Αρνούνται Να Μετρήσουν Τους Άστεγους Για Να Κρύψουν Την Εξαθλίωση Των Ελλήνων

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η εικόνα που προκύπτει από την πιο πρόσφατη καταγραφή αστέγων στον Δήμο Αθηναίων δεν αφήνει περιθώρια για ωραιοποιήσεις. Το κοινωνικό φαινόμενο στην πρωτεύουσα όχι μόνο αυξάνεται, αλλά γίνεται σκληρότερο και πλήττει ολοένα και περισσότερο τους ίδιους τους Έλληνες πολίτες. Το VoiceNews παρουσιάζει τα στοιχεία και θέτει το ερώτημα που η Πολιτεία και η αυτοδιοίκηση αποφεύγουν συστηματικά να απαντήσουν.

Σύμφωνα με την καταγραφή που πραγματοποιήθηκε στις 28 Οκτωβρίου, υπό την επιστημονική διεύθυνση του καθηγητή Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Κώστα Δημουλά, καταμετρήθηκαν 681 άστεγοι, έναντι 576 το 2018. Από αυτούς, 384 εντοπίστηκαν στον δρόμο και 297 σε δομές φιλοξενίας του Δήμου. Η σύγκριση προκύπτει από, το 2018 στον δρόμο βρίσκονταν 343 και στις δομές 233. Με άλλα λόγια, αυξήθηκαν και οι δύο κατηγορίες, με τη σκληρή αστεγία στον δημόσιο χώρο να καταγράφει τη μεγαλύτερη επιδείνωση.

Και όμως, ο πραγματικός αριθμός είναι μεγαλύτερος. Όπως τονίζει ο ίδιος ο επικεφαλής της έρευνας, «η καταγραφή έμεινε στα μισά». Η ψιλή βροχή εκείνο το βράδυ ώθησε πολλούς αστέγους να αναζητήσουν προσωρινό καταφύγιο, ενώ σε οκτώ σημεία στο εσωτερικό κτιρίων όπου βρίσκονταν άνθρωποι, οι καταγραφείς δεν μπόρεσαν να εισέλθουν για λόγους ασφαλείας. Δεν συνυπολογίζονται, επίσης, όσοι φιλοξενούνται προσωρινά ή διαβιούν σε διαμερίσματα υποστηριζόμενης διαβίωσης. Ο επίσημος αριθμός, επομένως, αποτυπώνει το κατώφλι του προβλήματος, όχι το μέγεθός του.

Τα δύο τρίτα των αστέγων είναι άνδρες. Το 62% είναι άνω των 50 ετών, ενώ οι κάτω των 30 δεν ξεπερνούν το 7% με 8%. Το 65,8% ζει μόνο, χωρίς συγγενή ή σύντροφο. Η αστεγία, επιπλέον, παγιώνεται στο 60% των ανθρώπων βρίσκεται στον δρόμο τουλάχιστον δύο χρόνια και το 30% πάνω από πέντε. Πρόκειται για ανθρώπους που το σύστημα δεν απλώς απέτυχε να προστατεύσει, αλλά απέτυχε επανειλημμένα και για μεγάλο διάστημα.

Η πιο πολιτικά φορτισμένη διαπίστωση αφορά την εθνική σύνθεση.

Σε αντίθεση με την κυρίαρχη αφήγηση που συνδέει την αστεγία με τη μετανάστευση, το 69,9% των αστέγων στην Αθήνα είναι Έλληνες, ποσοστό σαφώς υψηλότερο σε σχέση με το 2018. Και οι αιτίες δεν αφήνουν αμφιβολία για τη φύση του προβλήματος, το 72% δηλώνει οικονομικούς λόγους, το 37,9% θέματα υγείας και το 30,2% οικογενειακά ζητήματα. Όταν επτά στους δέκα άστεγους είναι Έλληνες που έχασαν τη στέγη τους κυρίως λόγω οικονομικής αδυναμίας, η αστεγία δεν είναι ατομική ατυχία αλλά  αποτύπωμα πολιτικών επιλογών.

Η καταγραφή εντάχθηκε σε ταυτόχρονη έρευνα 35 ευρωπαϊκών πόλεων υπό την εποπτεία του Πανεπιστημίου του Λέβεν. Πόλεις όπως η Βαρκελώνη και η Βουδαπέστη διενεργούν τέτοιες καταγραφές κάθε χρόνο, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, και διαθέτουν ολοκληρωμένες βάσεις δεδομένων πάνω στις οποίες σχεδιάζουν πολιτικές. Στην Αθήνα, αντιθέτως, η καταγραφή γίνεται αποσπασματικά, με κόστος που ο ίδιος ο καθηγητής χαρακτηρίζει «αστείο», μόλις 20.000 ευρώ. Το ποσό αυτό, ασήμαντο για τον προϋπολογισμό ενός μεγάλου δήμου, αρκούσε ωστόσο για να μην επαναληφθεί η μέτρηση. Όταν ζητήθηκε συμπληρωματική καταγραφή τον Μάιο, με καλύτερες καιρικές συνθήκες και πιο αξιόπιστα αποτελέσματα, η δημοτική αρχή δεν ανταποκρίθηκε.

Πώς σχεδιάζεις πολιτική για ένα πρόβλημα που αρνείσαι καν να μετρήσεις σωστά; Η απάντηση δίνεται από τα ίδια τα στοιχεία, δηλαδή, δεν τη σχεδιάζεις. Οι δομές υποστήριξης, τα συσσίτια, τα υπνωτήρια, οι υπηρεσίες υγιεινής, παραμένουν, με τα λόγια του επιστημονικά υπεύθυνου, υποτυπώδεις και ελάχιστες. Και όσο λιγότερες οι δομές, τόσο λιγότερο ορατοί γίνονται οι άστεγοι, αφού παύουν να εμφανίζονται στον δημόσιο χώρο όταν δεν έχουν τίποτα να λάβουν από αυτόν.