1822, Η Πρώτη Πολιορκία του Μεσολογγίου: Η Μεγάλη Εξαπάτηση, το Μυστικό των Χριστουγέννων και η Καταστροφή των Πασάδων

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Το φθινόπωρο του 1822, η Επανάσταση στη Δυτική Στερεά Ελλάδα έμοιαζε να ξεψυχά. Η κατάρρευση του μέτωπου στην Ήπειρο, η παράδοση της Κιάφας και η διάλυση των ελληνικών στρατευμάτων είχαν σκορπίσει τον τρόμο. Πολοί αμαρτολοί αναγκάστηκαν να παίξουν «τα καπάκια» με τους Οθωμανούς, ενώ οι πατριώτες της Ρούμελης προτιμούσαν να πυρπολήσουν τα ίδια τους τα χωριά παρά να υποταχθούν.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό απόλυτης απελπισίας, μια χούφτα αποφασισμένων ανδρών ορθώθηκε πίσω από ένα χαμηλό, «σαθρό» πλίνθινο τείχος. Η Πρώτη Πολιορκία του Μεσολογγίου δεν ήταν απλώς μια στρατιωτική σύγκρουση, αλλά ένα θρίλερ τακτικής, διπλωματικού δόλου και ατομικής αυτοθυσίας που έσωσε την Ελληνική Επανάσταση.

Η Προέλαση των Πασάδων και η Γη της Καμένης Μάθης

Μετά την πτώση του Αλή Πασά, ο Χουρσίτ μεταβαίνει στη Λάρισα για να οργανώσει νέες δυνάμεις, αφήνοντας στη Δυτική Ελλάδα δύο από τους πιο ικανούς στρατηγούς της αυτοκρατορίας: τον Ομέρ Βρυώνη και τον Ρεσίτ Πασά (Κιουταχή).

Παρά τις διακηρύξεις του Βρυώνη για αμνηστία σε όσους κατέθεταν τα όπλα, οι κάτοικοι της Ρούμελης επέλεξαν την ολική καταστροφή. Το Αγγελόκαστρο, η Στάμνα, η Γουριά και το Νεοχώρι παραδόθηκαν στις φλόγες από τους ίδιους τους κατοίκους τους. Οργισμένος και βλέποντας από μακριά τους καπνούς, ο Βρυώνης συνειδητοποίησε το μέγεθος της ελληνικής αποφασιστικότητας.

Αφού άφησαν φρουρά στο Βραχώρι, οι τουρκικές δυνάμεις προέλασαν νοτιότερα. Παρά τις προσπάθειες καθυστέρησης από οπλαρχηγούς όπως ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Τσόγκας, ο Βλαχόπουλος και ο Μακρής στα γεφύρια του Αλαήμπεη, η υπεροχή του εχθρού ήταν σαρωτική. Το Αιτωλικό έπεσε και η μόνη ελπίδα συμπυκνώθηκε σε ένα σημείο: το Μεσολόγγι.

Ένα «Απύργωτο Τείχος» και 360 Ψυχές

Όταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κίτσος Τζαβέλλας κατέφυγαν στην πόλη, η κατάσταση ήταν αποκαρδιωτική. Ο Μαυροκορδάτος θεωρούσε το Μεσολόγγι ακατάλληλο για άμυνα, θεωρώντας ότι η γραμμή άμυνας έπρεπε να είχε κρατηθεί στα βουνά.

Ωστόσο, η τοπική κοινωνία είχε άλλη γνώμη. Οι Μεσολογγίτες, υπό την καθοδήγηση του πρόκριτου Αθανάσιου Ρατζηκότσικα, είχαν ήδη ξεκινήσει εργασίες οχύρωσης.

Η κατάσταση του φρουρίου κατά τον Σπυρίδωνα Τρικούπη:

«Τείχος απύργωτον επί σαθρών θεμελίων, τεσσάρων ποδών ύψος και δύο πλάτος έχον… εφ’ ου έκειντο 14 παλαιά κανόνια σιδηρά».

Στις 21 Οκτωβρίου 1822, 12.000 Τουρκαλβανοί με 11 κανόνια και 4 βομβοβόλα έφτασαν έξω από την πόλη, ενώ 25 πλοία υπό τον Γιουσούφ Πασά απέκλεισαν τη λιμνοθάλασσα. Απέναντί τους υπήρχαν μόλις 360 ένοπλοι (300 Μεσολογγίτες και 60 άνδρες του Μπότσαρη και του Μαυροκορδάτου) με πολεμοφόδια μόλις για έναν μήνα, αφού πρώτα είχαν εκενώσει τα γυναικόπαιδα μέσω των διωρύγων προς τα Επτάνησα.

Το Μεγάλο Κόλπο: Διαπραγματεύσεις για να Κερδηθεί Χρόνος

Η σωτηρία της πόλης κρίθηκε σε μια τακτική διχογνωμία των πολιορκητών:

  • Ο Κιουταχής ζητούσε άμεση, γενική έφοδο.

  • Ο Ομέρ Βρυώνης προτιμούσε παράδοση μέσω διαπραγματεύσεων για να μην καταστραφεί η πόλη.

Ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Μαυροκορδάτος αντιλήφθηκαν την ευκαιρία. Ξεκίνησαν εικονικές διαπραγματεύσεις με τον απεσταλμένο των Τούρκων, Άγο Βασιάρη, κερδίζοντας πολύτιμες ημέρες. Η τακτική ήταν τόσο πειστική που οι Τούρκοι σάλπιζαν χαρμόσυνα, ενώ στο εσωτερικό της πόλης προκλήθηκε πανικός, καθώς οι κάτοικοι πίστεψαν ότι ο Μπότσαρης σκόπευε πράγματι να παραδώσει την πόλη!

Η καθυστέρηση απέδωσε καρπούς: Στις 8 Νοεμβρίου, υδραίικα και σπετσιώτικα πλοία έσπασαν τον θαλάσσιο αποκλεισμό, αποβιβάζοντας 700 Πελοποννήσιους υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον Ανδρέα Ζαΐμη και τον Κανέλλο Δεληγιάννη. Παράλληλα, μπήκαν στην πόλη οι Μακρής, Τσόγκας και Λόντος. Η φρουρά έφτασε αιφνιδιαστικά τους 2.500 άνδρες, ενώ ένα εμπορικό πλοίο από το Λιβόρνο κατέφθασε γεμάτο πυρομαχικά.

Η απάντηση των Ελλήνων προς τους πασάδες ήταν πλέον κοφτή: «Αν θέλετε τον τόπο μας, ελάτε να τον πάρετε».

Το Μυστικό των Χριστουγέννων και η Νυχτερινή Σφαγή

Βλέποντας τον χειμώνα να πλησιάζει, την πείνα να θερίζει το στρατόπεδό τους και την απειθαρχία να φουντώνει, οι Οθωμανοί πασάδες αποφάσισαν μια τελική, ύπουλη επίθεση: γενική έφοδο τα ξημερώματα των Χριστουγέννων, θεωρώντας ότι οι Έλληνες θα βρίσκονταν στις εκκλησίες.

Όμως, το σχέδιο διέρρευσε. Ο Δημήτριος Γούναρης, ένας Έλληνας κυνηγός στην υπηρεσία του Βρυώνη, άκουσε τις προετοιμασίες και κατάφερε να ειδοποιήσει κρυφά τους πολιορκούμενους.

Όταν στις 3 τα ξημερώματα οι Αλβανοί καταδρομείς όρμησαν στα τείχη με κλίμακες, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια πλήρως προετοιμασμένη φρουρά. Η μάχη διήρκεσε τρεις ώρες. Το ανατολικό τμήμα του τείχους μετατράπηκε σε σφαγείο, με τους Οθωμανούς να μετρούν πάνω από 500 νεκρούς και τραυματίες, ενώ οι ελληνικές απώλειες ήταν ελάχιστες.

Η Εφιαλτική Φυγή και η Τραγωδία στον Αχελώο

Μετά την αποτυχία της εφόδου, το τουρκικό στρατόπεδο κατέρρευσε. Οι φήμες ότι ο Γεώργιος Καραϊσκάκης χτυπούσε τα μετόπισθεν στα Άγραφα και ότι ο Οδυσσέας Ανδρούτσος πλησίαζε από την Ανατολική Στερεά ανάγκασαν τους πασάδες σε εσπευσμένη λύση της πολιορκίας.

Τη νύχτα της 31ης Δεκεμβρίου 1822, οι Τούρκοι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς του 1823, οι Μεσολογγίτες αντίκρισαν άδειες σκηνές, παρατημένα κανόνια, πολεμοφόδια και εξοπλισμό.

Η υποχώρηση μετατράπηκε σε εφιάλτη:

  1. Στον Άγιο Βλάση, ο Καραϊσκάκης τους επιτέθηκε προκαλώντας 200 απώλειες.

  2. Στον φουσκωμένο Αχελώο, η προσπάθεια διάβασης μέσα στο παγωμένο ρεύμα οδήγησε στο να πνιγούν περισσότεροι από 500 άνδρες.

Τα συντρίμμια του άλλοτε κραταιού στρατού έφτασαν διασκορπισμένα στην Άρτα και την Πρέβεζα.

Ο Αφανής Ήρωας και η Ιστορική Αλήθεια

Αν και η ιστορία απέδωσε τα εύσημα στον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Μάρκο Μπότσαρη, η αλήθεια είναι ότι το Μεσολόγγι σώθηκε χάρη στην αδιαλλάκτικη απόφαση των ίδιων των κατοίκων του και του ηγέτη τους, Αθανάσιου Ρατζηκότσικα, να οχυρώσουν την πόλη τους όταν όλοι θεωρούσαν τον αγώνα χαμένο.

Την πιο τραγική μοίρα όμως είχε ο άνθρωπος που έδωσε το κρίσιμο μυστικό: Ο Δημήτριος Γούναρης προδόθηκε στη συνέχεια στον Ομέρ Βρυώνη. Ο ίδιος γλίτωσε την τελευταία στιγμή, όμως η οικογένειά του εξοντώθηκε από τη μανία του πασά. Πικραμένος και μόνος, αποτραβήχτηκε σε μια απομονωμένη σπηλιά στην Κλεισούρα, περνώντας το υπόλοιπο της ζωής του προσφέροντας νερό στους περαστικούς στράτες.