DATA CENTER: ΤΟ «ΣΥΝΝΕΦΟ» ΠΟΥ ΔΙΨΑΣΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΤΟ ΕΙΔΕ ΕΡΧΕΤΑΙ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Όταν ακούμε τη λέξη «cloud», φανταζόμαστε κάτι άυλο. Ψηφιακά αρχεία που επιπλέουν κάπου, αόρατα, χωρίς βάρος, χωρίς αποτύπωμα. Η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική.

Ένα data center είναι ένα τεράστιο βιομηχανικό κτίριο, με πάχος τοίχων που θυμίζει εργοστάσιο, με χιλιάδες server racks που παράγουν θερμότητα όλο το εικοσιτετράωρο, και με συστήματα ψύξης που καταναλώνουν ρεύμα και νερό σε ποσότητες αντίστοιχες με ολόκληρες πόλεις. Όταν λέμε «100 MW», μιλάμε για την κατανάλωση ρεύματος μιας μεσαίου μεγέθους ελληνικής πόλης. Όταν λέμε ότι ένα data center «καταναλώνει εκατομμύρια λίτρα νερού ετησίως», δεν μιλάμε για κάποια αφηρημένη στατιστική, μιλάμε για νερό που θα μπορούσε να ποτίσει χωράφια, να γεμίσει δεξαμενές, να καλύψει ανάγκες νοικοκυριών.

Αυτή η βαριά βιομηχανία έρχεται στην Ελλάδα, και έρχεται με ταχύτητα. Τον Φεβρουάριο του 2025, ο τότε υφυπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης Κωνσταντίνος Κυρανάκης, προανήγγειλε στο 14ο Athens Energy Summit την ανάπτυξη συνολικά 18 data centers στη χώρα έως το 2030, κυρίως στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη, με μία μονάδα προγραμματισμένη για τη Δυτική Μακεδονία, μία για τη Θεσσαλία και μία για την Κρήτη. Ενώ η Ευρώπη, βλέποντας τι σημαίνει αυτή η επέκταση για το ενεργειακό και υδάτινο ισοζύγιο, βάζει φρένα. Η Ελλάδα, αντίθετα, στρώνει κόκκινο χαλί.

«Οι εγκαταστάσεις υπολογιστικού νέφους απαιτούν εκτάσεις πολλών στρεμμάτων και γιγαντιαία συστήματα ψύξης στην οροφή, αλλάζοντας ριζικά το τοπικό τοπίο.»

Δύο διαφορετικοί κόσμοι: το κράτος νοικιάζει, οι κολοσσοί χτίζουν

Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος του θέματος, πρέπει πρώτα να ξεχωρίσει δύο εντελώς διαφορετικές πραγματικότητες που κρύβονται κάτω από τον όρο «ψηφιακή υποδομή». Το ελληνικό κράτος, μέσα από το G-Cloud και κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης, νοικιάζει λογισμικό και υπολογιστική ισχύ από μεγάλους παρόχους. Επενδύσεις σε υπηρεσίες, όχι σε τσιμέντο.

Οι hyperscalers χτίζουν κάτι τελείως διαφορετικό. Οι hyperscalers είναι οι μεγάλοι παγκόσμιοι πάροχοι cloud, εταιρείες όπως η Microsoft, η Google ή η Amazon, που χτίζουν δικά τους τεράστια data centers σε όλον τον κόσμο για να εξυπηρετήσουν τις δικές τους υπηρεσίες και πελάτες. Η Digital Realty λειτουργεί ήδη το Athens 3 με ισχύ 9 MW και ετοιμάζει το Athens 4 και το Heraklion 1 στην Κρήτη, με επενδύσεις 120 εκατομμυρίων ευρώ. Στα Σπάτα, η DAMAC και η ΔΕΗ έχουν ανακοινώσει δικό τους κέντρο δεδομένων 150 εκατομμυρίων ευρώ, με προοπτική επέκτασης στα 25 MW. Στην ίδια περιοχή τρέχει και το «Project Olive», 300 εκατομμύρια ευρώ. Και η Microsoft έχει ήδη ανοίξει εργοτάξιο στα Σπάτα για 20 MW, με στόχο λειτουργία το 2028.

Η διαφορά μεγέθους είναι το ζητούμενο. Οι ιδιωτικές επενδύσεις των hyperscalers ξεπερνούν κατά πολύ τις ανάγκες της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Αυτό που χτίζεται δεν εξυπηρετεί πρωτίστως το ελληνικό κράτος, εξυπηρετεί ένα παγκόσμιο δίκτυο υποδομών, με την Ελλάδα ως έναν ακόμη κόμβο σε αυτό.

Ποιος χτίζει τι και ποιος πληρώνει το ρεύμα

Πίσω από τους όρους «hyperscaler» και «επένδυση» κρύβονται συγκεκριμένα εργοτάξια, με συγκεκριμένους αναδόχους. Η METLEN, μέσω της θυγατρικής της M Power Projects, παρέδωσε ως κύριος ανάδοχος το μεγαλύτερο data center στην Ελλάδα, το Athens-3 (ATH3), στο Κορωπί Αττικής, για λογαριασμό της Digital Realty. Παράλληλα, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, σε συνεργασία με την ιταλική Renco, ανέλαβε την κατασκευή των data centers της Microsoft στην Αττική, ενός έργου συνολικού προϋπολογισμού ενός δισεκατομμυρίου ευρώ.

Με άλλα λόγια, τα ίδια ονόματα που κυριαρχούν στα μεγάλα δημόσια έργα οδικών αξόνων, ενεργειακών υποδομών και ΑΠΕ στην Ελλάδα, εμφανίζονται τώρα ως οι βασικοί κατασκευαστικοί βραχίονες της νέας γενιάς data centers. Αυτό δεν είναι παράνομο, ούτε κρυφό, είναι δημόσια ανακοινωμένο. Το ερώτημα δεν είναι ποιος χτίζει, αλλά ποιος κερδίζει και ποιος πληρώνει το ρίσκο, όταν ο νόμος δεν προβλέπει τίποτα για το κόστος που μένει στην κοινωνία. Ούτος ή άλλος ότι οι εταιρείες πάντα τηρούν τους νόμους και τους ενδιαφέρει το κέρδος αυτός άλλωστε είναι και ο σκοπός μιας επιχείρησης.

Η κατασκευή ενός data center είναι ένα συμβόλαιο εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, με σαφή οικονομικό ωφελούμενο, τον κατασκευαστικό όμιλο που το υλοποιεί και τον πάροχο cloud που το λειτουργεί. Το ίδιο, όμως, δεν ισχύει για το ενεργειακό και υδάτινο αποτύπωμα που μένει πίσω. Αυτό δεν αποτελεί μέρος κανενός συμβολαίου. Δεν έχει τιμή, δεν αποζημιώνεται, δεν επιστρέφει.

Η Ελλάδα δεν παίρνει μερίδιο από αυτή την παγκόσμια ψηφιακή υποδομή με όρους που να αντισταθμίζουν το κόστος. Δεν αποκτά δικά της data centers σε αυτή την κλίμακα, δεν εξάγει υπολογιστική ισχύ, δεν διαπραγματεύεται όρους ανταποδοτικότητας. Λειτουργεί ως τόπος φιλοξενίας, παρέχοντας έδαφος, νερό και ρεύμα, ενώ το αντίστοιχο οικονομικό όφελος, η κατασκευή, η λειτουργία, τα κέρδη του cloud provider, κατανέμεται αλλού ή σε λίγους εγχώριους παίκτες του κατασκευαστικού κλάδου.

Σε αυτό το σκηνικό, η Ελλάδα δίνει το νερό και το ρεύμα της σε μια βιομηχανία παγκόσμιας εμβέλειας, και δεν έχει διαπραγματευτεί τίποτα σε αντάλλαγμα.

Ο περιβαλλοντικός λογαριασμός που πληρώνει ο πολίτης

Το νερό που δεν φτάνει

Η ψύξη ενός data center απαιτεί τεράστιες ποσότητες νερού. Τα συστήματα ψύξης λειτουργούν μέσω εξάτμισης ή κυκλοφορίας νερού, και ανάλογα με το μέγεθος της εγκατάστασης, η ετήσια κατανάλωση μπορεί να φτάσει σε εκατομμύρια λίτρα.

Τίθεται λοιπόν ένα απλό ερώτημα. Σε περιοχές όπως τα Σπάτα ή η Λάρισα, όπου η ελλειπτική διαχείριση υδάτινων πόρων και η λειψυδρία αποτελούν ήδη χρόνιο πρόβλημα για τη γεωργία, πώς δικαιολογείται η βιομηχανική άντληση νερού για την ψύξη server; Ο αγρότης που βλέπει τη γεώτρησή του να στερεύει και ο κάτοικος που αντιμετωπίζει περιορισμούς στην ύδρευση το καλοκαίρι, καλούνται να μοιραστούν τον ίδιο υδροφόρο ορίζοντα με εγκαταστάσεις που καταναλώνουν νερό σε βιομηχανική κλίμακα, χωρίς καμία ανάλογη υποχρέωση ανταποδοτικότητας ή περιορισμού.

Ο «κανιβαλισμός» της πράσινης ενέργειας

Υπάρχει ένα φαινόμενο που λίγοι αντιλαμβάνονται, αλλά αγγίζει άμεσα την τσέπη κάθε καταναλωτή ρεύματος. Όταν μεγάλες εγκαταστάσεις δεσμεύουν συμβάσεις προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα, αυτή η «πράσινη» και σχετικά φθηνή ενέργεια απορροφάται πρώτα από αυτές. Ο υπόλοιπος καταναλωτής, ο απλός πολίτης στο σπίτι του, αναγκάζεται να καλύψει τις ανάγκες του από το ακριβότερο μέρος του ενεργειακού μείγματος, που συχνά είναι το φυσικό αέριο.

Αυτό σημαίνει στην πράξη ότι, ενώ η χώρα παράγει όλο και περισσότερη πράσινη ενέργεια, ο μέσος καταναλωτής δεν βλέπει αναγκαστικά μείωση στον λογαριασμό του, επειδή το «πράσινο» κομμάτι έχει ήδη δεσμευτεί αλλού. Δεν εμφανίζεται ως ξεχωριστή γραμμή στον λογαριασμό, αλλά επηρεάζει το τελικό κόστος της κιλοβατώρας.

Τσιμέντο, θερμότητα και ο βόμβος που δεν σταματά

Κάθε data center σημαίνει σφράγιση εδάφους σε έκταση πολλών στρεμμάτων, και η έκταση του οικοπέδου της Microsoft στα Σπάτα μόνο φτάνει τα 85 στρέμματα. Το έδαφος αυτό χάνει την ικανότητά του να απορροφά νερό βροχής, να «αναπνέει», να συμβάλλει στη ρύθμιση της τοπικής θερμοκρασίας. Οι μεγάλες επιφάνειες τσιμέντου και μετάλλου λειτουργούν ως θερμικές νησίδες, αυξάνοντας τη θερμοκρασία της γύρω περιοχής.

Παράλληλα, τα συστήματα ψύξης λειτουργούν 24 ώρες το 24ωρο, 365 μέρες τον χρόνο, παράγοντας έναν συνεχή, χαμηλής συχνότητας βόμβο. Για τους κατοίκους που βρίσκονται σε κοντινή απόσταση, αυτό μεταφράζεται σε διαρκή ηχορύπανση, ένα φαινόμενο που σε άλλες χώρες έχει ήδη οδηγήσει σε καταγγελίες και νομικές διαμάχες.

Η νομοθετική «λευκή επιταγή» που υπέγραψε το ελληνικό κράτος

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος, και είναι καθαρά νομοθετικό. Με τον Νόμο 5069/2023 (ΦΕΚ Α’ 193/28.11.2023), το ελληνικό κράτος καθόρισε τους όρους δόμησης και κατασκευής για τα κέντρα δεδομένων, και τους έκανε πιο χαλαρούς από κάθε άλλη βιομηχανική χρήση.

«Απόσπασμα του Ν. 5069/2023: τα άρθρα 6 και 7 επιτρέπουν στα κέντρα δεδομένων κατασκευές πάνω από το επιτρεπόμενο ύψος και υπόγειους ορόφους εκτός συντελεστή δόμησης, χωρίς όρους φυσικού φωτισμού και αερισμού.»

Ο νόμος προβλέπει δύο βασικές εξαιρέσεις. Η πρώτη αφορά το ύψος. Τα ψυκτικά συστήματα ενός data center, αυτά που χρειάζεται για να μη «καίγεται» από τη δική του θερμότητα, μπορούν να χτιστούν πάνω από το μέγιστο ύψος που επιτρέπεται για κάθε άλλο κτίριο στην ίδια περιοχή, χωρίς να προσμετρώνται καθόλου στο ύψος του κτιρίου.

Η δεύτερη αφορά τον υπόγειο χώρο. Ένας ολόκληρος υπόγειος όροφος, ίσος σε επιφάνεια με το ισόγειο, μπορεί να λειτουργεί ως κανονικός χώρος εργασίας ή εξοπλισμού, χωρίς να υπολογίζεται στον συντελεστή δόμησης του κτιρίου, και χωρίς να χρειάζεται να πληρούνται οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις φυσικού φωτισμού και αερισμού που ισχύουν για κάθε άλλο κτίριο στη χώρα.

Με απλά λόγια, ένα data center μπορεί να είναι ψηλότερο και να έχει περισσότερο εσωτερικό χώρο από όσο επιτρέπεται σε οποιοδήποτε άλλο κτίριο στο ίδιο οικόπεδο, χτίζοντας προς τα πάνω χωρίς όριο ύψους και προς τα κάτω χωρίς όριο επιφάνειας.

Στον αντίποδα αυτών των διευκολύνσεων, ο νόμος δεν προβλέπει καμία αντίστοιχη υποχρέωση προς τα έξω. Καμία ρήτρα για ανακύκλωση της θερμότητας που παράγουν αυτές οι εγκαταστάσεις, καμία δέσμευση για περιορισμό της κατανάλωσης νερού, καμία προϋπόθεση σύνδεσης με το τοπικό ενεργειακό ή υδάτινο ισοζύγιο. Ο νομοθέτης άνοιξε την πόρτα διάπλατα προς τα πάνω και προς τα κάτω, χωρίς όρους.

Η σύγκριση με την Ευρώπη

Η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι αποκαλυπτική.

  • Γερμανία: Ο νόμος EnEfG του 2023 επιβάλλει στα data centers υποχρεωτική ανακύκλωση τουλάχιστον του 20% της παραγόμενης θερμότητας, η οποία πρέπει να διοχετεύεται σε δίκτυα τηλεθέρμανσης για χρήση από νοικοκυριά.
  • Ιρλανδία: Λόγω κορεσμού του ηλεκτρικού δικτύου, έχουν επιβληθεί μορατόριουμ σε νέες αδειοδοτήσεις data centers σε περιοχές γύρω από το Δουβλίνο, όπου το δίκτυο φτάνει ήδη σε σημείο κορεσμού λόγω της πυκνότητας υφιστάμενων εγκαταστάσεων.
  • Ολλανδία: Από το 2022, η περιφέρεια Flevoland και η ευρύτερη περιοχή του Άμστερνταμ έχουν θέσει σε ισχύ μορατόριουμ ή αυστηρούς όρους για νέα μεγάλα data centers, λόγω κορεσμού του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας και πίεσης στη διαθέσιμη γη. Το ολλανδικό μοντέλο συνδυάζει χωροταξικό σχεδιασμό με κριτήρια αξιολόγησης της κοινωνικής αξίας μιας επένδυσης πριν τη χορήγηση άδειας.
«Environmental dumping (περιβαλλοντικό ξεπούλημα): όταν μια χώρα προσφέρει χαλαρότερους περιβαλλοντικούς όρους για να προσελκύσει επενδύσεις που αλλού θα κόστιζαν πολύ περισσότερο, μετατρέποντας το έδαφός της σε τόπο εκφόρτωσης του περιβαλλοντικού κόστους που άλλες χώρες αρνούνται να επιβαρυνθούν.»

Τέσσερις χώρες, τέσσερις τελείως διαφορετικές φιλοσοφίες. Τρεις από αυτές επέλεξαν να προστατεύσουν τους πολίτες τους από την πίεση που δημιουργεί αυτή η νέα βιομηχανία, είτε μέσω υποχρεώσεων ανακύκλωσης θερμότητας, είτε μέσω ορίων στις νέες συνδέσεις. Η Ελλάδα, σε αντίθεση με όλες, επέλεξε να μην βάλει κανέναν όρο, και επιπλέον άνοιξε νέο χώρο δόμησης πάνω και κάτω από κάθε προηγούμενο όριο.

Η ταχύτητα ως στρατηγική: γιατί το fast track δεν είναι τυχαίο

Το ευρωπαϊκό περιβάλλον γύρω από τα data centers αλλάζει ραγδαία. Η Γερμανία επέβαλε υποχρεωτική ανακύκλωση θερμότητας. Η Ιρλανδία και η Ολλανδία πάγωσαν νέες αδειοδοτήσεις λόγω κορεσμού δικτύου. Το παράθυρο για «εύκολες» εγκαταστάσεις, χωρίς περιβαλλοντικούς όρους, κλείνει σταδιακά σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Ν. 5069/2023 δεν είναι απλώς ένας νόμος που «τυχαίνει» να είναι ευνοϊκός. Είναι ένας νόμος που έρχεται τη στιγμή που το ευρωπαϊκό παράθυρο κλείνει, και ανοίγει για την Ελλάδα ένα δικό της, εθνικό παράθυρο, με fast track αδειοδοτήσεις, καμία υποχρέωση ανακύκλωσης θερμότητας, καμία πρόβλεψη μορατόριουμ λόγω κορεσμού δικτύου.

«Απόσπασμα του Άρθρου 324 του Ν. 5069/2023: το κέντρο δεδομένων δεν χρειάζεται προηγούμενη έγκριση, ο φορέας απλά γνωστοποιεί τη λειτουργία και μπορεί να ξεκινήσει αμέσως.»

Το αποτέλεσμα είναι ότι οι συμβάσεις προλαβαίνουν να υπογραφούν, τα εργοτάξια προλαβαίνουν να ανοίξουν, και οι όροι κλειδώνουν, πριν τυχόν αυστηροποιηθεί το πλαίσιο. Όποιος προλάβει να χτίσει μέσα σε αυτό το παράθυρο, λειτουργεί υπό τους πιο χαλαρούς όρους που θα υπάρξουν ποτέ. Όσοι έρθουν μετά, ίσως βρεθούν μπροστά σε περιορισμούς που σήμερα απουσιάζουν παντελώς.

Αυτή η «προτεραιότητα στην ταχύτητα» δεν είναι ουδέτερη επιλογή. Είναι μια επιλογή που ωφελεί όσους είναι ήδη έτοιμοι να υπογράψουν, κατασκευαστικούς ομίλους με ώριμα έργα στα συρτάρια, παρόχους cloud με ήδη αποφασισμένες επενδύσεις, και αφήνει εκτεθειμένη την τοπική κοινωνία, που δεν έχει καμία αντίστοιχη ταχύτητα στη δική της διαπραγμάτευση. Ούτε μελέτη φέρουσας ικανότητας, ούτε ρήτρες ανταποδοτικότητας, ούτε χρονοδιάγραμμα για το πότε θα αποκατασταθεί η ισορροπία νερού και ρεύματος που θα διαταραχθεί.

Βαρύ το τίμημα για λίγες θέσεις εργασίας

Η κυβέρνηση μιλάει για χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας και δισεκατομμύρια σε επενδύσεις. Η πραγματικότητα είναι περίπου 1.000 θέσεις μέσα στα επόμενα τρία χρόνια, πολύ μικρό νούμερο σε σχέση με το μέγεθος των εξαγγελιών και της επένδυσης. Δεν είναι τυχαίο, ένα data center δεν έχει γραμμές παραγωγής, λειτουργεί αυτοματοποιημένα με ελάχιστο προσωπικό. Οι περισσότερες θέσεις είναι της κατασκευαστικής φάσης, και είναι προσωρινές.

Κανένα νούμερο δεν ανακοινώνεται για το νερό που θα χρειαστεί, για το ρεύμα που θα δεσμευτεί, για τη θερμοκρασία που θα ανέβει στα Σπάτα, τη Λάρισα, την Κοζάνη. Το αφήγημα των «νέων θέσεων εργασίας» παρουσιάζεται ως η μόνη πλευρά της εξίσωσης, ενώ η στέρηση νερού και η πίεση στο δίκτυο παραμένουν αόρατες.

Αυτό που λείπει είναι μια εθνική μελέτη φέρουσας ικανότητας, πόσα data centers, σε ποιες περιοχές, με ποιες υποδομές νερού και ρεύματος μπορεί να φιλοξενήσει η χώρα. Μέχρι να γίνει αυτή η μελέτη, κάθε νέα άδεια με fast track διαδικασίες είναι ένα βήμα σε δρόμο χωρίς χάρτη.

Ποιοι είχαν την ευθύνη της υπογραφής 

Ο Ν. 5069/2023 φέρει τις υπογραφές 18 υπουργών και αναπληρωτών υπουργών. Υπέγραψαν, μεταξύ άλλων, οι Νικόλαος Παπαθανάσης, Νίκη Κεραμέως, Θεόδωρος Λιβάνιος, Κυριάκος Πιερρακάκης, Ιωάννης Βρούτσης, Μιχαήλ Χρυσοχοΐδης, Ειρήνη Αγαπηδάκη, Σπυρίδων-Άδωνις Γεωργιάδης, Γεώργιος Φλωρίδης, Στυλιανή Μενδώνη, Ελευθέριος Αυγενάκης, Χρήστος Στυλιανίδης, Βασίλειος Κικίλιας και Κωνσταντίνος Χατζηδάκης. Όλοι τους έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από έναν νόμο που άνοιξε διάπλατα την πόρτα σε μια βιομηχανία με τεράστιο ενεργειακό και υδάτινο αποτύπωμα, χωρίς να υπάρξει ούτε ένας όρος αντιστάθμισης.

«Η τελευταία σελίδα του ΦΕΚ Α’ 193/28.11.2023 με τις υπογραφές των 18 υπουργών και αναπληρωτών υπουργών που θεσμοθέτησαν τον Ν. 5069/2023, τον νόμο που άνοιξε στα κέντρα δεδομένων την πόρτα για κατασκευές πάνω από το επιτρεπόμενο ύψος και υπόγειους ορόφους εκτός συντελεστή δόμησης, χωρίς κανένα αντίστοιχο όρο για νερό, ρεύμα ή θερμότητα.»

Ανάμεσά τους, όμως, υπάρχουν τέσσερις υπογραφές που αντιστοιχούν ακριβώς στις αρμοδιότητες που έλειψαν από τον νόμο.

  • Θεόδωρος Σκυλακάκης, Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας: το υπουργείο που αποφασίζει για περιβαλλοντικούς όρους, αδειοδότηση ΑΠΕ και διαχείριση υδάτινων πόρων. Υπέγραψε τα Άρθρα 6 και 7 χωρίς καμία αντίστοιχη ρήτρα για νερό ή θερμότητα.
  • Δημήτριος Παπαστεργίου, Υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης: το υπουργείο που χαράσσει τη στρατηγική για τα data centers στην Ελλάδα. Υπέγραψε χωρίς να θέσει όρους βιωσιμότητας για τις υποδομές που η ίδια η στρατηγική του προβλέπει.
  • Κωνσταντίνος Σκρέκας, Υπουργός Ανάπτυξης: το υπουργείο που εποπτεύει το καθεστώς γνωστοποίησης, το ίδιο καθεστώς που επιτρέπει σε ένα κέντρο δεδομένων να ξεκινήσει λειτουργία χωρίς προηγούμενη έγκριση.
  • Χρήστος Σταϊκούρας, Υπουργός Υποδομών και Μεταφορών: το υπουργείο που θα κληθεί να διαχειριστεί την πίεση στα δίκτυα ενέργειας και ύδρευσης, όταν αυτή γίνει ορατή.

Οι αρμοδιότητες υπήρχαν, η νομοθετική στιγμή υπήρχε, ο νόμος προχώρησε. Έλειψε μόνο μία γραμμή: τι παίρνει πίσω η τοπική κοινωνία, και αυτή δεν γράφτηκε ποτέ. Το VoiceNews δεν επιρρίπτει ευθύνες ποτέ σε κανέναν επιχειρηματία το κράτος είναι υποχρεωμένο απέναντι στον πολίτη να τον προστατεύσει και να νομοθετεί σωστά ώστε να μπαίνουν οι σωστοί όροι και οι επιχειρήσεις να κερδίζουν αλλά να λειτουργούν προς όφελος του πολίτη.