Χωρίς κλιματισμό — με “κλιμακωτές” δικαιολογίες. Πού; Μα στο Μετρό της Αθήνας

 

Κάποτε λέγαμε “θα μπουν κλιματιστικά”. Μετά έγινε “προβλέπεται”. Έπειτα “μπαίνει σε διαγωνισμό”. Τώρα διαβάζουμε το πιο ειλικρινές σύνθημα που θα μπορούσε να κολληθεί πάνω σε πόρτες συρμών: «Χωρίς κλιματισμό για ακόμη τρία χρόνια».

Όχι ως ντροπή, αλλά ως ενημέρωση. Σαν να ανακοινώνεις ότι σε ένα νοσοκομείο θα λείπει ο αξονικός μέχρι το 2029, ή ότι σε ένα σχολείο θα έχουμε θέρμανση “σε δεύτερη φάση”. Μόνο που εδώ μιλάμε για την πιο βασική προϋπόθεση ανθρώπινης μετακίνησης στην πόλη: να μπορείς να μπεις σε έναν συρμό χωρίς να νιώθεις ότι υπέγραψες συμμετοχή σε τεστ αντοχής.

Και κάπως έτσι, η Αθήνα πετυχαίνει κάτι σπάνιο: να εξελίσσεται τεχνολογικά σε όλα τα άλλα, αλλά να αντιμετωπίζει τον καύσωνα στα βαγόνια με την ίδια φιλοσοφία που αντιμετωπίζουμε τις λακκούβες: “θα το δούμε”. Οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν, οι γραμμές φορτώνουν, οι επιβάτες στριμώχνονται, και το κράτος (με τη γνωστή του στοργή)τους στέλνει στο μετρό σαν να τους κάνει χάρη.

Η εμπειρία θυμίζει παλιό ασανσέρ πολυκατοικίας Αύγουστο μήνα: κλείνουν οι πόρτες και η λογική βγαίνει πρώτη.

Το ωραίο είναι ότι δεν πρόκειται για κάποιο απρόβλεπτο φυσικό φαινόμενο. Δεν ανακαλύψαμε ξαφνικά ότι το καλοκαίρι στην Αθήνα κάνει ζέστη. Δεν είναι ένα “black swan” της κλιματικής κρίσης. Είναι το πιο προβλέψιμο πράγμα μετά την κίνηση στην Κηφισίας: θα έρθει Ιούλιος και οι άνθρωποι θα χρειάζονται αέρα. Και όμως, η επίσημη λύση συνεχίζει να είναι ένα μίγμα από χρονοδιαγράμματα, διαγωνισμούς που “αναμένονται”, φάσεις έργων, και τη μόνιμη υπόσχεση ότι το αυτονόητο είναι πάντα τρία χρόνια μακριά.

Στο μεταξύ, η πραγματικότητα είναι απλή: ο πολίτης πληρώνει εισιτήριο για μια υπηρεσία που, σε συγκεκριμένους συρμούς και ώρες, μοιάζει με “μετακίνηση με επιβάρυνση”. Δεν είναι άνεση που λείπει· είναι αξιοπρέπεια. Είναι η βασική προδιαγραφή δημόσιας συγκοινωνίας σε πρωτεύουσα ευρωπαϊκής χώρας: να μην τιμωρεί τον χρήστη της. Να μην τον κάνει να αποφεύγει το μετρό ακριβώς όταν το χρειάζεται περισσότερο. Να μην μετατρέπει την επιλογή του μαζικού μέσου σε προσωπικό ρίσκο.

Και φυσικά, το “σε τρία χρόνια” έχει κι ένα δεύτερο πρόσωπο: είναι ο τέλειος χρόνος. Αρκετά μακρύς ώστε να μην υπάρχει λογοδοσία σήμερα. Αρκετά κοντινός ώστε να ακούγεται ελπίδα. Είναι η απόσταση ασφαλείας της αναβλητικότητας. Μέχρι τότε, θα βρεθούν νέες δικαιολογίες, νέες προτεραιότητες, ίσως και νέοι τίτλοι. Ο μόνος σταθερός θα είναι ο επιβάτης: ιδρωμένος, στριμωγμένος, και απόλυτα συνηθισμένος να του λένε ότι για τα βασικά “δεν γίνεται αλλιώς”.

Η αλήθεια, όμως, είναι ότι γίνεται αλλιώς. Απλώς κοστίζει πολιτικά, οργανωτικά και διοικητικά να παραδεχτείς ότι η καθημερινότητα δεν είναι “δευτερεύον ζήτημα”. Ότι το μετρό δεν είναι διαφημιστικό φυλλάδιο με μακέτες και επεκτάσεις, αλλά οι άνθρωποι που μετακινούνται κάθε μέρα. Και ότι όταν αυτοί οι άνθρωποι ψήνονται σε βαγόνια χωρίς κλιματισμό, δεν φταίει ο καιρός. Φταίει το σύστημα που έκανε την κανονικότητα να μοιάζει με πολυτέλεια.

Αν θέλουμε έναν πιο τίμιο τίτλο από το “αναμένεται διαγωνισμός”, ας είναι αυτός: Στην Αθήνα, ο κλιματισμός είναι έργο υποδομής. Η υπομονή είναι η επίσημη πολιτική.