Δικαστικό «φρένο» στην προσφυγή Τραμπ: Το ερώτημα για τη νομιμότητα της μήνυσης κατά του κράτους από εν ενεργεία Πρόεδρο

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η δικαστής Κάθλιν Γουίλιαμς έθεσε υπό αμφισβήτηση τη συνταγματικότητα της δικαστικής μάχης που έχει ξεκινήσει ο Ντόναλντ Τραμπ, στρεφόμενος κατά της αμερικανικής εφορίας (IRS). Σε μια κίνηση που φέρνει στο προσκήνιο τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας, η δικαστής διέταξε τους εμπλεκόμενους δικηγόρους να παρουσιαστούν ενώπιον του δικαστηρίου, προκειμένου να συζητηθεί αν ένας εν ενεργεία Πρόεδρος έχει το συνταγματικό δικαίωμα να προσφεύγει νομικά εναντίον της ομοσπονδιακής κυβέρνησης που ο ίδιος διοικεί.

Το κεντρικό πρόβλημα που επισήμανε η κ. Γουίλιαμς είναι ο θεσμικός παραλογισμός που προκύπτει από την εν λόγω αγωγή. Παρά το γεγονός ότι ο κ. Τραμπ δηλώνει πως κινείται ως ιδιώτης και όχι με την προεδρική του ιδιότητα, παραμένει ο επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας. Κατά συνέπεια, η δικαστής υπογραμμίζει το γεγονός ότι οι αντίδικοί του –δηλαδή το υπουργείο Οικονομικών και η εφορία– αποτελούν οντότητες των οποίων οι αποφάσεις τελούν υπό την εξουσία και τον έλεγχο του ιδίου του ενάγοντος.

Η υπόθεση αφορά μια αγωγή που κατατέθηκε τον Ιανουάριο, μέσω της οποίας ο Αμερικανός Πρόεδρος, μαζί με τους γιους του και την επιχείρησή του, διεκδικεί 10 δισεκατομμύρια δολάρια ως αποζημίωση. Ο ισχυρισμός της πλευράς Τραμπ είναι ότι η εφορία απέτυχε να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προστασίας της ιδιωτικής του ζωής, επιτρέποντας σε έναν εξωτερικό συνεργάτη, τον Τσαρλς Λίτλτζον, να διαρρεύσει τις φορολογικές του δηλώσεις στα Μέσα Ενημέρωσης. Σημειώνεται πως ο Λίτλτζον έχει ήδη καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης πέντε ετών τον Ιανουάριο του 2024 για αυτές τις ενέργειες.

Η νομική αυτή διαμάχη αναζωπυρώνει τη συζήτηση για τα οικονομικά στοιχεία του Τραμπ, ο οποίος κατά την πρώτη του θητεία είχε σπάσει τη μακροχρόνια παράδοση, αρνούμενος να δημοσιοποιήσει τις φορολογικές του δηλώσεις ως υποψήφιος. Η αδιαφάνεια αυτή είχε προκαλέσει πλήθος εικασιών, με αποκορύφωμα το δημοσίευμα των «New York Times» τον Σεπτέμβριο του 2020. Σύμφωνα με την έρευνα εκείνη, ο μεγιστάνας είχε καταβάλει το 2016 και το 2017 το ευτελές ποσό των 750 δολαρίων σε φόρους, επικαλούμενος τεράστιες ζημιές στις εταιρείες του, ενώ για μία δεκαετία μέσα στην τελευταία πενταετία δεν είχε πληρώσει ούτε ένα δολάριο σε ομοσπονδιακό φόρο εισοδήματος.