεν υπήρξε καμία ευθεία πίεση. Οι καταθέσεις ήταν μακροσκελείς, πολλές φορές γίνονταν βράδυ, πρώτα στα γραφεία της Εισαγγελίας και μετά στη ΓΑΔΑ. Γι’ αυτό κράτησαν τόσο πολύ».

Ωστόσο, παραδέχθηκε ότι δέχθηκε έμμεσες προειδοποιήσεις από δημοσιογραφικούς και επιχειρηματικούς κύκλους.

«Δημοσιογράφοι και αρχισυντάκτες μου έλεγαν ότι μπαίνω σε “σκοτεινά τούνελ”. Κάποιοι προσπάθησαν να μου περάσουν μηνύματα, αλλά απειλή από εισαγγελέα ή κυβέρνηση δεν υπήρξε», είπε.

Ο Φ. Δεστεμπασίδης υποστήριξε ότι κατέθεσε με κίνητρο το δημόσιο συμφέρον, σημειώνοντας πως η Novartis ελεγχόταν διεθνώς σε εννέα χώρες και ότι θεώρησε ηθικό του καθήκον να μιλήσει και στην Ελλάδα.

«Όταν δεν ήξερα, έλεγα “δεν ξέρω”. Όταν μετέφερα κάτι που μου έλεγε ο Φρουζής, το ξεκαθάριζα. Δεν πίστευα ότι θα βρεθώ στο επίκεντρο. Νόμιζα ότι θα υπάρχουν δεκάδες άλλοι μάρτυρες», ανέφερε, για να προσθέσει με νόημα:

«Σήμερα, υπό τις ίδιες συνθήκες, δύσκολα θα έπαιρνα ξανά την ίδια απόφαση».

Η δίκη συνεχίζεται, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς την τελική αποτίμηση των καταθέσεων και της αξιοπιστίας των πρώην προστατευόμενων μαρτύρων σε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες υποθέσεις της πρόσφατης πολιτικοδικαστικής ιστορίας.