Απορρίπτεται το άλλοθι των κατηγορουμένων – Συνεχίζεται η αγόρευση στη δίκη Χρυσής Αυγής

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Για δεύτερη συνεχόμενη συνεδρίαση αγορεύει σήμερα στο Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων η εισαγγελέας της έδρας, Κυριακή Στεφανάτου, στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας δίκης για την υπόθεση της Χρυσής Αυγής. Αναφερόμενη στα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, τόνισε πως δεν επιχείρησαν να αποκρύψουν τις εγκληματικές τους πράξεις. Κατά την εισήγησή της για την επίθεση στους Αιγύπτιους αλιεργάτες, απέρριψε τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων περί άλλοθι, σύμφωνα με τους οποίους βρίσκονταν σε κατάστημα αναψυχής την ώρα του περιστατικού.

Όπως υπογράμμισε, ο Ιωάννης Λαγός, μέσα από δημόσια ομιλία του, έστειλε σαφές μήνυμα ότι οι μετανάστες θα λογοδοτούν στη Χρυσή Αυγή. Λίγο αργότερα, ομάδα περίπου 15 ατόμων συγκροτήθηκε και κινήθηκε προς το σπίτι των Αιγύπτιων ψαράδων. Η εισαγγελέας χαρακτήρισε τη στάση άρνησης των κατηγορουμένων ως ακραία μορφή στρεψοδικίας, σημειώνοντας πως αυτή η τακτική εξηγεί και τη μακρά διάρκεια της δίκης, καθώς –όπως είπε– αρνούνται κάθε γεγονός, χωρίς να υπάρχει στέρεο έδαφος δικανικής πεποίθησης.

Σε σχεδόν άδειο ακροατήριο, η κυρία Στεφανάτου συνέχισε να απαριθμεί τις εγκληματικές ενέργειες της Χρυσής Αυγής πριν την είσοδό της στη Βουλή. Αναφέρθηκε σε οργανωμένο σχέδιο επιθέσεων το 2012, ενόψει εκλογών, εντάσσοντας σε αυτό και την επίθεση του Ηλία Κασιδιάρη στη Λιάνα Κανέλλη. Όπως επισήμανε, οι πράξεις αυτές όχι μόνο δεν αποδοκιμάζονταν, αλλά επιβραβεύονταν από την ηγεσία της οργάνωσης. Στο πλαίσιο αυτό, σημείωσε πως ο Γιώργος Ρουπακιάς πιθανότατα είχε αντιληφθεί ότι η απουσία αναστολών οδηγούσε σε ταχύτερη ανέλιξη στην ιεραρχία.

Αναφορά έγινε και στη δολοφονία του Σαχζάτ Λουκμάν το 2013, με την εισαγγελέα να επισημαίνει πως οι δράστες τον μαχαίρωσαν χωρίς καμία πρόκληση, αποκλειστικά λόγω ρατσιστικού μίσους. Τόνισε τις ομοιότητες της συγκεκριμένης επίθεσης με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, υπογραμμίζοντας ότι και στις δύο περιπτώσεις το θύμα ήταν ψηλότερο από τον δράστη, γεγονός που καταδεικνύει την ένταση της βίας. Απέρριψε κάθε αντίθετο ισχυρισμό και απέδωσε τις επιθέσεις στη ναζιστική ιδεολογία της οργάνωσης, σχολιάζοντας επικριτικά και τη στάση του Νίκου Μιχαλολιάκου, ο οποίος –όπως είπε– επέλεξε να απαξιώσει τους θεσμούς.

Η εισαγγελέας αναφέρθηκε εκτενώς και στις επιθέσεις στο κέντρο της Αθήνας, ιδιαίτερα μετά τη δολοφονία του Μανώλη Καντάρη, καθώς και στις στοχευμένες ενέργειες κατά καταστημάτων μεταναστών. Παρέθεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα εμπρησμού καταστήματος αλλοδαπού το 2013, μετά από απειλές, ενώ τόνισε ότι η βία λειτουργούσε ως μέσο ενίσχυσης της πολιτικής επιρροής της Χρυσής Αυγής. Παράλληλα, υπογράμμισε πως τα μέλη της οργάνωσης αξιοποιούσαν τους θεσμούς, καταθέτοντας σωρεία μηνύσεων σε βάρος όσων τους κατήγγειλαν.

Ιδιαίτερη μνεία έκανε και στον ρόλο αστυνομικών, σημειώνοντας ότι, έπειτα από εκτενή έρευνα, προέκυψε πως τουλάχιστον δέκα ένστολοι είτε υποβοήθησαν είτε ανέχθηκαν τη δράση της οργάνωσης.

Αναλύοντας τον τρόπο δράσης της Χρυσής Αυγής, η εισαγγελέας περιέγραψε επιθέσεις με κοινά χαρακτηριστικά: πολυάριθμες ομάδες, εξοπλισμό με ρόπαλα και άλλα αντικείμενα, γρήγορη εκτέλεση, σαφή δήλωση ταυτότητας και συγκάλυψη των δραστών. Τόνισε ότι η επιβράβευση των πρωταγωνιστών, ακόμη και με υποψηφιότητες στις εκλογές, ενίσχυε το αίσθημα ατιμωρησίας, οδηγώντας σε εγκλήματα όπως αυτό του Ρουπακιά.

Κλείνοντας, επισήμανε ότι οι επιθέσεις και ειδικά η δολοφονία του Λουκμάν εντάσσονται στον πυρήνα της ιδεολογίας της Χρυσής Αυγής, η οποία στηριζόταν στην έννοια της φυλετικής ανωτερότητας και στον διαχωρισμό ανθρώπων σε «ανώτερους» και «υπάνθρωπους».

Στη σημερινή συνεδρίαση παρών στη δικαστική αίθουσα ήταν μόνο ο Ιωάννης Λαγός, ο οποίος μάλιστα διέκοψε την εισαγγελέα κατά την αναφορά της στην εμπλοκή του στην επίθεση κατά των Αιγύπτιων αλιεργατών. Η αγόρευση συνεχίζεται και παραμένει αβέβαιο αν σήμερα η εισαγγελέας θα ολοκληρώσει την πρότασή της επί των κατηγοριών.