«Δεν θα ξαναδώ το παιδί μου» – Συγκλονίζει η μητέρα της Κυριακής Γρίβα – Έφερε φωτογραφίες στο δικαστήριο

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Με έντονη συγκινησιακή φόρτιση και λόγια που ράγισαν καρδιές, κατέθεσε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο η Δέσποινα Καλέα, μητέρα της Κυριακής Γρίβα, που δολοφονήθηκε άγρια έξω από το Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων, την 1η Απριλίου. Η κατάθεσή της ήρθε ως συνέχεια της πολύκροτης δίκης, η οποία έχει συγκλονίσει την κοινή γνώμη.

«Είμαι η μητέρα της Κυριακής, που δολοφονήθηκε από τον πρώην σύντροφό της στο αστυνομικό τμήμα. Έτσι συστήνομαι από τότε» είπε, ανοίγοντας την αγόρευσή της. Κατά τη διάρκεια της κατάθεσης προσκόμισε στο δικαστήριο φωτογραφίες από οικογενειακές στιγμές, μεταξύ των οποίων και μία με το μνήμα της κόρης της, την οποία έδωσε στον κατηγορούμενο για να την κρατήσει στα χέρια του. «Αυτός είναι ο τόπος που μπορώ να αγκαλιάζω το παιδί μου. Εσείς θα δείτε τα παιδιά σας, εγώ όχι», είπε κοιτώντας τους ενόρκους και τον κατηγορούμενο, που κρατούσε το κεφάλι σκυμμένο.

Η κυρία Καλέα αφηγήθηκε πως ενημερώθηκε για τον θάνατο της κόρης της μέσα από την τηλεόραση. «Μόλις είχα επιστρέψει από το σχολείο. Άνοιξα την τηλεόραση και είδα μια είδηση για έγκλημα. Δεν είχαν πει ονόματα. Με πήρε ο πρώην σύζυγός μου και μου είπε ‘είδες τι έγινε;’. Κατάλαβα. Έπεσα κάτω», περιέγραψε χαρακτηριστικά.

Κατά την εξέτασή της από την έδρα, περιέγραψε ότι η Κυριακή είχε αποφασίσει να απομακρυνθεί από τον κατηγορούμενο. «Μου είχε πει: δεν αντέχω άλλο, θέλω να πατήσω στα πόδια μου, να ξεφύγω. Της είχα πει κι εγώ να τελειώσει αυτή η κατάσταση».

Απαντώντας στην επισήμανση της προέδρου πως ο κατηγορούμενος φαίνεται «συμπαθητικός», η μάρτυρας αντέδρασε: «Αυτό που βλέπετε δεν είναι η αλήθεια. Πολλές φορές χαμογελάμε σε φωτογραφίες, ενώ η ψυχή μας είναι μαύρη. Αυτός ήταν βίαιος και χειριστικός».

Η μάρτυρας κατέθεσε ότι η κακοποίηση ξεκίνησε νωρίς. «Στην αρχή της σχέσης τους, όταν ένας φίλος τη χαιρέτησε στον δρόμο, της είπε “είσαι μόνο δική μου”. Της έδωσε δύο χαστούκια. Αυτό συνέβαινε τουλάχιστον μία με δύο φορές τον μήνα. Έπινε, ήταν αλλοπρόσαλλος, τη χτυπούσε». Κατέθεσε επίσης ότι εργαζόταν μόνο η Κυριακή, ενώ ο κατηγορούμενος επιδίωκε να ζήσει με επιδόματα και προσπαθούσε να εξασφαλίσει αναπηρικό επίδομα λόγω δήθεν ψυχιατρικής πάθησης.

Σε ερώτηση για το αν έκανε χρήση ουσιών, η μητέρα απάντησε ότι έκανε υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και συχνά γινόταν επιθετικός. «Κάθε φορά μετά από ξυλοδαρμό, ακολουθούσαν δώρα, λαγουδάκια, παρακάλια, συγγνώμες», τόνισε η κυρία Καλέα.

Σε συναισθηματικά φορτισμένη αποστροφή της κατέληξε: «Δεν γνωρίσατε το νινί μου. Εύχομαι να καεί στην κόλαση, αμαρτία που το λέω. Το παιδί μου είναι στον Παράδεισο και περιμένει. Θέλω να γίνει η φωνή της, να αποδοθεί δικαιοσύνη».

Αντιπαράθεση με την πρόεδρο

Ένταση επικράτησε όταν η πρόεδρος του δικαστηρίου ανέφερε πως «το κράτος δεν μπορεί να προστατεύσει αυτόν που δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη». Ο συνήγορος της οικογένειας διαμαρτυρήθηκε έντονα, ζητώντας να ανακαλέσει: «Αθωώνετε τους αστυνομικούς; Αυτή η δήλωση είναι απαράδεκτη!».

Η πρόεδρος απάντησε πως γνωρίζει καλά το νομικό πλαίσιο και έχει εμπειρία σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, ωστόσο η αντιπαράθεση συνεχίστηκε με τον συνήγορο να δηλώνει: «Είναι ντροπιαστικό. Θα τα πούμε στην επιθεώρηση».

Η ακροαματική διαδικασία αναμένεται να συνεχιστεί με νέες μαρτυρικές καταθέσεις και περαιτέρω αποδεικτικό υλικό για μία υπόθεση που συγκλονίζει την κοινωνία και φέρνει εκ νέου στο προσκήνιο την αδυναμία των θεσμών να προστατεύσουν θύματα έμφυλης βίας.