Ακρίβεια: Διπλάσια η τιμή στο ψωμί – «Πικρός» ο καφές

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Οι καταστηματάρχες προειδοποιούν για πιθανές νέες αυξήσεις λόγω του υψηλού κόστους.

Η συνεχιζόμενη επέλαση της ακρίβειας καθιστά πλέον δυσχερή την αγορά βασικών αγαθών για τον μέσο εργαζόμενο, καθώς οι ανατιμήσεις σε τρόφιμα και καθημερινά είδη επιβαρύνουν ασφυκτικά τα νοικοκυριά.

Διπλασιάστηκε η τιμή του ψωμιού – «Πικρός» ο καφές

Το ψωμί έχει γίνει πλέον είδος πολυτελείας. Από τα 0,80 λεπτά που κόστιζε η φρατζόλα το 2020, η τιμή σήμερα αγγίζει το 1,50 ευρώ, σχεδόν διπλάσια. Αυτή η αύξηση, σε συνδυασμό με τις ανατιμήσεις σε κρέας, γαλακτοκομικά και άλλα βασικά προϊόντα, δημιουργεί έντονες πιέσεις.

Οι αρτοποιοί εμφανίζονται βαθιά ανήσυχοι, καθώς το λειτουργικό τους κόστος, ειδικά στην ενέργεια, αποτελεί την «αχίλλειο πτέρνα» του κλάδου. Ο πρόεδρος των αρτοποιών Αττικής αναφέρει ότι η αύξηση στο κόστος των πρώτων υλών και της ενέργειας έχει οδηγήσει σε 1.500 λουκέτα σε φούρνους τα τελευταία τρία χρόνια.

Παράλληλα, ο καφές, με την τιμή του να έχει εκτοξευθεί στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 50 ετών, τείνει να γίνει πολυτέλεια. Ένας καφές στο χέρι αγγίζει πλέον τα 2,50 ευρώ, ανεβάζοντας το μηνιαίο κόστος σε περίπου 80 ευρώ για κάποιον που απολαμβάνει έναν καφέ ημερησίως. Οι καταστηματάρχες προειδοποιούν για πιθανές νέες αυξήσεις λόγω του υψηλού κόστους.

Η «έξοδος» των νέων επιστημόνων

Σε αυτό το δυσμενές οικονομικό κλίμα, οι συνθήκες της αγοράς και οι χαμηλές αμοιβές δεν ενθαρρύνουν τους νέους επιστήμονες να παραμείνουν ή να επιστρέψουν στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά:

70% των νέων επιστημόνων δεν βλέπουν μέλλον στην Ελλάδα.

60% θεωρούν τις αμοιβές τους πολύ χαμηλές.

76% δηλώνουν ότι η πορεία της χώρας κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση.

Οι οικονομικές πιέσεις και η έλλειψη προοπτικών δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον που ωθεί την επιστημονική νεολαία σε αναζήτηση επαγγελματικής καταξίωσης στο εξωτερικό.

120.000 ΑΔΕΙΑ ΣΠΙΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΕΝΩ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΝΙΓΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΕΝΟΙΚΙΑ

Σχεδόν 120.000 κενές κατοικίες μόνο στην Αθήνα, δηλαδή όσο όλες οι κατοικίες στην Πάτρα, την ώρα που χιλιάδες νοικοκυριά δεν βρίσκουν σπίτι σε προσιτή τιμή. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι η στεγαστική κρίση δεν είναι «σεισμός της αγοράς», αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων κυβερνητικών επιλογών που αφήνουν ένα τεράστιο οικιστικό απόθεμα ανενεργό.

Σύμφωνα με την έρευνα της Redataset του ομίλου Resolute Cepal Greece, που αξιοποίησε δεδομένα από την απογραφή κτιρίων της ΕΛΣΤΑΤ, στον Δήμο Αθηναίων παραμένουν κλειστά ένα στα τέσσερα σπίτια, δηλαδή 26,8% ή 117.137 κατοικίες. Την ίδια εικόνα υψηλής εγκατάλειψης καταγράφουν ο Δήμος Ζωγράφου με 21,6% κενές κατοικίες και ο Δήμος Δάφνης Υμηττού με 19,5%, σε μια πρωτεύουσα όπου οι νέοι αναγκάζονται να μεταναστεύσουν ή να συγκατοικούν λόγω κόστους.

Η βόρεια Αθήνα είναι η μόνη περιφερειακή ενότητα της Αττικής όπου το ποσοστό των κενών κατοικιών μένει κάτω από το 20%, με την Κηφισιά στο 18,4% και το Ψυχικό στο 18,2%, ενώ τα Βριλήσσια εμφανίζουν μόλις 9%. Η ανισορροπία αυτή αναδεικνύει ότι η στεγαστική πίεση δεν είναι οριζόντια, αλλά χτυπά κυρίως τα λαϊκά και μεσαία στρώματα στις πυκνοκατοικημένες περιοχές.

Στα νότια προάστια, η Καλλιθέα αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση με 13.093 κλειστά σπίτια ή 22,2%, ενώ η Νέα Σμύρνη καταγράφει 18,5% και ο Άγιος Δημήτριος 14,1%. Στη Δυτική Αθήνα, τα ποσοστά παραμένουν επίσης υψηλά, με το Αιγάλεω να εμφανίζει 21,5% κενά διαμερίσματα ή 8.164 κατοικίες και το Περιστέρι 18,9%, ενώ το Χαϊδάρι περιορίζεται στο 13,4%. Πρόκειται για περιοχές όπου τα εισοδήματα είναι χαμηλότερα, οι ανάγκες στέγασης μεγαλύτερες και, παρ’ όλα αυτά, χιλιάδες διαμερίσματα παραμένουν κλειστά.

Στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά, τα ποσοστά των κενών κατοικιών κινούνται σταθερά σε υψηλά επίπεδα, μεταξύ 17% και 22%. Στον Δήμο Πειραιά καταγράφεται 22,1% κενά διαμερίσματα ή 21.172 κατοικίες, ενώ στο Πέραμα το ποσοστό φθάνει το 22% και στον Κορυδαλλό το 16,7%. Σε ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Ευρώπης, όπου η κυβερνητική ρητορική μιλά για «ναυαρχίδες ανάπτυξης», η πραγματικότητα είναι χιλιάδες κλειστές κατοικίες δίπλα σε οικογένειες που δεν μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιο.

Η εικόνα δεν περιορίζεται στην Αττική. Πολλές μεγάλες κοινότητες εκτός λεκανοπεδίου παρουσιάζουν επίπεδα κενών κατοικιών από 24% έως 29%. Πρώτα έρχονται τα Ιωάννινα με 28,8% κλειστά διαμερίσματα, ακολουθεί η Χαλκίδα με 28,4%, ενώ πιο χαμηλά βρίσκεται η Λάρισα με 19,8%. Η επαρχία αδειάζει, τα σπίτια μένουν κλειστά και η πολιτεία παρακολουθεί παθητικά μια δημογραφική και κοινωνική αποψίλωση.

Καθοριστική είναι η διαφοροποίηση ανάμεσα στα κέντρα Αθήνας και Πειραιά και στις νεότερες περιοχές της Αττικής. Στα βόρεια και νότια προάστια τα κενά σπίτια είναι σαφώς λιγότερα, σε απόλυτα νούμερα και ως ποσοστό του αποθέματος. Όμως το μεγάλο πρόβλημα συγκεντρώνεται στον Δήμο Αθηναίων, όπου τα 117.137 κενά διαμερίσματα ανήκουν τόσο σε ιδιώτες όσο και σε φορείς του Δημοσίου, από τον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα όπως ο ΕΦΚΑ, ο ίδιος ο δήμος και διάφορα ιδρύματα, έως τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Σε μια περίοδο στεγαστικής ασφυξίας, ένα τεράστιο δημόσιο και τραπεζικό χαρτοφυλάκιο κατοικιών παραμένει πρακτικά εκτός κοινωνικής χρήσης.

Παρά τα περιορισμένα κίνητρα που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση για την επιστροφή ορισμένων ακινήτων στην αγορά, η ίδια η αγορά και οι αριθμοί δείχνουν ότι δεν υπάρχει συνολικό σχέδιο. Σύμφωνα με σχετική μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, έχουν λείψει από την αγορά 35 δισ. ευρώ για έργα επισκευής και συντήρησης κατοικιών πανελλαδικά στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Το αποτέλεσμα είναι περίπου 250.000 κατοικίες να έχουν υποβαθμιστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρούνται μη κατοικήσιμες και συνεπώς εκτός αγοράς. Την ώρα λοιπόν που η κοινωνία ασφυκτιά από τις τιμές, ένα τεράστιο κομμάτι του οικιστικού αποθέματος έχει αφεθεί να απαξιωθεί, επιβεβαιώνοντας ότι η στεγαστική κρίση δεν είναι αναπόφευκτη, αλλά προϊόν διαχρονικής πολιτικής επιλογής και κυβερνητικής αδράνειας.