ΟΤΑΝ ΚΟΝΤΕΨΑΜΕ ΝΑ ΧΑΣΟΥΜΕ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΜΑΣ! Η ΑΓΩΝΙΩΔΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Θεσσαλονίκη 1912: Η αγωνία του Βενιζέλου, η επιμονή του Κωνσταντίνου και η μάχη δρόμου με τους Βουλγάρους

Η απελευθέρωση της πόλης κρινόταν μέσα σε λίγες ώρες. Η σύγκρουση για την κατεύθυνση της ελληνικής προέλασης, οι πιέσεις της Αθήνας και οι όροι της παράδοσης έφεραν τη Θεσσαλονίκη στο επίκεντρο μιας κρίσιμης στρατιωτικής και διπλωματικής αναμέτρησης.

Η είσοδος του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη, τον Οκτώβριο του 1912, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες στιγμές του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Η πόλη παρέμενε υπό οθωμανική διοίκηση, ενώ οι ελληνικές και οι βουλγαρικές δυνάμεις κινούνταν προς αυτήν, με διαφορετικούς στόχους και με κοινό διακύβευμα το ποιος θα αποκτούσε τον έλεγχο ενός από τα σημαντικότερα λιμάνια των Βαλκανίων.

Στην Αθήνα, ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος θεωρούσε απολύτως αναγκαίο να φτάσει πρώτος ο ελληνικός στρατός στη Θεσσαλονίκη. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος, αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων, έδινε προτεραιότητα στη συνέχιση της προέλασης προς βορρά και στην καταδίωξη των οθωμανικών στρατευμάτων που υποχωρούσαν. Η διαφωνία τους εξελίχθηκε σε έντονη αντιπαράθεση, την ώρα που οι βουλγαρικές δυνάμεις πλησίαζαν στην πόλη.

Την πορεία προς την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και το παρασκήνιο των κρίσιμων αποφάσεων περιγράφουν ιστορικές καταγραφές του Γεωργίου Βεντήρη στο έργο του «Η Ελλάς του 1910-1920: Ιστορική μελέτη». Αποσπάσματα του έργου δημοσιεύθηκαν στο «Ελεύθερον Βήμα» το 1931, ενώ το 1960 ο Πότης Τσιμπιδάρος, γενικός διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του Βενιζέλου, παρουσίασε στο «Βήμα» τη δική του μαρτυρία για την αγωνία του πρωθυπουργού εκείνες τις ημέρες.

Το τηλεγράφημα της Αθήνας και η διαφωνία για την πορεία

Στις 12/25 Οκτωβρίου, ο υπουργός Εξωτερικών Λάμπρος Κορομηλάς έστειλε επείγον τηλεγράφημα στον διάδοχο Κωνσταντίνο, επισημαίνοντας την ανάγκη να επιταχυνθούν οι επιχειρήσεις ώστε η Θεσσαλονίκη να καταληφθεί πριν προλάβουν οι σύμμαχοι να δημιουργήσουν νέα δεδομένα. Η ανησυχία της κυβέρνησης ήταν σαφής: αν οι Βούλγαροι έφταναν πρώτοι, η Ελλάδα θα αντιμετώπιζε ένα τετελεσμένο γεγονός με σοβαρές συνέπειες για τη θέση της στην περιοχή.

Περίπου είκοσι ώρες αργότερα, ο Βενιζέλος απευθύνθηκε προσωπικά στον Κωνσταντίνο. Ζήτησε να ενημερωθεί για την κατεύθυνση που θα ακολουθούσε ο στρατός της Θεσσαλίας και υπογράμμισε ότι «σπουδαίοι πολιτικοί λόγοι» επέβαλλαν την άμεση άφιξη στη Θεσσαλονίκη. Το μήνυμα δεν αφορούσε μόνο τη στρατιωτική επιχείρηση. Η κυβέρνηση αντιλαμβανόταν ότι η παρουσία του ελληνικού στρατού στην πόλη θα καθόριζε και το πολιτικό καθεστώς της μετά την αποχώρηση των Οθωμανών.

Ο Κωνσταντίνος, ωστόσο, εκτιμούσε ότι η στρατιά έπρεπε πρώτα να κινηθεί προς το Μοναστήρι, ακολουθώντας τα οθωμανικά στρατεύματα που υποχωρούσαν προς τα βόρεια. Σύμφωνα με τη δική του στρατιωτική προσέγγιση, οι ελληνικές και οι σερβικές δυνάμεις θα μπορούσαν να πιέσουν από κοινού τους Οθωμανούς και κατόπιν ο ελληνικός στρατός να κατευθυνθεί προς τη Θεσσαλονίκη.

Ο Βενιζέλος δεν συμμεριζόταν αυτή την εκτίμηση. Θεωρούσε ότι κάθε καθυστέρηση αύξανε τον κίνδυνο να περάσει η πόλη υπό βουλγαρικό έλεγχο. Η ανησυχία έγινε εντονότερη όταν η Αθήνα πληροφορήθηκε ότι η Βουλγαρία είχε μετακινήσει από τη Θράκη τη μεραρχία Ρίλου, δύναμη περίπου 35.000 ανδρών, με κατεύθυνση τη Θεσσαλονίκη.

«Σας το απαγορεύω»: η άμεση παρέμβαση του Βενιζέλου

Η διαφωνία πήρε ανοιχτή μορφή όταν ο Κωνσταντίνος ενημέρωσε τον πρωθυπουργό ότι δεν σκόπευε να κατευθυνθεί προς τη Θεσσαλονίκη και ότι θεωρούσε καθήκον του να κινηθεί προς το Μοναστήρι, εκτός αν λάμβανε διαφορετική εντολή.

Η απάντηση του Βενιζέλου ήταν σύντομη και κατηγορηματική: «Σας το απαγορεύω!»

Ο πρωθυπουργός δεν περιορίστηκε σε αυτό το τηλεγράφημα. Έστειλε στην Κοζάνη τον επιτελάρχη του υπουργείου Στρατιωτικών, Νίδερ, για να εξηγήσει στον διάδοχο τους λόγους για τους οποίους η Θεσσαλονίκη έπρεπε να καταληφθεί χωρίς καθυστέρηση. Το ζητούμενο, από την πλευρά της κυβέρνησης, ήταν να μετατραπεί η στρατιωτική προέλαση σε πολιτικό αποτέλεσμα πριν προλάβουν να ενεργήσουν οι Βούλγαροι.

Ο Πότης Τσιμπιδάρος περιγράφει την ένταση που επικρατούσε στην Αθήνα τη νύχτα της 24ης προς την 25η Οκτωβρίου. Μετά τις πληροφορίες για την προέλαση των βουλγαρικών δυνάμεων, ο Βενιζέλος φέρεται να πέρασε τη νύχτα στο υπουργείο Στρατιωτικών. Ο Τσιμπιδάρος γράφει ότι ο πρωθυπουργός ήταν βαθιά ανήσυχος και ότι, αδυνατώντας να μεταπείσει τον Κωνσταντίνο, τηλεφώνησε μετά τα μεσάνυχτα στον βασιλιά Γεώργιο, ο οποίος βρισκόταν στη Γίδα.

Ο βασιλιάς κοιμόταν, αλλά ο Βενιζέλος ζήτησε να τον ξυπνήσουν και να μεταφερθεί στον γιο του η προσωπική του παρέμβαση. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Τσιμπιδάρου, ο πρωθυπουργός απέδωσε στον διάδοχο την ευθύνη για την καθυστέρηση και προειδοποίησε ότι οι επιχειρήσεις κινδύνευαν να επιτρέψουν στους Βουλγάρους να φτάσουν πρώτοι στη Θεσσαλονίκη. Ο Βεντήρης, από την πλευρά του, αναφέρει ότι ο Βενιζέλος άφησε να εννοηθεί στον βασιλιά πως θα παραιτούνταν αν ο Κωνσταντίνος συνέχιζε να αγνοεί τις κυβερνητικές εντολές.

Η παράδοση της πόλης και οι αυστηροί όροι

Παρά τις πιέσεις, η ευρεία κυκλωτική κίνηση προς τη Θεσσαλονίκη διατάχθηκε το πρωί της 26ης Οκτωβρίου. Καθώς οι ελληνικές δυνάμεις αναπτύσσονταν γύρω από την πόλη, Ευρωπαίοι πρόξενοι εμφανίστηκαν ενώπιον του Κωνσταντίνου, συνοδευόμενοι από τον στρατηγό Σαδήκ, μεταφέροντας πρόταση παράδοσης εκ μέρους του Οθωμανού διοικητή, Ταξίν Πασά.

Η κατάσταση απαιτούσε γρήγορες αποφάσεις. Οι Βούλγαροι πλησίαζαν και η πιθανότητα να εισέλθουν στη Θεσσαλονίκη παρέμενε ανοιχτή. Παρ’ όλα αυτά, ο Κωνσταντίνος φέρεται να έθεσε όρους βαρύτερους από εκείνους που πρότειναν οι Οθωμανοί και να όρισε προθεσμία δεκαέξι ωρών για την απάντηση.

Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε νέα παρέμβαση του Βενιζέλου. Σε τηλεγράφημά του προς τον αρχιστράτηγο, του ζήτησε να αποδεχθεί την παράδοση και να εισέλθει στην πόλη χωρίς άλλη καθυστέρηση, καθιστώντας τον υπεύθυνο για κάθε αναβολή. Η επιμονή του πρωθυπουργού αντανακλούσε τον φόβο ότι η αναμονή θα έδινε στη Βουλγαρία τον χρόνο που χρειαζόταν για να διεκδικήσει τη Θεσσαλονίκη.

Τελικά, μετά τα μεσάνυχτα της 26ης προς την 27η Οκτωβρίου, επιτεύχθηκε συμφωνία ανάμεσα στην ελληνική πλευρά και στις οθωμανικές αρχές της πόλης. Ο Ταξίν Πασάς υπέγραψε το πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης στους Έλληνες. Η ελληνική πλευρά ζήτησε να αναγραφεί ως ημερομηνία η 26η Οκτωβρίου, ημέρα της γιορτής του Αγίου Δημητρίου. Η επιλογή είχε ισχυρό συμβολισμό, αλλά εξασφάλιζε και ότι η παράδοση θα καταγραφόταν πριν από την άφιξη των Βουλγάρων.

Όταν ο Βενιζέλος πληροφορήθηκε ότι η συμφωνία είχε ολοκληρωθεί, φέρεται να προσπάθησε να αποσύρει το προηγούμενο τηλεγράφημά του προς τον Κωνσταντίνο. Η εντολή του, όμως, είχε ήδη φτάσει στον διάδοχο. Ο Κωνσταντίνος συνέταξε χειρόγραφο σχέδιο απάντησης, στο οποίο υποστήριζε ότι, ως επικεφαλής των δυνάμεων που βρίσκονταν επί τόπου, ήταν ο ίδιος αρμόδιος να κρίνει αν έπρεπε να δεχθεί την παράδοση και με ποιους όρους. Ο Βεντήρης αναφέρει ότι το προσχέδιο εντοπίστηκε στα αρχεία της στρατιάς, χωρίς να είναι βέβαιο αν στάλθηκε ποτέ στον Βενιζέλο.

Οι Βούλγαροι φτάνουν έξω από τη Θεσσαλονίκη

Η υπογραφή του πρωτοκόλλου δεν έβαλε τέλος στην αγωνία. Οι βουλγαρικές δυνάμεις είχαν φτάσει κοντά στην πόλη και δεν αντιμετώπιζαν την ελληνική κατοχή ως λόγο να εγκαταλείψουν τις δικές τους επιδιώξεις.

Σύμφωνα με την καταγραφή του Βεντήρη, το απόγευμα της 26ης Οκτωβρίου βουλγαρικό τμήμα συνάντησε την 2η ελληνική μεραρχία. Οι Βούλγαροι δεν έλαβαν υπόψη την επίσημη ενημέρωση ότι η Θεσσαλονίκη είχε παραδοθεί στους Έλληνες και συνέχισαν την κίνησή τους. Η ένταση έφτασε στο σημείο να πυροβολήσουν Οθωμανούς αιχμαλώτους στην περιοχή του Αϊβατλή, σε μια ενέργεια που, όπως αναφέρει ο ιστορικός, έμοιαζε να σκηνοθετεί μια μάχη.

Στη συνέχεια, οι Βούλγαροι επιχείρησαν να προσεγγίσουν την πόλη από τη βορειοδυτική είσοδο. Η 7η ελληνική μεραρχία και τμήμα ευζώνων τούς εμπόδισαν, κατόπιν εντολής του Κωνσταντίνου. Έχοντας συναντήσει στρατιωτικό φραγμό, οι Βούλγαροι επιχείρησαν να εξασφαλίσουν την είσοδό τους μέσω νέας συμφωνίας με τις οθωμανικές αρχές.

Τη νύχτα, ο στρατηγός Θεοδωρώφ έστειλε αξιωματικό στον Ταξίν Πασά, ζητώντας να υπογράψει πρωτόκολλο παράδοσης αντίστοιχο με εκείνο που είχε ήδη υπογραφεί με τους Έλληνες. Ο Οθωμανός διοικητής αρνήθηκε. Η στάση του απέτρεψε μια νέα ανατροπή των δεδομένων, καθώς η πόλη είχε ήδη παραδοθεί στην ελληνική πλευρά.

Η άφιξη του Κωνσταντίνου και η οριστική κατοχύρωση

Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα αβεβαιότητας, οι πολιτικοί σύμβουλοι του στρατηγείου, Πέπες Αργυρόπουλος και Ίων Δραγούμης, παρενέβησαν προς τον Κωνσταντίνο. Σε μήνυμά τους τον κάλεσαν να μεταβεί αμέσως στη Θεσσαλονίκη, επισημαίνοντας ότι η κατάσταση ήταν επείγουσα.

Ο διάδοχος επιβιβάστηκε σε έκτακτη αμαξοστοιχία και έφτασε στην πόλη τις πρώτες πρωινές ώρες, σύμφωνα με την αφήγηση του Βεντήρη. Η παρουσία του είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η ελληνική πλευρά έπρεπε να ελέγξει την κατάσταση στο πεδίο και να αποτρέψει νέες βουλγαρικές κινήσεις.

Ο Κωνσταντίνος έφτασε στη Θεσσαλονίκη στις 28 Οκτωβρίου, ενώ μία ημέρα αργότερα έφτασε και ο βασιλιάς Γεώργιος, ο οποίος έγινε δεκτός με επίσημες τιμές. Οι Έλληνες της πόλης υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό τον βασιλιά και τα ελληνικά στρατεύματα. Για τους κατοίκους, η είσοδος του στρατού σήμαινε το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας και την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στην Ελλάδα.

Η απελευθέρωση της πόλης δεν ήταν, ωστόσο, μια εξέλιξη που είχε εξασφαλιστεί από την αρχή. Η σύγκρουση ανάμεσα στις στρατιωτικές εκτιμήσεις του Κωνσταντίνου και στις πολιτικές προτεραιότητες του Βενιζέλου, η προσέγγιση των βουλγαρικών δυνάμεων και οι διαπραγματεύσεις με τον Ταξίν Πασά έφεραν την ελληνική πλευρά αντιμέτωπη με μια κρίσιμη προθεσμία.

Η συμφωνία υπογράφηκε μετά τα μεσάνυχτα της 26ης προς την 27η Οκτωβρίου, αλλά στο πρωτόκολλο καταχωρίστηκε η 26η Οκτωβρίου. Η ημερομηνία συνέδεσε την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης με τη γιορτή του πολιούχου της, Αγίου Δημητρίου, και αποτύπωσε εγγράφως ότι η πόλη είχε παραδοθεί στους Έλληνες πριν από την άφιξη των Βουλγάρων.