Από τον Φάουτσι στην Αθήνα: Η λογοδοσία που ακόμη περιμένουμε

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Οι νέες εξελίξεις στις ΗΠΑ ξαναφέρνουν στο προσκήνιο τα ερωτήματα για τη διαφάνεια και τη λογοδοσία κατά την περίοδο της πανδημίας. Και στην Ελλάδα, μια εισαγγελική έρευνα του 2023 εξακολουθεί να αφήνει ένα απλό ερώτημα: ποια ήταν τελικά η κατάληξή της;

Η πανδημία του COVID-19 ανήκει πλέον στο παρελθόν. Τα ερωτήματα όμως που δημιούργησε παραμένουν. Και αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η συζήτηση για τη διαχείριση της πανδημίας έχει εξελιχθεί σε μια από τις μεγαλύτερες πολιτικές και θεσμικές αντιπαραθέσεις των τελευταίων ετών, οι εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων επαναφέρουν με ένταση το ζήτημα της λογοδοσίας. Στις 29 Ιουλίου 2026, ο Άντονι Φάουτσι εμφανίστηκε ενώπιον επιτροπής της Γερουσίας των ΗΠΑ, σε ακρόαση που αφορούσε τη διαχείριση της πανδημίας και ζητήματα σχετικά με την προέλευση του COVID-19.

Ο Φάουτσι επικαλέστηκε επανειλημμένα την Πέμπτη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, αρνούμενος να απαντήσει σε σειρά ερωτήσεων. Αυτό από μόνο του δεν αποτελεί απόδειξη ενοχής. Η επίκληση του δικαιώματος μη αυτοενοχοποίησης είναι συνταγματικό δικαίωμα και δεν μπορεί να μετατρέπεται αυθαίρετα σε δικαστική κρίση.

Αλλά το γεγονός ότι ένας από τους πλέον προβεβλημένους επιστήμονες της πανδημίας εξακολουθεί, το 2026, να βρίσκεται στο επίκεντρο κοινοβουλευτικών ερευνών δείχνει ότι η συζήτηση για το τι συνέβη εκείνη την περίοδο απέχει πολύ από το να έχει κλείσει.

Και μετά ήρθε η υπόθεση Morens

Λίγες ημέρες αργότερα ήρθε μια ακόμη εξέλιξη. Στις 18 Αυγούστου 2026, ο David Morens, πρώην ανώτερος αξιωματούχος και σύμβουλος του National Institute of Allergy and Infectious Diseases, δήλωσε ένοχος σε ομοσπονδιακό δικαστήριο των ΗΠΑ για συνωμοσία με σκοπό την παράκαμψη των νόμων περί δημόσιων αρχείων και την απόκρυψη κυβερνητικών επικοινωνιών που σχετίζονταν με έρευνα και χρηματοδότηση για κορωνοϊούς.

Η υπόθεση αφορά, μεταξύ άλλων, τη χρήση προσωπικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ώστε κυβερνητικές επικοινωνίες να μην υπόκεινται στον ίδιο έλεγχο μέσω των διαδικασιών πρόσβασης σε δημόσια έγγραφα.

Η εξέλιξη είναι σοβαρή. Αλλά χρειάζεται και εδώ ακρίβεια. Ο David Morens δήλωσε ένοχος. Ο Άντονι Φάουτσι δεν κατηγορείται για την πράξη αυτή. Δεν μπορούμε, επομένως, να μεταφέρουμε την ποινική ευθύνη του ενός στον άλλο.

Μπορούμε όμως να θέσουμε ένα ευρύτερο θεσμικό ερώτημα: Πόση διαφάνεια υπήρχε τελικά στη λήψη αποφάσεων, στις επιστημονικές εισηγήσεις και στη διαχείριση των πληροφοριών κατά τη διάρκεια της πανδημίας; Αυτό είναι ένα ερώτημα που αξίζει απάντηση.

Και στην Ελλάδα;

Την ίδια περίοδο που οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να ερευνούν πτυχές της πανδημίας, στην Ελλάδα υπάρχει μια διαφορετική αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα υπόθεση.

Το 2023 έγινε γνωστό ότι η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών είχε διατάξει προκαταρκτική εξέταση σχετικά με δημόσιες δηλώσεις των γιατρών Θεόδωρου Βασιλακόπουλου και Νίκου Καπραβέλου, μετά από μήνυση του δικηγόρου Νίκου Αντωνιάδη. Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, η έρευνα αφορούσε καταγγελίες για διασπορά ψευδών ειδήσεων και παράβαση καθήκοντος, με το ζήτημα των θανάτων που αποδίδονταν στον COVID-19 να βρίσκεται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης.

Η σχετική δικογραφία αναφερόταν με αριθμό Α.Β.Μ. Ε23-3904. Στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης είχαν αναφερθεί και καταθέσεις προσώπων που είχαν κεντρικό ρόλο στη δημόσια ενημέρωση για την πανδημία. Το θέμα, επομένως, δεν ήταν απλώς μια αντιπαράθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ήταν αντικείμενο εισαγγελικής διερεύνησης.

Το ερώτημα που δεν πρέπει να φοβόμαστε

Σήμερα, σχεδόν τρία χρόνια μετά, το αυτονόητο ερώτημα είναι:

  • Τι απέγινε εκείνη η έρευνα;

  • Ολοκληρώθηκε;

  • Τέθηκε στο αρχείο;

  • Ασκήθηκε ποινική δίωξη;

  • Παραμένει ανοικτή;

  • Υπήρξε εισαγγελική διάταξη ή δικαστικό βούλευμα;

  • Και ποια ήταν τελικά η κρίση των αρμόδιων αρχών;

Δεν ζητάμε καταδίκες. Δεν ζητάμε να αποφανθεί η κοινή γνώμη για την ενοχή ή την αθωότητα οποιουδήποτε. Ζητάμε να γνωρίζουμε τι αποφάσισε η Δικαιοσύνη. Αυτό είναι η λογοδοσία.

Η πανδημία δεν μπορεί να γίνει απαγορευμένη ζώνη ερωτήσεων

Υπάρχει ένας κίνδυνος που πρέπει να αποφύγουμε. Να θεωρήσουμε ότι όποιος αμφισβητεί μια απόφαση της περιόδου COVID είναι αυτομάτως «αρνητής της επιστήμης». Αλλά υπάρχει και ο αντίθετος κίνδυνος: Να θεωρήσουμε ότι κάθε καταγγελία εναντίον επιστημόνων ή κρατικών λειτουργών αποτελεί αυτομάτως απόδειξη ότι υπήρξε οργανωμένη εξαπάτηση.

Και τα δύο είναι λάθος.

Η επιστήμη προχωρά μέσα από τον έλεγχο, την αμφισβήτηση και την αναθεώρηση. Η Δημοκρατία προχωρά μέσα από τη διαφάνεια. Και η Δικαιοσύνη λειτουργεί μέσα από στοιχεία και διαδικασίες. Αυτά τα τρία δεν πρέπει να συγκρούονται. Πρέπει να λειτουργούν συμπληρωματικά.

Από την Ουάσιγκτον στην Αθήνα

Οι υποθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ελλάδας δεν είναι ίδιες. Δεν έχουν το ίδιο νομικό αντικείμενο. Δεν πρέπει να συγχέονται. Υπάρχει όμως ένα κοινό ερώτημα: Ποιος ελέγχει αυτούς που είχαν την ευθύνη να ενημερώνουν, να εισηγούνται και να λαμβάνουν αποφάσεις σε μια πρωτοφανή υγειονομική κρίση;

Στις ΗΠΑ, οι έρευνες συνεχίζονται. Στην περίπτωση Morens, μάλιστα, υπάρχει πλέον συγκεκριμένη ποινική παραδοχή για απόκρυψη κυβερνητικών αρχείων. Στην Ελλάδα, μια εισαγγελική έρευνα που έγινε γνωστή το 2023 εξακολουθεί να δημιουργεί το ερώτημα για την τελική της έκβαση. Και αυτό το ερώτημα δεν είναι ούτε «αντιεπιστημονικό» ούτε «συνωμοσιολογικό». Είναι θεσμικό.

Η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται. Κερδίζεται.

Η πανδημία δίδαξε στην κοινωνία πολλά. Μας έδειξε τη σημασία της επιστήμης. Μας έδειξε όμως και πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει το έλλειμμα εμπιστοσύνης όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι δεν έχουν πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες.

Η εμπιστοσύνη στην επιστήμη δεν προστατεύεται όταν αποφεύγονται οι δύσκολες ερωτήσεις. Προστατεύεται όταν οι ερωτήσεις απαντώνται με στοιχεία. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν προστατεύεται όταν οι υποθέσεις παραμένουν στη σκιά. Προστατεύεται όταν υπάρχει διαφάνεια. Και η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη δεν απαιτεί να συμφωνούμε όλοι με κάθε απόφασή της. Απαιτεί να γνωρίζουμε ποια απόφαση πήρε.

Από τον Φάουτσι στην Αθήνα, λοιπόν, το ερώτημα είναι ένα: Πόσα από τα ερωτήματα της πανδημίας έχουν πραγματικά απαντηθεί και πόσα απλώς περιμένουν ακόμη;

Και ειδικά στην Ελλάδα: Τρία χρόνια μετά, τι απέγινε η εισαγγελική έρευνα για τις δημόσιες δηλώσεις της περιόδου COVID;

Ίσως ήρθε η ώρα να έχουμε μια καθαρή, θεσμική απάντηση.