Νικόλ Μαλλιωτάκη: Επανεξελέγη στη Νέα Υόρκη – Η σχέση με τον Τραμπ και οι παρεμβάσεις για τα F-35 και την Κύπρο
Η 45χρονη Ελληνοαμερικανίδα διατήρησε την έδρα της στη Βουλή των Αντιπροσώπων – Η κρητική καταγωγή, η συνάντηση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και η σκληρή κριτική στον Ερντογάν
Η Νικόλ Μαλλιωτάκη, η 45χρονη Ελληνοαμερικανίδα βουλευτής των Ρεπουμπλικανών, επικράτησε στην εκλογική αναμέτρηση για την 11η περιφέρεια της Νέας Υόρκης, εξασφαλίζοντας ακόμη μία θητεία στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Ηνωμένων Πολιτειών.
Αντίπαλός της ήταν ο Δημοκρατικός Μάικ ΝτεΣίλις, πρώην αστυνομικός της Νέας Υόρκης και διασώστης που είχε συμμετάσχει στις επιχειρήσεις μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Η Μαλλιωτάκη διατήρησε την έδρα που περιλαμβάνει το Στάτεν Άιλαντ και τμήματα του νότιου Μπρούκλιν, παραμένοντας η μοναδική Ρεπουμπλικανή που εκπροσωπεί την πόλη της Νέας Υόρκης στο Κογκρέσο.
Με καταμετρημένο το 93% των ψήφων, συγκέντρωνε 56,1%, έναντι 43,7% του Δημοκρατικού αντιπάλου της. Το CNN είχε μεταδώσει την επικράτησή της πριν ολοκληρωθεί η καταμέτρηση.
Η νίκη της έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική ομογένεια, καθώς η Μαλλιωτάκη έχει αναλάβει επανειλημμένα πρωτοβουλίες για ζητήματα που αφορούν την Ελλάδα και την Κύπρο. Παράλληλα, αποτελεί υποστηρίκτρια του Ντόναλντ Τραμπ και διατηρεί πολιτική πρόσβαση στον Λευκό Οίκο, χωρίς αυτό να την έχει εμποδίσει να εκφράσει αντιρρήσεις για ενδεχόμενη πώληση προηγμένων αμερικανικών μαχητικών στην Τουρκία.
Σε συνέντευξή της τον Σεπτέμβριο του 2026 είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Η Τουρκία είναι σύμμαχος του ΝΑΤΟ στα χαρτιά, όμως υπό τον Ερντογάν συχνά ενεργεί ως αντίπαλος άλλων μελών του ΝΑΤΟ και χωρών της περιοχής».
Η εκλογική μάχη με τον Μάικ ΝτεΣίλις
Η αναμέτρηση πραγματοποιήθηκε σε μια περιφέρεια με ιδιαίτερη πολιτική φυσιογνωμία. Παρότι η Νέα Υόρκη θεωρείται παραδοσιακά προπύργιο των Δημοκρατικών, το Στάτεν Άιλαντ και τμήματα του νότιου Μπρούκλιν εμφανίζουν ισχυρότερη εκλογική παρουσία των Ρεπουμπλικανών.
Η Μαλλιωτάκη είχε καταφέρει να διατηρήσει την έδρα της και στις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, συγκεντρώνοντας περίπου 64% το 2024 και 62% το 2022.
Κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2026 έδωσε έμφαση στο κόστος ζωής, στη φορολογία, στη μεταναστευτική πολιτική και στην αντιμετώπιση της εγκληματικότητας. Από την πλευρά του, ο ΝτεΣίλις άσκησε κριτική στη σχέση της με τον Τραμπ και στις οικονομικές επιλογές των Ρεπουμπλικανών.
Λίγες ώρες πριν από την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, η Μαλλιωτάκη εμφανιζόταν αισιόδοξη, υποστηρίζοντας ότι είχε ανταποκριθεί στις ανάγκες των κατοίκων του Στάτεν Άιλαντ και του Μπρούκλιν και εκφράζοντας την πεποίθηση ότι οι ψηφοφόροι θα αναγνώριζαν το έργο της.
Κόρη Κρητικού μετανάστη και Κουβανής που εγκατέλειψε το καθεστώς Κάστρο
Η Νικόλ Μαλλιωτάκη γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1980 στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης και μεγάλωσε στο Στάτεν Άιλαντ. Προέρχεται από οικογένεια με δύο διαφορετικές μεταναστευτικές διαδρομές.
Ο πατέρας της, Γιώργος Μαλλιωτάκης, κατάγεται από την Κρήτη, ενώ η μητέρα της, Βέρα, εγκατέλειψε την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο.
Η οικογενειακή της ιστορία επηρέασε σημαντικά την πολιτική της ταυτότητα, ιδιαίτερα όσον αφορά την αντίθεσή της στον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό.
Σε συνέντευξή της τον Σεπτέμβριο του 2026 αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε ο πατέρας της όταν έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως είπε, είχε μόλις 50 δολάρια στην τσέπη του, δεν είχε συγγενείς ή φίλους στη χώρα και δεν γνώριζε αγγλικά. Παρά τις δυσκολίες, εργάστηκε σκληρά, δημιούργησε μια μικρή επιχείρηση και κατάφερε να αποκτήσει το δικό του σπίτι.
Η ίδια έχει παρουσιάσει την πορεία του ως παράδειγμα του αμερικανικού ονείρου, τονίζοντας ότι η εργατικότητα της οικογένειάς της, αλλά και η ελληνική ιστορία και παράδοση, επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πολιτική.
Μεγάλωσε ως Ορθόδοξη Χριστιανή και διατήρησε στενούς δεσμούς με την ελληνική και την κουβανική κοινότητα της Νέας Υόρκης. Μιλά αγγλικά, ισπανικά και ελληνικά.
Αποφοίτησε το 1998 από το New Dorp High School και στη συνέχεια σπούδασε Επικοινωνία και Δημόσιες Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο Σίτον Χολ του Νιου Τζέρσεϊ, από όπου έλαβε πτυχίο το 2001. Το 2010 ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Wagner College.
Από την πολιτειακή Συνέλευση στη διεκδίκηση της δημαρχίας
Η επαγγελματική της πορεία ξεκίνησε ως σύμβουλος επικοινωνίας του πολιτειακού γερουσιαστή Τζον Μάρτσι. Στη συνέχεια εργάστηκε στο γραφείο του Ρεπουμπλικανού κυβερνήτη της Νέας Υόρκης, Τζορτζ Πατάκι, ενώ αργότερα απασχολήθηκε στον ενεργειακό τομέα, αναλαμβάνοντας καθήκοντα δημοσίων σχέσεων στην εταιρεία ηλεκτρικής ενέργειας Consolidated Edison.
Το 2010 εξελέγη για πρώτη φορά στην Πολιτειακή Συνέλευση της Νέας Υόρκης, όπου παρέμεινε για πέντε διαδοχικές θητείες, έως το 2020.
Κατά τη διάρκεια της πολιτικής της παρουσίας στην πολιτειακή Συνέλευση ασχολήθηκε με ζητήματα φορολογίας, μεταφορών, δημόσιας διοίκησης και διαφάνειας. Άσκησε κριτική στον πρώην πρόεδρο του σώματος, Σέλντον Σίλβερ, ο οποίος καταδικάστηκε για υποθέσεις διαφθοράς, ενώ προώθησε μέτρα για τη δημοσιοποίηση συνεδριάσεων και ψηφοφοριών των κοινοβουλευτικών επιτροπών.
Παράλληλα, συμμετείχε σε πρωτοβουλίες για την αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε ο τυφώνας Σάντι το 2012, με ιδιαίτερη έμφαση στις παράκτιες περιοχές του Στάτεν Άιλαντ.
Το 2017 διεκδίκησε τη δημαρχία της Νέας Υόρκης με το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών, απέναντι στον τότε δήμαρχο Μπιλ ντε Μπλάζιο. Ηττήθηκε, συγκεντρώνοντας περίπου 28% των ψήφων έναντι 66% του αντιπάλου της. Ωστόσο, στο Στάτεν Άιλαντ έλαβε περίπου το 70%, γεγονός που ενίσχυσε την πολιτική της παρουσία στην περιοχή.
Η νίκη επί του Μαξ Ρόουζ και η είσοδος στο Κογκρέσο
Το 2020 πέτυχε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές της νίκες, επικρατώντας του εν ενεργεία Δημοκρατικού βουλευτή Μαξ Ρόουζ στην 11η περιφέρεια της Νέας Υόρκης.
Συγκέντρωσε 53,2% έναντι 46,8% του αντιπάλου της και ανέλαβε τα καθήκοντά της στη Βουλή των Αντιπροσώπων τον Ιανουάριο του 2021.
Στο Κογκρέσο ανέλαβε καθήκοντα αναπληρώτριας κοινοβουλευτικής συντονίστριας της Ρεπουμπλικανικής Κοινοβουλευτικής Ομάδας και συμμετείχε στην Επιτροπή Τρόπων και Μέσων, η οποία ασχολείται με τη φορολογία και σημαντικά ζητήματα οικονομικής πολιτικής.
Συμμετείχε επίσης στις υποεπιτροπές Φορολογίας και Εποπτείας, καθώς και στη Μικτή Οικονομική Επιτροπή του Κογκρέσου.
Οι βασικές προτεραιότητές της περιλάμβαναν τις φορολογικές ελαφρύνσεις, την ενίσχυση της αστυνομίας, την ασφάλεια των συνόρων και την αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης.
Το 2025 υποστήριξε το πακέτο φορολογικών αλλαγών των Ρεπουμπλικανών, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αύξηση του ορίου έκπτωσης των πολιτειακών και τοπικών φόρων, γνωστού ως SALT.
Σύμφωνα με την ίδια, η συγκεκριμένη ρύθμιση επέτρεψε στο 98% των νοικοκυριών της περιφέρειάς της να εκπέσουν πλήρως τους σχετικούς φόρους. Υποστήριξε επίσης φορολογικές ελαφρύνσεις για ηλικιωμένους, εργαζομένους που λαμβάνουν φιλοδωρήματα ή αμοιβές υπερωριών και οικογένειες με παιδιά.
Στον τομέα των υποδομών, συμμετείχε στην εξασφάλιση ομοσπονδιακών κονδυλίων για έργα μεταφορών, την αναβάθμιση γεφυρών και την προστασία παράκτιων περιοχών από πλημμύρες. Μεταξύ των σημαντικών παρεμβάσεών της ήταν η προώθηση της χρηματοδότησης για το έργο προστασίας της ανατολικής ακτής του Στάτεν Άιλαντ, το οποίο είχε καθυστερήσει επί χρόνια.
Η σκληρή στάση απέναντι στην Τουρκία και το ζήτημα των F-35
Οι θέσεις της Μαλλιωτάκη για την Τουρκία αποτελούν ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της πολιτικής της παρουσίας στο Κογκρέσο.
Σε συνέντευξή της στην «Καθημερινή», στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για το ενδεχόμενο επιστροφής της Άγκυρας στο πρόγραμμα των αμερικανικών μαχητικών F-35.
«Η Τουρκία είναι σύμμαχος του ΝΑΤΟ στα χαρτιά, όμως υπό τον Ερντογάν συχνά ενεργεί ως αντίπαλος άλλων μελών του ΝΑΤΟ και χωρών της περιοχής», είχε δηλώσει.
Αναφέρθηκε στις σχέσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία και το Ιράν, στη στάση της απέναντι στο Ισραήλ, καθώς και στις καταγγελίες για τη φιλοξενία ηγετικών στελεχών της Χαμάς.
Παράλληλα, άσκησε κριτική στην τουρκική κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου και στις υπερπτήσεις τουρκικών στρατιωτικών αεροσκαφών πάνω από ελληνικά νησιά. Υποστήριξε ότι τέτοιες ενέργειες στρέφονται εναντίον ενός ακόμη μέλους της Συμμαχίας.
Κατά την άποψή της, η συμπεριφορά της Άγκυρας δεν δικαιολογεί την παραχώρηση των πλέον προηγμένων αμερικανικών οπλικών συστημάτων.
Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι η κυβέρνηση Τραμπ ενδεχομένως να μπορούσε να προχωρήσει σε συμφωνία για τα F-35 ακόμη και χωρίς τη συναίνεση του Κογκρέσου. Όπως επισήμανε, οι βουλευτές μπορούσαν να ασκήσουν πολιτική πίεση, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα κατάφερναν να εμποδίσουν μια τέτοια απόφαση.
Η αντίθεσή της στις εξοπλιστικές συμφωνίες με την Τουρκία είχε εκφραστεί ήδη από τα πρώτα χρόνια της παρουσίας της στο Κογκρέσο.
Τον Οκτώβριο του 2021 πρωτοστάτησε σε διακομματική επιστολή προς την κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν, ζητώντας να απορριφθεί το τουρκικό αίτημα για την αγορά 40 νέων F-16 και 80 συλλογών εκσυγχρονισμού. Οι βουλευτές που υπέγραψαν την επιστολή επικαλέστηκαν την απόκτηση των ρωσικών συστημάτων S-400 από την Άγκυρα και την προηγούμενη απομάκρυνσή της από το πρόγραμμα των F-35.
Τον Σεπτέμβριο του 2025 συμμετείχε μαζί με τους Κρις Πάπας, Γκας Μπιλιράκη και Ντίνα Τάιτους σε κοινή παρέμβαση προς την κυβέρνηση Τραμπ, ενόψει συνάντησης του Αμερικανού προέδρου με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Οι τέσσερις βουλευτές προειδοποίησαν ότι ενδεχόμενη πώληση F-35 στην Τουρκία, χωρίς προηγούμενη συμμόρφωση της χώρας με την αμερικανική νομοθεσία, θα δημιουργούσε προβληματικό προηγούμενο.
Τον Ιούνιο του 2026 η Μαλλιωτάκη συνυπέγραψε νέα παρέμβαση, αυτή τη φορά μαζί με τους Ρεπουμπλικανούς Γκας Μπιλιράκη, Μάικ Χαριδόπουλο και Τζίμι Πατρώνη, εκφράζοντας την αντίθεσή τους στη σχεδιαζόμενη πώληση αμερικανικών κινητήρων F110 στην Τουρκία.
Οι τέσσερις Ελληνοαμερικανοί νομοθέτες επικαλέστηκαν τις τουρκικές διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, την κατοχή στην Κύπρο και τη στάση της Άγκυρας απέναντι στο Ισραήλ. Με τις παρεμβάσεις τους επιδίωξαν να συνδέσουν την πρόσβαση της Τουρκίας σε αμερικανικά οπλικά συστήματα με τη συμπεριφορά της απέναντι στους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η συνάντηση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη
Η Νικόλ Μαλλιωτάκη είχε συναντηθεί με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στις 10 Ιουλίου 2024 στην Ουάσινγκτον, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ.
Στη συνάντηση συμμετείχαν επίσης οι Ελληνοαμερικανοί βουλευτές Κρις Πάπας, Ντίνα Τάιτους, Γκας Μπιλιράκης και Τζον Σαρμπάνης.
Η Μαλλιωτάκη είχε χαρακτηρίσει τη συζήτηση παραγωγική και είχε εκφράσει την ικανοποίησή της για τη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων εκείνη την περίοδο.
Ειδικότερα, είχε αναφερθεί στην απουσία παραβιάσεων του ελληνικού εναέριου χώρου από τουρκικά αεροσκάφη κατά τους προηγούμενους 18 μήνες, σύμφωνα με την ενημέρωση που είχε λάβει, καθώς και στη συνεργασία των δύο χωρών στο μεταναστευτικό.
Απέδωσε τη συγκεκριμένη εξέλιξη τόσο στην πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης όσο και στις πιέσεις που είχαν ασκήσει μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου προς την Τουρκία.
Στη συνάντηση συζητήθηκαν ακόμη η αναβάθμιση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, η απόκτηση μαχητικών F-35 και φρεγατών, οι εξελίξεις στη Βόρεια Μακεδονία, η κατάσταση στον Λίβανο και οι προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στην επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, η οποία παραμένει κλειστή από το 1971.
Η Μαλλιωτάκη επισήμανε επίσης την κοινή κρητική καταγωγή του πατέρα της και του Έλληνα πρωθυπουργού, ενώ αναφέρθηκε στην πρόοδο που, κατά την εκτίμησή της, είχε σημειώσει η Ελλάδα στην οικονομία, στην άμυνα και στην ενεργειακή αυτονομία.
Η Ελλάδα, ο Μάρκο Ρούμπιο και η Ανατολική Μεσόγειος
Η Ελληνοαμερικανίδα βουλευτής έχει αναφερθεί επανειλημμένα στη στρατηγική σημασία της Ελλάδας για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τον Σεπτέμβριο του 2026 υποστήριξε ότι η Αθήνα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ασφάλεια της Μεσογείου, αποτελεί πύλη προς την Ευρώπη και μπορεί να εξελιχθεί σε σημαντικό ενεργειακό παράγοντα.
Στο ίδιο πλαίσιο εξέφρασε την εμπιστοσύνη της στον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, τον οποίο χαρακτήρισε έναν από τους σημαντικότερους υποστηρικτές της συνεργασίας Ελλάδας, Κύπρου και Ηνωμένων Πολιτειών.
Κατά την εκτίμησή της, ο Ρούμπιο κατανοεί τη στρατηγική αξία των δύο χωρών, αλλά και τους κινδύνους που ενδέχεται να προκύψουν από την τουρκική πολιτική.
Τον Οκτώβριο του 2026 χαιρέτισε επίσης την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στην Αθήνα, στο πλαίσιο του έκτου Στρατηγικού Διαλόγου ΗΠΑ και Ελλάδας, ζητώντας περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η ελληνική ομογένεια εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική επιρροή στην Ουάσινγκτον, αλλά χρειάζεται μεγαλύτερη ενότητα και συνεργασία με άλλες κοινότητες που συμμερίζονται τις ίδιες ανησυχίες.
Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε ιδιαίτερα στις εβραϊκές και αρμενικές οργανώσεις, εκτιμώντας ότι κοινές πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις πιέσεις για την αποτροπή πώλησης F-35 στην Τουρκία.
Η πολιτική συμμαχία με τον Τραμπ και η αντίθεση στον σοσιαλισμό
Η Μαλλιωτάκη συγκαταλέγεται στις πιο αναγνωρίσιμες Ρεπουμπλικανές πολιτικούς της Νέας Υόρκης που υποστήριξαν τη δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ.
Κατά την προεκλογική περίοδο του 2026 υποστήριξε την ανάγκη να διατηρήσουν οι Ρεπουμπλικανοί τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας, προκειμένου να συνεχιστεί η εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής.
Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη φορολογία, στην ασφάλεια των συνόρων, στην ενίσχυση της αμερικανικής βιομηχανίας και στην προσέλκυση επενδύσεων.
Παράλληλα, άσκησε κριτική στην αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών, υποστηρίζοντας ότι το κόμμα είχε μετακινηθεί προς τον σοσιαλισμό.
Η αντίθεσή της στον κομμουνισμό συνδέεται και με την οικογενειακή της ιστορία, καθώς η μητέρα της εγκατέλειψε την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο.
Παρά την κομματική της ταυτότητα, η ίδια έχει περιγράψει τον εαυτό της ως πολιτικό του κεντροδεξιού χώρου, υποστηρίζοντας ότι η πλειονότητα των Αμερικανών βρίσκεται στο Κέντρο και όχι στα άκρα των δύο παρατάξεων.
Έχει επισημάνει ακόμη ότι στην εκλογική της περιφέρεια υπάρχουν περισσότεροι εγγεγραμμένοι Δημοκρατικοί από Ρεπουμπλικανούς, αλλά αρκετοί ψηφοφόροι επιλέγουν τους Ρεπουμπλικανούς λόγω των θέσεών τους για την οικονομία, τη φορολογία και τη δημόσια ασφάλεια.
Οι παρεμβάσεις για το Στάτεν Άιλαντ και τις τοπικές υποδομές
Σημαντικό μέρος της κοινοβουλευτικής δραστηριότητας της Μαλλιωτάκη αφορά τα προβλήματα και τις ανάγκες της εκλογικής της περιφέρειας.
Μετά τον τυφώνα Σάντι είχε αναλάβει πρωτοβουλίες για την αποκατάσταση των πληγεισών περιοχών και την ενίσχυση της προστασίας τους απέναντι σε μελλοντικά ακραία καιρικά φαινόμενα.
Υποστήριξε επίσης έργα αναβάθμισης του συγκοινωνιακού δικτύου, της ακτοπλοϊκής σύνδεσης του Στάτεν Άιλαντ και των οδικών υποδομών.
Ως μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων συμμετείχε στην προώθηση ομοσπονδιακών επενδύσεων για την αποκατάσταση γεφυρών στους αυτοκινητοδρόμους Staten Island Expressway και Gowanus Expressway, καθώς και για έργα στο λιμάνι Arthur Kill και στη σιδηροδρομική σύνδεση της Νέας Υόρκης με το Νιου Τζέρσεϊ.
Ανέλαβε ακόμη πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της αστυνομίας και των υπηρεσιών ασφαλείας, την αντιμετώπιση της κακοποίησης ζώων και την προστασία των ηλικιωμένων.
Τον Οκτώβριο του 2026 ανακοίνωσε νέα ομοσπονδιακή χρηματοδότηση περίπου 687.000 δολαρίων για εκπαιδευτικό και περιβαλλοντικό πρόγραμμα στο πάρκο Freshkills. Είχε επίσης εξασφαλίσει χρηματοδότηση ενός εκατομμυρίου δολαρίων για την αναβάθμιση των συστημάτων ασφαλείας στο συγκρότημα κοινωνικής κατοικίας Berry Houses.
Η κοινοβουλευτική της δράση περιλαμβάνει ακόμη την υποστήριξη θυμάτων και διασωστών των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, με στόχο τη διευκόλυνση της πρόσβασής τους σε υγειονομικές παροχές και αποζημιώσεις.
Η παρουσία της ελληνικής ομογένειας στο Κογκρέσο
Η επανεκλογή της Νικόλ Μαλλιωτάκη διατηρεί την παρουσία της στο Κογκρέσο ως εκπροσώπου της μοναδικής περιφέρειας της Νέας Υόρκης που εκλέγει Ρεπουμπλικανό βουλευτή.
Παράλληλα, οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 ανέδειξαν δύο Ελληνοαμερικανούς πολιτικούς που ακολούθησαν διαφορετικές κομματικές διαδρομές: τη Μαλλιωτάκη από τους Ρεπουμπλικανούς στη Νέα Υόρκη και τον Κρις Πάπας από τους Δημοκρατικούς στο Νιου Χάμσαϊρ.
Παρά τις διαφορές τους σε σημαντικά ζητήματα της αμερικανικής εσωτερικής πολιτικής, οι δύο βουλευτές έχουν συνεργαστεί στο Κογκρέσο για την προώθηση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων και την άσκηση πιέσεων προς την Τουρκία.
Για τη Μαλλιωτάκη, η νέα θητεία σημαίνει τη συνέχιση μιας πολιτικής πορείας που συνδυάζει την υποστήριξη στον Ντόναλντ Τραμπ με την ανάδειξη της Ελλάδας και της Κύπρου ως σημαντικών εταίρων των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η στάση της απέναντι στον Ερντογάν και ειδικότερα στο ζήτημα των F-35 αναδεικνύει, παράλληλα, τις επιφυλάξεις που έχει εκφράσει για πιθανές αποφάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης σχετικά με τον εξοπλισμό της Τουρκίας.





