«Μπορώ να πω με 100% βεβαιότητα ότι με βίασαν»: Αγωγή-«βόμβα» αποκαλύπτει πώς το Cornell και ο εισαγγελέας «έθαψαν» καταγγελία για ομαδικό βιασμό

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Μια 20χρονη φοιτήτρια λέει στην αστυνομία πως τη βίασαν. Ο εισαγγελέας λέει πως δεν το ήξερε. Η κυβερνήτρια της Νέας Υόρκης λέει πως «έχασε την εμπιστοσύνη της». Και μια αγωγή 101 σελίδων ανατρέπει τώρα όλα όσα πίστευε η κοινή γνώμη για το πώς χειρίστηκε το Cornell μία από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις της πρόσφατης ιστορίας του.

Μια αγωγή που κατατέθηκε τον περασμένο μήνα από πρώην φοιτήτρια του Πανεπιστημίου Cornell άνοιξε εκ νέου μια υπόθεση που φαινόταν κλειστή. Η γυναίκα, που αναφέρεται μόνο ως Jane Doe, καταγγέλλει ότι υπέστη ομαδικό βιασμό μέσα σε εστία φοιτητικής αδελφότητας το 2024 — και ότι το πανεπιστήμιο, η αστυνομία του campus και ο τοπικός εισαγγελέας απέτυχαν να διερευνήσουν σωστά την υπόθεσή της, οδηγώντας στο να μη δικαστεί κανείς ποινικά.

Οι αποκαλύψεις που ακολούθησαν την κατάθεση της αγωγής προκάλεσαν αλυσιδωτές αντιδράσεις: ο εισαγγελέας της κομητείας αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι είχε στα χέρια του ελάχιστα στοιχεία πριν αποφασίσει να μην ασκήσει δίωξη, η κυβερνήτρια της Νέας Υόρκης Κάθι Χότσουλ δήλωσε ότι έχασε την εμπιστοσύνη της στην ικανότητά του να επιβλέψει την έρευνα, και η Γενική Εισαγγελέας Λετίσια Τζέιμς ανέλαβε πλέον η ίδια την υπόθεση ως ειδική εισαγγελέας.

Μια φοιτήτρια 1.600 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι της

Η Doe έφτασε στο Cornell τον Αύγουστο του 2022, 18 ετών, πρωτοετής, «με τις ίδιες ελπίδες και ανησυχίες με κάθε απόφοιτο λυκείου» που ξεκινά μια καινούρια ζωή μακριά από την οικογένειά του, όπως αναφέρει η ίδια η αγωγή. Λίγους μήνες αργότερα εντάχθηκε στο παράρτημα Alpha Beta της αδελφότητας Delta Delta Delta, προσελκυσμένη —σύμφωνα με το κείμενο της αγωγής— από «την υπόσχεση αδελφοσύνης και φιλιών ζωής» και την έτοιμη κοινωνική ζωή που προσφέρει μια τέτοια κοινότητα σε μια φοιτήτρια μακριά από το σπίτι της.

Δύο χρόνια αργότερα, τη νύχτα της 19ης προς 20ή Οκτωβρίου 2024, η ζωή της θα άλλαζε για πάντα.

Η νύχτα που ξεκίνησε με βότκα και κατέληξε σε εφιάλτη

Σύμφωνα με την αγωγή, η τότε 20χρονη Doe ξεκίνησε να πίνει βότκα στο σπίτι της αδελφότητάς της «μέχρι να μεθύσει», πριν βγει σε εκδήλωση σε μπαρ της Ιθάκα. Σε δύο διαφορετικά μπαρ, το προσωπικό σημείωσε στο χέρι της ή της φόρεσε βραχιόλι που έδειχνε ότι ήταν κάτω των 21 ετών — κι όμως, όπως υποστηρίζει η αγωγή, της σερβιρίστηκε τουλάχιστον ένα ποτό.

Γύρω στις 23:00, μόνη πια, κατευθύνθηκε προς το σπίτι της αδελφότητας Chi Phi για να συναντήσει έναν φίλο της — έναν από τους επτά άνδρες που αργότερα θα κατονομάζονταν ως εναγόμενοι. «Ήταν εμφανώς μεθυσμένη, έχοντας καταναλώσει περίπου δέκα τυπικά ποτά μέσα σε τρεις ώρες», αναφέρει η αγωγή.

Στο σπίτι, σύμφωνα με την καταγγελία, ο φίλος της πρότεινε τρίο και την οδήγησε σε άλλο δωμάτιο, όπου εκείνος και ένα ακόμη μέλος της αδελφότητας φέρεται να την πίεσαν να εισπνεύσει ουσία που της παρουσιάστηκε ως κεταμίνη, να πιει κι άλλο αλκοόλ, και στη συνέχεια να υποστεί σεξουαλική κακοποίηση ενώ —όπως γράφει η ίδια— «ήταν ανίκανη να συναινέσει». Σε δική της δήλωση προς την αστυνομία ανέφερε αργότερα: «Ένιωθα ότι δεν μπορούσα να πάρω καμία απόφαση λόγω του πόσο μεθυσμένη ήμουν», περιγράφοντας το επίπεδο μέθης της ως «8 στα 10» — «πιο μεθυσμένη από ποτέ στη ζωή μου».

Λίγο αργότερα, ένας τρίτος άνδρας μπήκε στο δωμάτιο και, σύμφωνα με την αγωγή, άρχισε κι αυτός να την κακοποιεί χωρίς τη συγκατάθεσή της.

«Δωρεάν π***»: Το μήνυμα στο Snapchat που άνοιξε την πόρτα σε περισσότερους

Γύρω στη 01:42 τα ξημερώματα, ένας από τους άνδρες φέρεται να έγραψε σε ομαδική συνομιλία της αδελφότητας στο Snapchat, με τίτλο «Chi Phi Actives», ότι υπήρχε «δωρεάν» σεξουαλική δραστηριότητα στον επάνω όροφο — μήνυμα που, σύμφωνα με την αγωγή, είχε στόχο να προσελκύσει κι άλλα μέλη. Η αγωγή περιλαμβάνει στιγμιότυπο της συνομιλίας.

Αυτό που ακολούθησε, σύμφωνα με το κείμενο της καταγγελίας, ήταν ώρες κακοποίησης: περισσότερα μέλη μπήκαν στο δωμάτιο, την πίεσαν να πάρει κι άλλη κεταμίνη και, όπως γράφει η ίδια η Doe, «άρχισαν να ρίχνουν γραμμές κεταμίνης σε όλο το σώμα μου και να τις εισπνέουν». Δύο από τους φερόμενους δράστες τη μετέφεραν στη συνέχεια σε άλλο δωμάτιο, όπου «ξεκίνησε νέα επίθεση». Η επίθεση ολοκληρώθηκε περίπου στις 05:45, όταν —σύμφωνα με την αγωγή— έχασε τις αισθήσεις της.

Το επόμενο πρωί, όταν επέστρεψε στο δικό της σπίτι αδελφότητας, παρατήρησε μώλωπες στο σώμα της και πήρε προληπτικά φάρμακα για ουρολοίμωξη. Σύμφωνα με καταγραφές που αξιοποιήθηκαν στην έρευνα Τitle IX, οι συγκάτοικές της ανέφεραν ότι εκείνη τη στιγμή δεν χρησιμοποίησε ακόμη τις λέξεις «βιασμός» ή «σεξουαλική επίθεση», αλλά έμοιαζε «σε κατάσταση σοκ» και να μην αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα όσων περιέγραφε. Μέσα στην ημέρα, κατάλαβε ότι όσα της είχαν συμβεί «γινόντουσαν γνωστά σε όλη την πανεπιστημιούπολη» — μέλη της Chi Phi φέρεται να καυχιούνταν δημόσια για το περιστατικό.

Η καταγγελία, η «καθαρή» δήλωση και η απόφαση να μη διωχθεί κανείς

Στις 8 Νοεμβρίου 2024, η Doe κατήγγειλε επίσημα στην αστυνομία του Cornell. Σύμφωνα με απομαγνητοφώνηση που απέκτησαν δημοσιογραφικά συνεργεία, δήλωσε τότε ρητά: «Μπορώ να πω με 100% βεβαιότητα ότι με βίασαν».

Ωστόσο, μια εβδομάδα αργότερα, στις 15 Νοεμβρίου, υπέγραψε μια εξασέλιδη γραπτή δήλωση που συνέταξε η ίδια η αστυνομία του πανεπιστημίου βάσει της συνέντευξής της — δήλωση που, όπως αποδεικνύεται τώρα, δεν περιλάμβανε καθόλου τη ρητή καταγγελία για βιασμό που είχε κάνει προφορικά. Ανέφερε μόνο ότι ήταν «σχεδόν ανήμπορη» και «τρομοκρατημένη».

Αυτή η εξασέλιδη δήλωση ήταν, σύμφωνα με τον εισαγγελέα της κομητείας Βαν Χούτεν, το μοναδικό έγγραφο που είχε στη διάθεσή του όταν αποφάσισε να μην ασκήσει ποινική δίωξη. Όπως δήλωσε μετά την κατάθεση της αγωγής, η δήλωση «δεν ανέφερε ότι είχε χορηγηθεί ναρκωτική ουσία χωρίς τη θέλησή της ή ότι είχε υποστεί ομαδικό βιασμό» — και γι’ αυτό, «πολλοί εισαγγελείς και ερευνητές» κατέληξαν ότι τα περιγραφόμενα δεν συνιστούσαν έγκλημα.

Το ερώτημα που μένει αναπάντητο μέχρι σήμερα: γιατί η πλήρης, ρητή καταγγελία για βιασμό που κατέθεσε η Doe στην αστυνομία δεν συμπεριλήφθηκε ποτέ στη δήλωση που έφτασε στον εισαγγελέα; Το Cornell δεν έχει απαντήσει σε σχετικό ερώτημα.

Το ίδιο το πανεπιστήμιο αρχικά ισχυρίστηκε ότι είχε παραδώσει στον εισαγγελέα «όλα τα στοιχεία» της έρευνάς του. Αργότερα αναγκάστηκε να διορθώσει τη δήλωσή του, παραδεχόμενο ότι του είχε κοινοποιήσει μόνο την έγγραφη δήλωση και ένα στιγμιότυπο από το Snapchat.

Το Title IX, οι «ήπιες» ποινές και η οργή

Στις 26 Νοεμβρίου 2024, πάνω από έναν μήνα μετά το περιστατικό, το Cornell αναγνώρισε δημόσια «σοβαρές και βαθιά ανησυχητικές καταγγελίες» για κατάχρηση ουσιών και σεξουαλική βία στο σπίτι της Chi Phi, επιβάλλοντας προσωρινές αναστολές. Στις 14 Ιανουαρίου 2025 ξεκίνησε επίσημη έρευνα βάσει του Title IX, που τον Μάιο του ίδιου έτους περιλάμβανε τουλάχιστον 12 ακροάσεις και πάνω από 50 συνεντεύξεις — μεταξύ αυτών έξι από τους επτά εμπλεκόμενους άνδρες.

Τέσσερα μέλη παραδέχθηκαν σεξουαλική επαφή με την Doe, υποστηρίζοντας ότι ήταν συναινετική. Ένας μάλιστα ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ήταν «θύμα σεξουαλικής κακοποίησης». Οι καταθέσεις τους, σύμφωνα με δημοσιογραφικές αποκαλύψεις εμπιστευτικών φακέλων, ήταν αντιφατικές μεταξύ τους και δεν συμφωνούσαν με την κατάθεση της Doe.

Το τελικό αποτέλεσμα; Σύμφωνα με τον δικηγόρο της Doe, μόνο δύο από τους επτά άνδρες αποβλήθηκαν. Στους υπόλοιπους πέντε επιβλήθηκαν ηπιότερες ποινές — αναστολές, εργαστήρια ή… γραπτές εργασίες. Καμία συνέπεια δεν επιβλήθηκε σε όσους παρακολουθούσαν ή συμμετείχαν μέσω της ομαδικής συνομιλίας στο Snapchat.

Η αγωγή ανατρέπει τα πάντα — και η πολιτεία αναλαμβάνει δράση

Στις 16 Σεπτεμβρίου 2025, σχεδόν έναν χρόνο μετά το περιστατικό, η Doe κατέθεσε αγωγή 101 σελίδων σε δικαστήριο της Νέας Υόρκης. Δύο μέρες αργότερα η υπόθεση έγινε πρωτοσέλιδο, πρώτα στη φοιτητική εφημερίδα Cornell Daily Sun και στη συνέχεια σε εθνικό επίπεδο.

Οι εξελίξεις έκτοτε ήταν ραγδαίες:

  • 28 Σεπτεμβρίου: Ο εισαγγελέας Βαν Χούτεν ανακοίνωσε ότι επανεκκινεί την υπόθεση και θα την παραπέμψει σε σώμα ενόρκων, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η αρχική του απόφαση ήταν «νομικά ορθή» με βάση τα στοιχεία που είχε τότε.
  • 29 Σεπτεμβρίου: Το γραφείο της Γενικής Εισαγγελέως Λετίσια Τζέιμς ανακοίνωσε ότι θα εξετάσει τον τρόπο που το Cornell διαχειρίστηκε τις καταγγελίες. Η κυβερνήτρια Κάθι Χότσουλ χαρακτήρισε τις αποκαλύψεις «φρικιαστικές» και ζήτησε ανεξάρτητη εξωτερική επανεξέταση.
  • 1 Οκτωβρίου: Η Χότσουλ διόρισε επίσημα την Τζέιμς ειδική εισαγγελέα, δηλώνοντας ότι «έχασε την εμπιστοσύνη της» στην ικανότητα του τοπικού εισαγγελέα να διερευνήσει την υπόθεση. Η Τζέιμς απέκτησε πλέον την εξουσία να ασκήσει διώξεις και να παραπέμψει την υπόθεση σε σώμα ενόρκων.
  • 2 Οκτωβρίου: Σε συνέντευξη Τύπου, η Χότσουλ δήλωσε: «Θέλω την αλήθεια. Νομίζω ότι κάθε γονιός σε αυτή την πολιτεία θέλει την αλήθεια σε αυτή την υπόθεση» — εκφράζοντας «απόλυτη εμπιστοσύνη» ότι η Τζέιμς «θα κάνει το σωστό».

Το Cornell δήλωσε ότι στηρίζει την απόφαση της κυβερνήτη, ενώ παράλληλα απέρριψε τους ισχυρισμούς ότι επέβαλε «επιεικείς» ποινές, χαρακτηρίζοντας «ψευδή» κάθε ισχυρισμό περί έλλειψης ουσιαστικών κυρώσεων.

Τι ακολουθεί

Με τη Γενική Εισαγγελέα της Νέας Υόρκης πλέον επικεφαλής της έρευνας, η υπόθεση εισέρχεται σε νέα φάση. Η Τζέιμς έχει δεσμευτεί ότι «κάθε στοιχείο θα εξεταστεί» πριν αποφασιστεί αν θα ασκηθεί ποινική δίωξη — μια διαδικασία που αναμένεται να κρίνει όχι μόνο την τύχη των επτά ανδρών που κατονομάζονται στην αγωγή, αλλά και το κατά πόσο το ίδιο το σύστημα —πανεπιστήμιο, αστυνομία campus, εισαγγελία— απέτυχε να προστατέψει μια φοιτήτρια που, όπως λέει η ίδια, ήταν «ανίκανη να συναινέσει».