Από τη Γλύφα Φθιώτιδας στο Μανχάταν: Ο Έλληνας σεφ που σερβίρει κόκορα με χυλοπίτες στη Νέα Υόρκη

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Από ένα αγροτικό σπίτι στη Γλύφα Φθιώτιδας μέχρι τις κουζίνες κορυφαίων εστιατορίων στην Ελλάδα, το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη, ο Γιάννης Παρίκος ακολούθησε μια πορεία που συνδέει τις παραδοσιακές ελληνικές γεύσεις με τη σύγχρονη γαστρονομία.

Ο σεφ, που μεγάλωσε σε οικογένεια αγροτών, έχει πλέον αναλάβει σημαντικό ρόλο στο ελληνικό εστιατόριο Delos στο Μανχάταν, όπου πιάτα όπως ο κόκορας με χυλοπίτες και το γιουβέτσι με μοσχαράκι συστήνουν την ελληνική κουζίνα στο αμερικανικό κοινό.

Από τα χωράφια της Φθιώτιδας στις επαγγελματικές κουζίνες

Ο Γιάννης Παρίκος μεγάλωσε στη Γλύφα, ένα παραθαλάσσιο χωριό της Φθιώτιδας, σε ένα περιβάλλον όπου η παραγωγή τροφίμων αποτελούσε μέρος της καθημερινότητας. Η οικογένειά του είχε ελαιώνες, κήπο, ζώα και ξυλόφουρνο, ενώ η μητέρα του μαγείρευε με προϊόντα δικής τους παραγωγής.

Από την ηλικία των δέκα ετών βοηθούσε στις αγροτικές εργασίες, ενώ τα καλοκαίρια εργαζόταν ως σερβιτόρος σε ταβέρνες της περιοχής. Η επαφή του με τις κουζίνες των εστιατορίων ενίσχυσε το ενδιαφέρον του για τη μαγειρική.

Στα 16 του χρόνια μετακόμισε στον Βόλο για να παρακολουθεί φροντιστήριο και άρχισε να μαγειρεύει καθημερινά για τον εαυτό του. Αυτή η εμπειρία αποτέλεσε ένα από τα πρώτα βήματα προς την επαγγελματική του πορεία.

Η διαδρομή από το Βαρούλκο και τη Σπονδή στο Παρίσι

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στη σχολή μαγειρικής Le Monde, ο Παρίκος ξεκίνησε την καριέρα του στο Varoulko Seaside και συνέχισε στη Σπονδή, αποκτώντας εμπειρία σε απαιτητικές κουζίνες υψηλής γαστρονομίας.

Στη συνέχεια εργάστηκε στο τριάστερο εστιατόριο Epicure, στο ξενοδοχείο Bristol στο Παρίσι, δίπλα στον σεφ Eric Frechon, καθώς και στο Sea Grill του Radisson Blu, στο πλευρό του Yves Mattagne.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 2009, εργάστηκε στη Hytra μαζί με τον Νίκο Καραθάνο, σε μια περίοδο κατά την οποία το εστιατόριο απέκτησε αστέρι Michelin. Ακολούθησαν συνεργασίες με το Water του Sani Resort, το Life Gallery και το Cash, ενώ το 2017 επέστρεψε στο Varoulko Seaside.

Ο ίδιος ξεχωρίζει ως καθοριστικό σταθμό της πορείας του το Water του Sani Resort στη Χαλκιδική, όπου εργάστηκε για περίπου μία δεκαετία και, όπως έχει δηλώσει, εξελίχθηκε σημαντικά ως σεφ.

Το ελληνικό εστιατόριο Delos στην καρδιά της Νέας Υόρκης

Σήμερα, ο Γιάννης Παρίκος είναι chef patron στα εστιατόρια Kedros Cookhouse, στη Λυκόβρυση και τον Αμπελά της Πάρου, καθώς και στο Artisanal Keepos στην Κηφισιά. Παράλληλα, έχει αναλάβει τη θέση του executive chef στο Delos Greek Restaurant στη Νέα Υόρκη.

Το εγχείρημα προέκυψε μέσα από συνεργασία με επιχειρηματίες που γνώρισαν τη μαγειρική του στην Πάρο. Στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένα ελληνικό εστιατόριο που θα συνδύαζε γνώριμες γεύσεις με μια σύγχρονη προσέγγιση της ελληνικής γαστρονομίας.

Όπως έχει αναφέρει ο ίδιος, η δραστηριότητα του ομίλου εστίασης επεκτείνεται, με τον σχεδιασμό ενός ακόμη εστιατορίου σε χώρο κοντά στο σημείο όπου βρίσκονταν οι Δίδυμοι Πύργοι. Ο Παρίκος περιγράφει το εγχείρημα ως ιδιαίτερα απαιτητικό, καθώς χρειάζεται να ταξιδεύει συχνά μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών.

Κόκορας με χυλοπίτες και γιουβέτσι για τους Νεοϋορκέζους

Στο μενού του Delos συναντά κανείς πιάτα που παραπέμπουν άμεσα στην ελληνική παράδοση, όπως κόκορα με χυλοπίτες, γιουβέτσι με μοσχαράκι και κριθαρότο με γαρίδες.

Ο σεφ εξηγεί ότι, πριν σχεδιάσει το μενού, μελέτησε τις προτιμήσεις του κοινού στη Νέα Υόρκη. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, μεγάλο μέρος της ελληνικής εστίασης στην αμερικανική πόλη κινείται γύρω από παρόμοιες, κλασικές επιλογές.

Η προσέγγιση που επέλεξε συνδυάζει αυτές τις γνώριμες γεύσεις με δημιουργικά πιάτα, χωρίς να περιορίζει την προσωπική του έκφραση. Όπως λέει, η ανταπόκριση του κοινού είναι θετική.

Από το fine dining στη γαστρονομία της απλότητας

Για τον Γιάννη Παρίκο, η σύγχρονη γαστρονομία στρέφεται σταδιακά προς μια πιο προσιτή και συναισθηματική εμπειρία φαγητού. Αντί για την αυστηρή παρουσίαση που συχνά συνδέεται με το παραδοσιακό fine dining, θεωρεί ότι κερδίζει έδαφος μια προσέγγιση που δίνει έμφαση στη γεύση, στις μνήμες και στην απόλαυση του φαγητού με παρέα.

Η λεγόμενη «fine comfort» κουζίνα, όπως την περιγράφει, διατηρεί την τεχνική και τη δημιουργικότητα της υψηλής γαστρονομίας, αλλά τις συνδυάζει με την οικειότητα των γνώριμων γεύσεων.

Από τον ξυλόφουρνο της οικογένειάς του στη Γλύφα μέχρι τις κουζίνες της Νέας Υόρκης, ο Παρίκος εξακολουθεί να αντλεί έμπνευση από τις ίδιες ρίζες: την πρώτη ύλη, την ελληνική παράδοση και το φαγητό που συνδέεται με τις αναμνήσεις.