Ανθεκτικές αλλά σε Εγρήγορση οι Τράπεζες της Ευρωζώνης στα Γεωπολιτικά Stress Tests της ΕΚΤ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Οι τράπεζες της Ευρωζώνης αποδεικνύονται ανθεκτικές σε επίπεδο ρευστότητας και φερεγγυότητας, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της θεματικής αντίστροφης άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για το 2026 που έδωσε στη δημοσιότητα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καλύπτοντας συνολικά 110 ιδρύματα. Παρά τη συνολική ανθεκτικότητα, η ΕΚΤ υπογραμμίζει ότι δεν υπάρχει περιθώριο για εφησυχασμό, καθώς εντοπίστηκαν σημαντικές αδυναμίες στα εσωτερικά πλαίσια δοκιμών που σχεδίασαν τα ίδια τα πιστωτικά ιδρύματα.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας, η οποία δεν λειτουργούσε με τη λογική του επιτυγχάνω ή αποτυγχάνω αλλά στόχευε στην ενίσχυση της ετοιμότητας έναντι των γεωπολιτικών απειλών, εξετάστηκαν σοβαρά σενάρια που περιλάμβαναν στρατιωτικές συγκρούσεις, εμπορικούς πολέμους, διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα και κυβερνοεπιθέσεις. Ως κύρια κανάλια μετάδοσης των πιέσεων αναδείχθηκαν η πραγματική οικονομία και η χρηματοπιστωτική αγορά, με τις ζημίες απομείωσης δανείων, ιδίως σε ευάλωτους κλάδους όπως η ενέργεια, η μεταποίηση και οι μεταφορές, να ασκούν ισχυρές πιέσεις στην κερδοφορία και τον πιστωτικό κίνδυνο.

Η Μεθοδολογία του Stress Test και οι Διορθωτικές Κινήσεις

Στις τράπεζες δόθηκε ως οδηγός μια υποτιθέμενη μείωση του βασικού εποπτικού κεφαλαίου CET1 κατά 300 μονάδες βάσης, μέγεθος που ευθυγραμμίζεται με ιστορικές κρίσεις όπως η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και η κρίση δημόσιου χρέους. Μάλιστα, ορισμένα ιδρύματα με έντονη δραστηριότητα στην επενδυτική τραπεζική και το asset management επέλεξαν ακόμη πιο αυστηρές παραδοχές, φτάνοντας μείωση 400 έως 500 μονάδων βάσης.

Με βάση τα σενάρια που εκπόνησαν, εάν οι τράπεζες δεν λάμβαναν κανένα μέτρο, ο μέσος δείκτης CET1 θα υποχωρούσε από το 15,5% του 2025 στο 12,1%. Ωστόσο, μέσω σχεδίων δράσης που περιλαμβάνουν άντληση κεφαλαίων, περιορισμό κόστους, πώληση επιχειρηματικών γραμμών και προσαρμογή μερισμάτων, τα ιδρύματα εκτίμησαν ότι μπορούν να αντισταθμίσουν το 55% της αρνητικής επίπτωσης, συγκρατώντας τον δείκτη στο 13,6%.

Παρά τα αισιόδοξα πλάνα, η ΕΚΤ επεσήμανε υπερβολικές υποθέσεις σε ορισμένα σχέδια μετριασμού, όπως η ευκολία πώλησης δανείων ή άντλησης κεφαλαίων σε συνθήκες κρίσης, και θα πραγματοποιήσει κατ’ ιδίαν συναντήσεις με τις διοικήσεις για τη βελτίωση των στρατηγικών διαχείρισης κινδύνου.