ΣΕΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ: ΗΤΤΑ ΤΡΑΜΠ, ΠΑΝΙΚΟΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΠΑΙΧΤΩΝ!
Γράφει ο παρατηρητής,
Από το Ορμούζ και τη Γάζα έως την Ταϊβάν, το νέο Κογκρέσο θα κριθεί στη χρηματοδότηση, στα όπλα και στους όρους των συμφωνιών. Ο λογαριασμός φτάνει στην ευρωπαϊκή άμυνα, στην ελληνική αεράμυνα και στον Πειραιά.
Οι Δημοκρατικοί κέρδισαν τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Την ίδια ημέρα, ο Donald Trump διατηρούσε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων επιχειρήσεων κατά του Ιράν. Εξήγγελλε επίσης διακοπή της ετήσιας βοήθειας προς το Ισραήλ, με συνέχιση των πωλήσεων όπλων. Η εκλογική ανατροπή βρήκε την αμερικανική εξωτερική πολιτική ήδη σε κίνηση. Πόλεμοι, διαπραγματεύσεις και δεσμεύσεις δεν αναστέλλονται ώσπου να συνεδριάσει το νέο Κογκρέσο.
Για την Ευρώπη ανοίγει ένα παράθυρο παρέμβασης. Η παγίδα είναι να περιμένει από τη νέα πλειοψηφία στην Ουάσιγκτον φθηνή ενέργεια, ασφαλείς θαλάσσιες μεταφορές και επαρκή άμυνα. Οι περιπτώσεις του Ιράν, του Ισραήλ και της Κίνας δείχνουν γιατί αυτή η προσδοκία είναι επισφαλής. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος μπορεί να δυσκολέψει έναν πόλεμο, να αλλάξει τους όρους μίας συμμαχίας ή να οξύνει έναν ανταγωνισμό. Η κατεύθυνση δεν είναι παντού ίδια.
Το βέτο μένει στον Λευκό Οίκο
Το νέο Κογκρέσο αρχίζει τη θητεία του στις 3 Ιανουαρίου 2027. Θα ελέγχει την κοινοβουλευτική ατζέντα, θα διεξάγει έρευνες και θα αποφασίζει για πιστώσεις. Η Γερουσία θα έχει λόγο στους νέους διορισμούς. Ο πρόεδρος, όμως, διατηρεί το βέτο. Για την ανατροπή του απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων σε κάθε σώμα. Η εκλογική νίκη δεν εξασφαλίζει μία τέτοια πλειοψηφία.
Ένας πρακτικός μοχλός πίεσης είναι οι στοχευμένοι περιορισμοί χρηματοδότησης σε αναγκαία αμυντικά και δημοσιονομικά νομοσχέδια. Η απόρριψή τους θα είχε κόστος για τον πρόεδρο. Η αλλαγή θα φανεί στο ποιες επιχειρήσεις χρηματοδοτούνται και ποιες παραδόσεις όπλων προχωρούν, αλλά και στις υποχρεώσεις που συνοδεύουν κάθε συμφωνία. Οι ακροάσεις μπορούν να αποκαλύψουν αποφάσεις και ευθύνες. Για να αλλάξει η πολιτική, χρειάζονται συμμαχίες γύρω από συγκεκριμένους όρους.
Ιράν και Ορμούζ πριν από τον Ιανουάριο
Στο Ιράν, το ζήτημα ξεπερνά ήδη την αποτροπή ενός ακόμη βομβαρδισμού. Το Reuters κατέγραφε στις 3 Νοεμβρίου περιορισμένα αμερικανικά πλήγματα, ενώ το Κατάρ συνέχιζε τη μεσολάβηση. Ανώνυμος Ιρανός αξιωματούχος συνέδεε την επαναλειτουργία του Ορμούζ με άρση του ναυτικού αποκλεισμού, ελάφρυνση πετρελαϊκών κυρώσεων και αποδέσμευση πόρων. Κατά τον ίδιο, οι κινήσεις αυτές θα έπρεπε να προηγηθούν των πυρηνικών συνομιλιών. Οι όροι αποδίδονταν στην ιρανική πλευρά και δεν αποτελούσαν συμφωνημένο κείμενο. Η δυσκολία βρίσκεται στο ποιος υποχωρεί πρώτος, τι παίρνει ως αντάλλαγμα και ποιος ελέγχει την τήρηση των δεσμεύσεων.
Η Τεχεράνη χρησιμοποιεί την απειλή στη ναυσιπλοΐα ως μέσο πίεσης, παρότι έχει υποστεί βαριές στρατιωτικές απώλειες. Στις αρχές Νοεμβρίου, ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός εξακολουθούσε να καταγράφει επιθέσεις και εγκλωβισμένους ναυτικούς στον Κόλπο. Για την Ελλάδα, το κόστος αφορά στην ασφάλεια των πληρωμάτων, στην εκτέλεση δρομολογίων και στην ενεργειακή τροφοδοσία. Μία πρόσκαιρη πτώση της τιμής του πετρελαίου μπορεί να προσφέρει ανακούφιση. Η επανάληψη των αποκλεισμών, όμως, διατηρεί την αβεβαιότητα για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Το πυρηνικό ζήτημα απαιτεί χωριστή απάντηση. Στην έκθεση της 29ης Σεπτεμβρίου, η Υπηρεσία Ερευνών του Κογκρέσου (CRS) κατέγραφε σοβαρά κενά. Αφορούσαν την πρόσβαση της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας στις ιρανικές εγκαταστάσεις και την επαλήθευση του πυρηνικού υλικού. Η καταστροφή εγκαταστάσεων δεν υποκαθιστά έναν έλεγχο που μπορεί να επιβεβαιώσει τι απέμεινε και πώς χρησιμοποιείται. Μία συμφωνία για τη ναυσιπλοΐα θα μπορούσε να ανακουφίσει τις αγορές. Χωρίς αξιόπιστη συνέχεια στις επιθεωρήσεις, όμως, θα μπορούσε να αφήσει άλυτο το πρόβλημα που τροφοδοτεί την επόμενη κρίση.
Εδώ η νέα πλειοψηφία έχει πραγματική ευθύνη. Μπορεί να επιδιώξει περιορισμούς στις πιστώσεις για τη συνέχιση ή τη διεύρυνση επιχειρήσεων. Η ειδική νομοθεσία του 2015 προβλέπει επίσης κοινοβουλευτική εξέταση μίας συμφωνίας για τα πυρηνικά. Οι κυρώσεις προσφέρουν ένα ακόμη μέσο νομοθετικής παρέμβασης. Οι πρόσθετοι έλεγχοι μπορούν να συγκρατήσουν τον πόλεμο, αλλά και να δυσκολέψουν τις παραχωρήσεις που απαιτεί ένας συμβιβασμός. Η καταψήφιση του Trump δεν είναι από μόνη της σχέδιο εξόδου από τη σύγκρουση.
Υπάρχει βάσιμος λόγος να αναμένει κανείς μεγαλύτερη διάθεση αποκλιμάκωσης: το οικονομικό και πολιτικό κόστος αυξάνει τα κίνητρα για συμφωνία. Οι συνεχιζόμενες διαμεσολαβήσεις δείχνουν ότι υπάρχει αυτή η δυνατότητα. Η Ευρώπη, όμως, χρειάζεται να κρίνει μία συμφωνία από τη διάρκειά της και το κατά πόσο μπορεί να ελεγχθεί η τήρησή της. Μία ανακοίνωση κατάπαυσης δεν αρκεί όταν οι όροι της επιτρέπουν σε κάθε πλευρά να επιστρέφει στην ίδια αναμέτρηση.
Η χρηματοδότηση του Ισραήλ και οι όροι της
Η εξαγγελία του Trump για το Ισραήλ δείχνει πόσο εύκολα συγχέεται η αλλαγή χρηματοδότησης με την αλλαγή στρατηγικής. Στις 3 Νοεμβρίου δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα σταματήσουν από το 2027 την ετήσια βοήθεια περίπου $4 δισ. Πρόσθεσε, όμως, ότι οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να πωλούν όπλα. Δεν εξήγησε πώς θα εφαρμοστεί η εξαγγελία. Το υφιστάμενο πλαίσιο βοήθειας εκτείνεται έως το 2028 και οι πιστώσεις εγκρίνονται από το Κογκρέσο. Η δήλωση δεν ισοδυναμεί με ήδη εφαρμοσμένη απόφαση.
Η μετάβαση από επιχορηγήσεις σε αγορές με ισραηλινούς πόρους ή σε κοινά αμυντικά προγράμματα μπορεί να αλλάξει και την εποπτεία, ίσως με τη μεταφορά αρμοδιοτήτων από επιτροπές εξωτερικών σχέσεων σε επιτροπές άμυνας. Μπορεί επίσης να αλλάξει η εφαρμογή ορισμένων περιορισμών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, χωρίς να καταργούνται όλοι οι νομικοί φραγμοί. Η Ουάσιγκτον μπορεί έτσι να μειώνει μία δαπάνη, διατηρώντας τη στρατιωτική υποστήριξη με διαφορετικές διαδικασίες ελέγχου. Το κριτήριο παραμένει ποια όπλα παραδίδονται, για ποια χρήση και με ποια λογοδοσία. Η περικοπή μίας επιταγής δεν αρκεί για να απαντήσει σε αυτά.
Η Γάζα δίνει στη συζήτηση αυτή συγκεκριμένο ανθρωπιστικό και πολιτικό περιεχόμενο. Στην έκθεση της 29ης Οκτωβρίου, το Γραφείο Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων του ΟΗΕ (OCHA) κατέγραφε συνεχιζόμενες ισραηλινές επιδρομές και πυρά, παρά την εκεχειρία. Κατέγραφε επίσης σοβαρές ελλείψεις στην ανθρωπιστική ανταπόκριση. Η προστασία των Ισραηλινών από πυραύλους και η παροχή όπλων για επιχειρήσεις που θέτουν σε κίνδυνο Παλαιστίνιους αμάχους απαιτούν διαφορετικά κριτήρια. Η διάκριση επιτρέπει συγκεκριμένες απαιτήσεις για τη χρήση των όπλων, την ανθρωπιστική πρόσβαση και τη λογοδοσία.
Η εκλογή του Abdul El-Sayed στο Μίσιγκαν δίνει συγκεκριμένο πρόσωπο σε αυτή τη διαμάχη. Ο πρώτος μουσουλμάνος που εξελέγη στη Γερουσία των ΗΠΑ κέρδισε έχοντας αντιταχθεί στην αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ, ενώ έθεσε στο επίκεντρο της εκστρατείας του το κόστος ζωής και την καθολική υγειονομική κάλυψη. Η νίκη του δείχνει ότι η αμφισβήτηση της βοήθειας προς το Ισραήλ μπορεί να συνυπάρξει με εκλογική επιτυχία σε μια κρίσιμη πολιτεία. Δεν αποδεικνύει ότι η Γάζα καθόρισε την ψήφο, ούτε ότι οι Δημοκρατικοί συμφωνούν μαζί του. Ενισχύει, όμως, τη δυνατότητα μιας πτέρυγας του κόμματος να διεκδικήσει αλλαγές στις προτεραιότητες και στους όρους της αμερικανικής υποστήριξης. Για την Αθήνα, το μήνυμα είναι πρακτικό: χρειάζεται να κατανοήσει τις διαφορετικές αντιλήψεις των νέων συνομιλητών της για το Ισραήλ και την ασφάλεια της περιοχής. Η επιστροφή των Δημοκρατικών δεν συνεπάγεται επιστροφή σε μια γνώριμη, ενιαία εξωτερική πολιτική.
Οι Δημοκρατικοί θα χρειαστεί να συμφωνήσουν πρώτα μεταξύ τους. Τον Ιούλιο, 103 βουλευτές τους, υποστήριξαν τροπολογία διακοπής βοήθειας $3,3 δισ. προς το Ισραήλ. Η τροπολογία απορρίφθηκε. Η εκλογική νίκη δεν εξαφανίζει αυτή τη διαίρεση. Η άτυπη καθυστέρηση ενός εξοπλιστικού πακέτου από επιτροπή δεν συνιστά απόλυτο νομικό βέτο. Μία νομοθετική απαγόρευση μπορεί να προσκρούσει στο προεδρικό βέτο, ενώ υπάρχουν εξαιρέσεις επείγοντος από τις συνήθεις προθεσμίες ελέγχου. Αποτελεσματική πίεση σημαίνει όρους που μπορούν να συμφωνηθούν, να εφαρμοστούν και να ελεγχθούν.
Η ελληνική σχέση με το Ισραήλ δίνει στη συζήτηση αυτή άμεσο ενδιαφέρον για την Αθήνα. Στις 31 Αυγούστου, το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε την υπογραφή συμφωνίας περίπου €3 δισ. για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», η οποία προβλέπει αγορά ισραηλινών συστημάτων αεράμυνας και διοίκησης ελέγχου, καθώς και συνεργασία με την ελληνική βιομηχανία. Η υπογραφή δεν πιστοποιεί επιχειρησιακή ετοιμότητα. Η Αθήνα χρειάζεται εξασφαλισμένα χρονοδιαγράμματα, αναπλήρωση αποθεμάτων και εγχώρια υποστήριξη, όταν ο προμηθευτής καλύπτει ταυτόχρονα πολεμικές ανάγκες. Χρειάζεται επίσης συνεπή στάση απέναντι στο διεθνές δίκαιο. Η επιλεκτική εφαρμογή του αποδυναμώνει την αξιοπιστία μίας χώρας που το επικαλείται για τα δικά της κυριαρχικά δικαιώματα.
Το εμπόριο με την Κίνα και η αποτροπή
Απέναντι στην Κίνα, η ενίσχυση των Δημοκρατικών μπορεί σε ορισμένα ζητήματα να κάνει την αμερικανική πολιτική αυστηρότερη. Τον Ιανουάριο, το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου επέτρεψε υπό όρους την εξέταση αδειών εξαγωγής επεξεργαστών H200 της Nvidia στην κινεζική αγορά. Τον Σεπτέμβριο, Δημοκρατικοί γερουσιαστές ζητούσαν να τερματιστεί η κινεζική πρόσβαση σε προηγμένα τσιπ και στον εξοπλισμό παραγωγής τους. Η διαφωνία αφορά το αν τεχνολογία που στηρίζει την τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εμπορικό αντάλλαγμα, παρά τις συνέπειες για την ασφάλεια.
Ένα διαφορετικό Κογκρέσο μπορεί να ελέγξει αυστηρότερα την πολιτική αδειοδότησης και να επιδιώξει νέους νομοθετικούς περιορισμούς. Θα μπορούσε έτσι να περιορίσει τα περιθώρια του Trump για συμφωνίες με το Πεκίνο. Δεν προκύπτει, ωστόσο, ότι θα μειωθούν οι δασμολογικές πιέσεις ή ο τεχνολογικός ανταγωνισμός. Πριν από τις εκλογές, ο Ryan Hass του Brookings εκτιμούσε ότι ο Trump μπορεί να επιμείνει στις εμπορικές συγκρούσεις. Κατά τον Hass, ο Trump μπορεί ταυτόχρονα να επιδιώξει να αποφύγει άμεση στρατιωτική αναμέτρηση με την Κίνα ή τη Ρωσία. Η οικονομική επιθετικότητα και η στρατιωτική επιφυλακτικότητα μπορούν να συνυπάρχουν.
Η Ταϊβάν δείχνει πώς το εμπορικό παζάρι αγγίζει την αποτροπή. Στις 6 Οκτωβρίου, κατεγράφη καθυστέρηση νέου εξοπλιστικού πακέτου $14 δισ. Ο Trump το είχε παρουσιάσει ως διαπραγματευτικό χαρτί στη σχέση με τον Xi Jinping. Η εγκατάλειψη του νησιού δεν είναι διαπιστωμένο γεγονός. Το πρόβλημα είναι η αβεβαιότητα: η αποτροπή χρειάζεται προβλέψιμη ενίσχυση, ενώ μία διαπραγμάτευση μπορεί να χρησιμοποιεί την καθυστέρησή της ως μέσο πίεσης.
Το Πεκίνο έχει δικά του μέσα πίεσης. Μετά τη σύνοδο των Trump και Xi Jinping τον Σεπτέμβριο, ο Λευκός Οίκος αναγνώριζε ότι διαπραγματευόταν ακόμη την πρόσβαση σε σπάνιες γαίες και κρίσιμα ορυκτά. Στις 16 Οκτωβρίου, η Ursula von der Leyen ανακοίνωνε μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στους κινεζικούς ελέγχους εξαγωγών, ιδίως για σπάνιες γαίες και μαγνήτες. Η Ευρώπη καλείται να περιορίσει τα εμπορικά ανισοζύγια, ενώ η βιομηχανία της χρειάζεται κινεζικές πρώτες ύλες. Μία διμερής αμερικανοκινεζική διευθέτηση δεν εξασφαλίζει αυτομάτως τις ευρωπαϊκές προμήθειες. Η Ευρώπη οφείλει να διαπραγματεύεται για τις δικές της ανάγκες και να χρηματοδοτεί εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού.
Για την Ελλάδα, αυτή η σχέση έχει συγκεκριμένη διεύθυνση: τον Πειραιά. Η ανακοίνωση αποτελεσμάτων της ΟΛΠ Α.Ε. τον Σεπτέμβριο επιβεβαιώνει ότι η COSCO κατέχει το 67% της εταιρείας. Συνδέει επίσης τις εξελίξεις στη διακίνηση φορτίων, μεταξύ άλλων, με τους δασμούς και τις προοπτικές των διαδρομών μέσω Σουέζ. Οι εμπορικές αποφάσεις της Ουάσιγκτον και οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή συναντώνται σε μία ελληνική υποδομή. Η Αθήνα χρειάζεται κανόνες ασφαλείας και επιχειρησιακής συνέχειας, μαζί με κοινή ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση. Η οικονομική συνεργασία δεν καταργεί τις συγκρούσεις συμφερόντων που τη διαπερνούν.
Η Ουκρανία στον ίδιο λογαριασμό
Τα μέτωπα συνδέονται και με κάτι πιο απτό από τη διπλωματική προσοχή: τα αποθέματα. Στην έκθεση του Σεπτεμβρίου για το Ιράν, το CRS παρέθετε εκτίμηση του Πενταγώνου από έκθεση του επικεφαλής γενικού επιθεωρητή. Η εκτίμηση αφορούσε στρατηγικές ελλείψεις πυρομαχικών και δυσκολίες αναπλήρωσης από τη βιομηχανία. Δεν είναι όλα τα οπλικά συστήματα εναλλάξιμα μεταξύ Ισραήλ, Ουκρανίας και Ταϊβάν. Οι ανάγκες τους, όμως, συναντώνται στους προϋπολογισμούς, στην παραγωγή και στον χρόνο παράδοσης. Μία θετική ψηφοφορία στην Ουάσιγκτον δεν αυξάνει από μόνη της την παραγωγική δυναμικότητα.
Για τη Μόσχα, η διάρκεια αυτών των περιορισμών έχει σημασία. Όσο δυσκολότερα εξασφαλίζεται συνεχής υποστήριξη προς το Κίεβο, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο πειρασμός να επενδύσει στη φθορά. Η ευρωπαϊκή απάντηση χρειάζεται συμβόλαια, παραγωγή και σταθερή χρηματοδότηση. Στη σύνοδο του Οκτωβρίου, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναφερόταν στις εκταμιεύσεις του δανείου των €90 δισ. για την Ουκρανία το 2026 και το 2027. Στην ίδια σύνοδο επέκρινε την προσωρινή αμερικανική άρση κυρώσεων στο ρωσικό ντίζελ. Η απόκλιση συμφερόντων υπήρχε ήδη πριν από τις κάλπες.
Η Διακήρυξη του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, τον Ιούλιο, είχε καταγράψει ότι οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι και ο Καναδάς αναλαμβάνουν μεγαλύτερη αμυντική ευθύνη. Το νέο Κογκρέσο μπορεί να βοηθήσει ώστε η μετάβαση να γίνει πιο προβλέψιμη. Η Ευρώπη πρέπει να χρησιμοποιήσει αυτή τη δυνατότητα για πολυετείς δεσμεύσεις και πραγματικές παραδόσεις. Διαφορετικά, θα ζητά θέση στη διαπραγμάτευση για την Ουκρανία χωρίς να μπορεί να στηρίξει τις εγγυήσεις που προτείνει.
Οι όροι που χρειάζεται η Αθήνα
Το ίδιο κριτήριο ισχύει για τις αμερικανοτουρκικές εξοπλιστικές σχέσεις. Το CRS καταγράφει τον ρόλο του Κογκρέσου σε ενδεχόμενη πώληση F-35 στην Τουρκία και στις κυρώσεις που συνδέονται με τους ρωσικούς S-400. Καταγράφει επίσης διαφορετικές θέσεις μεταξύ των νομοθετών. Η Ελλάδα χρειάζεται συγκεκριμένα επιχειρήματα για την ασφάλεια της συμμαχικής τεχνολογίας και τις στρατιωτικές ισορροπίες. Η προσδοκία ότι το κομματικό χρώμα της νέας πλειοψηφίας εξασφαλίζει αυτομάτως την επιθυμητή απόφαση θα ήταν διπλωματικός εφησυχασμός.
Στα Βαλκάνια, προέχει να αντέξουν οι δεσμεύσεις στις αλλαγές προσώπων. Τον Οκτώβριο, η Jeanne Shaheen υπερασπίστηκε τη θεσμική σταθερότητα της περιοχής και επέκρινε την άρση κυρώσεων στον Milorad Dodik. Η ίδια αποχωρεί από τη Γερουσία. Για την Αθήνα, η συνέχεια απαιτεί σταθερή συνεργασία με επιτροπές και θεσμούς, συνδεδεμένη με την ευρωπαϊκή πολιτική. Η προσωπική πρόσβαση σε έναν σύμμαχο δεν εξασφαλίζει ότι ο διάδοχός του θα δώσει την ίδια προσοχή.
Μία βιαστική απομάκρυνση από τις ΗΠΑ μπορεί να δημιουργήσει περισσότερα κενά από όσα θα καλύψει. Πρόκειται για βάσιμο αντίλογο στην απαίτηση μεγαλύτερης ευρωπαϊκής αυτονομίας. Η ενίσχυση της Ευρώπης χρειάζεται διατλαντική συνεργασία, συμβατότητα μέσων και χρόνο. Η ευκαιρία του νέου Κογκρέσου πρέπει επομένως να μετατραπεί σε συμφωνίες με διάρκεια, όσο οι Ευρωπαίοι καλύπτουν τις δικές τους ελλείψεις.
Η Αθήνα οφείλει να κρίνει κάθε εξοπλιστική συμφωνία από τον χρόνο παράδοσης των συστημάτων και την υποστήριξή τους σε κρίση. Χρειάζεται επίσης να αξιολογεί κάθε συνεργασία από τους κινδύνους που περιορίζει και κάθε διπλωματική επιτυχία από τη δέσμευση που εξασφαλίζει. Η ήττα του Trump προσφέρει νέους συνομιλητές και περιθώρια παρέμβασης. Το να εξαντληθούν στην ανακούφιση θα ήταν δική μας πολιτική αποτυχία.





