Διευθυντές Γυμνασίων και Λυκείων καταγγέλλουν πολιτική επιλογή που διαλύει τα σχολεία

Σε οριακό σημείο έχει φτάσει η λειτουργία δεκάδων σχολικών μονάδων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης μετά την κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών σε δήμους με λιγότερες από 100 σχολικές μονάδες, καταγγέλλει με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα η Πανελλήνια Ένωση Διευθυντών Σχολικών Μονάδων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, αποδίδοντας ευθέως ευθύνες στην Πολιτεία και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Η Ένωση κάνει λόγο για μια πρόχειρη και ατεκμηρίωτη θεσμική παρέμβαση, η οποία εφαρμόστηκε χωρίς στοιχειώδη σχεδιασμό, χωρίς διασφαλισμένους οικονομικούς πόρους και χωρίς μηχανισμούς ελέγχου και λογοδοσίας. Το αποτέλεσμα, όπως επισημαίνεται, είναι τα σχολεία να αδυνατούν να καλύψουν βασικές λειτουργικές ανάγκες, ενώ οι διευθυντές καλούνται να διαχειριστούν ένα καθεστώς πλήρους οικονομικής αβεβαιότητας.

Σύμφωνα με την Ένωση, η ευθύνη για την ελλιπή και καθυστερημένη χρηματοδότηση των σχολικών μονάδων βαραίνει αποκλειστικά το κράτος και τους δήμους, οι οποίοι, αντί να στηρίξουν τη δημόσια εκπαίδευση, μετακυλίουν τις συνέπειες μιας αποτυχημένης πολιτικής επιλογής στις πλάτες των σχολείων και των διοικήσεών τους.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό χαρακτηρίζεται το ενδεχόμενο γενίκευσης του μέτρου σε όλους τους δήμους της χώρας. Όπως προειδοποιεί η Ένωση, η καθολική εφαρμογή του ίδιου χρηματοδοτικού μοντέλου θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σε πανελλαδική αποδιοργάνωση της σχολικής λειτουργίας, με άμεσες επιπτώσεις στην εκπαιδευτική διαδικασία και στην ασφάλεια των σχολικών μονάδων.

Παράλληλα, καταγγέλλεται η παντελής έλλειψη διαφάνειας στη διαχείριση των κονδυλίων, καθώς και η απουσία υποχρεωτικού, αναλυτικού οικονομικού απολογισμού από τους δήμους, γεγονός που ενισχύει την αδιαφάνεια και ακυρώνει κάθε έννοια χρηστής διοίκησης.

Η Πανελλήνια Ένωση Διευθυντών Σχολικών Μονάδων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί τη σημερινή κατάσταση ως «κανονικότητα» και προαναγγέλλει παρεμβάσεις και συγκεκριμένες προτάσεις προς τα αρμόδια όργανα, απαιτώντας άμεση πολιτική παρέμβαση, επανασχεδιασμό του θεσμικού πλαισίου και πλήρη διασφάλιση επαρκούς, έγκαιρης και απολύτως ελεγχόμενης χρηματοδότησης των σχολείων.