Η ΠΟΛΩΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΗΣ ΘΕΣΜΙΚΗΣ «ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ»

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Γράφει ο παρατηρητής

Το θεσμικό αδιέξοδο που κληρονόμησε ο Donald Tusk είναι πραγματικό. Η έξοδος από αυτό απαιτεί κανόνες που θα δεσμεύουν και τη δική του πλειοψηφία. 

Το βράδυ της 30ής Οκτωβρίου, η σύγκρουση για το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας έφτασε στον περίβολό του. Αστυνομικές δυνάμεις αναπτύχθηκαν γύρω από το κτίριο, η δικαστής Anna Korwin-Piotrowska ανακοίνωσε προσωρινή αναστολή καθηκόντων της ηγεσίας του για έναν μήνα και η αντιπολίτευση κατήγγειλε πραξικόπημα. Ο πρόεδρος Karol Nawrocki διέκοψε την πτήση του προς τη Σενεγάλη και επέστρεψε στη Βαρσοβία. Ο θεσμός που ελέγχει τη συνταγματικότητα των νόμων βρέθηκε με ανταγωνιστικές διεκδικήσεις ακόμη και για το ποιος δικαιούται να τον διοικεί. 

Ο χαρακτηρισμός των γεγονότων ως πραξικοπήματος χρειάζεται τεκμηρίωση πέρα από την πολιτική καταγγελία. Η αστυνομία δηλώνει ότι παρέμεινε στον εξωτερικό χώρο και κινητοποιήθηκε ύστερα από αιτήματα προστασίας. Αναφέρει επίσης ότι συνέλαβε τρία πρόσωπα που, σύμφωνα με την ίδια, υπερπήδησαν την περίφραξη. Η εκδοχή της χρειάζεται έλεγχο, όπως κάθε επίσημη περιγραφή εμπλεκόμενης αρχής. Δεν επιτρέπει, ωστόσο, να παρουσιάζεται ως βέβαιο γεγονός μια αστυνομική εισβολή στο κτίριο. Η ακρίβεια έχει εδώ πολιτική σημασία. Οι υπερβολικές περιγραφές θολώνουν το ζήτημα της αρμοδιότητας και της νομιμότητας. 

Η κυβέρνηση του Tusk έχει ισχυρούς λόγους να επιδιώκει την αποκατάσταση της δικαστικής ανεξαρτησίας. Οφείλει επίσης να εξηγήσει γιατί τα μέσα που υποστηρίζει υπηρετούν αυτόν τον στόχο. Όσο βαθύτερη είναι η προηγούμενη θεσμική βλάβη, τόσο μεγαλύτερη σημασία έχουν οι εγγυήσεις της αποκατάστασης. 


Οι δικαστικές κρίσεις για την προηγούμενη περίοδο 

Η κρίση άρχισε πολύ πριν από τη σημερινή αστυνομική παρουσία. Κατά τη διακυβέρνηση του κόμματος Law and Justice (PiS), έγιναν παρεμβάσεις που οδήγησαν σε παραβιάσεις τις οποίες εξέτασαν ευρωπαϊκά δικαστήρια. Στις 18 Δεκεμβρίου 2025, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) διαπίστωσε σοβαρές παρατυπίες στους διορισμούς τριών συνταγματικών δικαστών το 2015. Οι παρατυπίες αφορούσαν επίσης τον διορισμό της τότε προέδρου το 2016. Έκρινε ότι το δικαστήριο δεν πληρούσε τις ενωσιακές απαιτήσεις ανεξαρτησίας, αμεροληψίας και νόμιμης συγκρότησης. Ως προς τους διορισμούς, η απόφαση αφορά τις συγκεκριμένες παρατυπίες εκείνης της περιόδου. Η νομιμότητα της θέσης κάθε σημερινού δικαστή χρειάζεται χωριστή εξέταση. 

Το ιστορικό αυτό δεν συμβιβάζεται με την εικόνα ενός θεσμικά άθικτου δικαστηρίου που δέχθηκε ξαφνικά επίθεση από τη σημερινή κυβέρνηση. Η επίκληση της θεσμικής συνέχειας δεν μπορεί να προστατεύει χωρίς χρονικό όριο τις συνέπειες παράνομων διορισμών. Η εκλογική ήττα μιας κυβέρνησης δεν τερματίζει αυτομάτως την επιρροή της σε όργανα με μακρές θητείες. 

Το αδιέξοδο εκδηλώθηκε με την εκλογή νέων δικαστών από τη Βουλή και την άρνηση του Nawrocki να δεχθεί την ορκωμοσία ορισμένων. Στις 5 Μαΐου 2026, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπέδειξε προσωρινό μέτρο υπέρ τεσσάρων από αυτούς και ζήτησε από τις πολωνικές αρχές να μην τους εμποδίζουν να αναλάβουν και να ασκήσουν καθήκοντα. Ήταν προσωρινή προστασία, χωρίς τελική κρίση επί της ουσίας, παρείχε όμως σαφή ευρωπαϊκή βάση στην αντίθεση προς τον συνεχιζόμενο αποκλεισμό τους. 

Η Επιτροπή Βενετίας δημοσίευσε τη σχετική γνωμοδότηση στις 13 Οκτωβρίου 2026, υποστηρίζοντας ότι ο πρόεδρος δεν διαθέτει γενικό δικαίωμα αρνησικυρίας στην εκλογή συνταγματικών δικαστών από τη Βουλή. Δέχθηκε, με συγκεκριμένες εγγυήσεις, ότι η ορκωμοσία μπορεί να ολοκληρώνεται χωρίς τη φυσική παρουσία του, όταν εκείνος παρεμποδίζει αδικαιολόγητα τη διαδικασία. Η γνωμοδότηση είναι συμβουλευτική. Η συλλογιστική της δείχνει το πρόβλημα που προκύπτει όταν μια διαδικαστική προεδρική αρμοδιότητα μετατρέπεται σε εξουσία επιλογής δικαστών. 

Η παρατεταμένη αναμονή έχει κόστος. Η αδράνεια διατηρεί τον υφιστάμενο συσχετισμό και επιβραβεύει τη θεσμική παρεμπόδιση. Μια κυβέρνηση δεν μπορεί να περιμένει αόριστα τη συναίνεση όσων εμποδίζουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της. 


Η αποκατάσταση κρίνεται από τη μέθοδό της 

Η άρση αυτών των εμποδίων είναι αναγκαία. Η νομιμότητα του τρόπου που επιλέγεται χρειάζεται χωριστή εξέταση. Η απόφαση του ΔΕΕ για τους παλιούς διορισμούς δεν παρέχει ειδική εξουσιοδότηση για την αναστολή των καθηκόντων της σημερινής ηγεσίας. Το ίδιο ισχύει για το προσωρινό μέτρο του Στρασβούργου. 

Η Wirtualna Polska (WP) δημοσίευσε αποσπάσματα των εγγράφων της Korwin-Piotrowska. Σε αυτά η δικαστής επικαλείται διάταξη για την προσωρινή διακοπή καθηκόντων δικαστή των κοινών δικαστηρίων και κατάσταση συνταγματικής ανάγκης, καταλογίζει στην ηγεσία αποκλεισμό νέων δικαστών και προβληματικό καθορισμό δικαστικών συνθέσεων. Περιγράφει ακόμη κίνδυνο παράλυσης, τον οποίο συνδέει και με την έγκριση του προϋπολογισμού του δικαστηρίου.  

Οι καταγγελίες χρειάζονται εξέταση. Χωριστά πρέπει να απαντηθεί αν η ίδια είχε την αρμοδιότητα να αναστείλει τα καθήκοντα της ηγεσίας και να αναλάβει προσωρινά τη διοίκηση. Η νομιμότητα αυτών των πράξεων παραμένει αμφισβητούμενη. 

Η τήρηση των κανόνων έχει πρακτική σημασία. Οι κανόνες για τη θητεία, την παύση και την πειθαρχική ευθύνη προστατεύουν τον δικαστή όταν η πολιτική εξουσία τον θεωρεί ανεπιθύμητο. Αν αρκεί η επίκληση της ανάγκης για να παρακαμφθούν, την ίδια πρακτική θα μπορεί να ακολουθήσει και η επόμενη κυβέρνηση. Η σημερινή πλειοψηφία οφείλει να θεσπίζει κανόνες που θα αποδεχόταν και αν βρισκόταν αύριο στην αντιπολίτευση. 

Την ανάγκη αυτών των εγγυήσεων έχουν επισημάνει και ευρωπαϊκά όργανα. Το 2024, η Επιτροπή Βενετίας απέρριψε την πρόωρη αντικατάσταση ολόκληρης της τότε σύνθεσης. Επέκρινε επίσης την κυβερνητική άρνηση δημοσίευσης αποφάσεων και υποστήριξε ότι πρέπει να δημοσιεύονται όλες. Ζήτησε να προβλέπεται δυνατότητα επανεξέτασης όσων εκδόθηκαν με συμμετοχή παράτυπα διορισμένων δικαστών. Η αποκατάσταση απαιτεί στοχευμένες διορθώσεις και διαδικασίες ελέγχου. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να αποκτά γενική εξουσία να επιλέγει ποιες αποφάσεις του δικαστηρίου θα παράγουν αποτελέσματα. 


Η επιλογή του Maciej Berek 

Η περίπτωση του Maciej Berek δείχνει γιατί η δυσπιστία απέναντι στις σημερινές επιλογές δεν περιορίζεται στο PiS. Η Βουλή τον εξέλεξε συνταγματικό δικαστή στις 4 Σεπτεμβρίου 2026, λίγο μετά την αποχώρησή του από υπουργικό αξίωμα στην κυβέρνηση Tusk. Είχαν προηγηθεί αντιρρήσεις εννέα οργανώσεων, μεταξύ τους η Helsinki Foundation for Human Rights και η Stefan Batory Foundation. Οι οργανώσεις ζητούσαν να αποσυρθεί η υποψηφιότητά του λόγω της πολιτικής του εγγύτητας προς τον πρωθυπουργό. Δήλωναν ρητά ότι δεν αμφισβητούν τα νομικά του προσόντα ή την προσωπική του εντιμότητα. Έθεταν ζήτημα εμπιστοσύνης στην ανεξαρτησία του θεσμού. 

Το 2024, η ίδια η κυβέρνηση είχε προτείνει περιορισμό στις υποψηφιότητες πρώην υπουργών για το Συνταγματικό Δικαστήριο. Θα έπρεπε να έχουν περάσει τουλάχιστον τέσσερα χρόνια από τη λήξη των υπουργικών τους καθηκόντων. Η ρύθμιση δεν τέθηκε σε ισχύ. Επομένως, η εκλογή του Berek δεν αποδεικνύει παραβίαση ισχύοντος κωλύματος αυτού του είδους. Η επιλογή αυτή απέχει όμως από το πρότυπο που η κυβέρνηση παρουσίαζε ως εγγύηση αποκομματικοποίησης. 

Η αντίφαση έχει μεγαλύτερο κόστος για μια πλειοψηφία που έχει αναλάβει να αποκαταστήσει τους θεσμούς. Επιτρέπει στους υπεύθυνους της προηγούμενης υπονόμευσης να εμφανίζονται ως υπερασπιστές της δικαστικής ανεξαρτησίας. Δυσκολεύει επίσης τους πολίτες να διακρίνουν την αποκατάσταση από μια αλλαγή πολιτικής επιρροής. Κριτήριο επιτυχίας πρέπει να είναι η δυνατότητα του δικαστηρίου να αποφασίζει ανεξάρτητα, ακόμη και εις βάρος της σημερινής κυβέρνησης. 

Οι εκλογές του 2027 επιβαρύνουν αυτή την κατάσταση. Πριν από την τελευταία κλιμάκωση, ο αναλυτής Jacek Kucharczyk προειδοποιούσε στην εφημερίδα The Irish Times για τον αντίκτυπο στους αναποφάσιστους. Εκτιμούσε ότι η διαμάχη τούς αποπροσανατολίζει και μπορεί να τους οδηγήσει στην αποχή. Η εκτίμηση αυτή δεν αποδεικνύει ότι οι πρωταγωνιστές σχεδιάζουν κάθε τους κίνηση αποκλειστικά για εκλογικό όφελος, περιγράφει όμως ένα πρόσθετο κόστος της συνεχούς σύγκρουσης, ήτοι ότι η δυσπιστία μπορεί να πλήξει τη συμμετοχή και τη θεσμική νομιμοποίηση. 


Το ευρωπαϊκό συμφέρον της Ελλάδας 

Η ανεξαρτησία της πολωνικής δικαιοσύνης αφορά και στην Ελλάδα, επειδή οι δικαστικές αρχές των δύο χωρών συνεργάζονται. Για παράδειγμα, η Πολωνία μπορεί να ζητήσει, με ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, την παράδοση κάποιου που βρίσκεται στην Ελλάδα. Η συνεργασία αυτή βασίζεται στην εμπιστοσύνη ότι ο άνθρωπος αυτός θα δικαστεί δίκαια, από ανεξάρτητο δικαστήριο.  

Το ΔΕΕ έκρινε το 2020 ότι τα γενικά προβλήματα δικαστικής ανεξαρτησίας δεν δικαιολογούν την αυτόματη απόρριψη όλων των πολωνικών ενταλμάτων. Πρέπει να εξετάζεται αν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος άδικης δίκης για το συγκεκριμένο πρόσωπο. Όταν η εμπιστοσύνη στην ανεξαρτησία των δικαστηρίων κλονίζεται, η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών γίνεται δυσκολότερη.  

Η Αθήνα έχει συμφέρον να υπερασπίζεται ενιαία κριτήρια, εφαρμόσιμα και σε πολιτικά συγγενείς κυβερνήσεις. Η ευρωπαϊκή αξιοπιστία εξαρτάται από την ικανότητα των θεσμών να απαιτούν τεκμηριωμένη αποκατάσταση και να ελέγχουν ταυτόχρονα τις μεθόδους της. 

Ο Tusk δικαιούται να επικαλείται τα προβλήματα που άφησε το PiS στη δικαιοσύνη. Η κυβέρνησή του οφείλει όμως να θεσπίσει κανόνες που θα προστατεύουν την ανεξαρτησία των δικαστών και μετά τη θητεία της. Ένα βασικό κριτήριο είναι αν συμμορφώνεται με τις αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου, ακόμη και όταν αυτές είναι εις βάρος της. Οι αλλαγές θα έχουν αξία εφόσον το δικαστήριο μπορεί να ελέγχει και την κυβέρνηση που τις προώθησε.