Πολική δίνη: Πώς οι διαταραχές στην Αρκτική μπορεί να φέρουν ακραίο ψύχος και ενεργειακή πίεση στην Ευρώπη

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Νέα επιστημονική μελέτη συνδέει τις διαταραχές των ανέμων στη στρατόσφαιρα με αυξημένη πιθανότητα ακραίου ψύχους και απότομης ανόδου της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στη βόρεια και κεντρική Ευρώπη. Τα ευρήματα αναδεικνύουν τη σημασία της έγκαιρης προετοιμασίας, καθώς οι επιπτώσεις στην ενεργειακή κατανάλωση μπορεί να εμφανιστούν εβδομάδες μετά τις πρώτες ατμοσφαιρικές μεταβολές.

Τι είναι η πολική δίνη και πώς επηρεάζει τον καιρό

Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ισχυροί δυτικοί άνεμοι κυκλοφορούν ψηλά πάνω από την Αρκτική, σχηματίζοντας την πολική δίνη της στρατόσφαιρας. Πρόκειται για ένα σύστημα ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας που συμβάλλει στη διαμόρφωση των χειμερινών καιρικών συνθηκών.

Περίπου μία φορά κάθε δύο χρόνια, η δίνη μπορεί να υποστεί σημαντική προσωρινή διαταραχή, γνωστή ως «αιφνίδια στρατοσφαιρική θέρμανση» (SSW). Το φαινόμενο προκαλεί απότομη άνοδο της θερμοκρασίας στη στρατόσφαιρα και ενδέχεται να μεταβάλει την κυκλοφορία των αερίων μαζών, επιτρέποντας σε ψυχρό αέρα να κινηθεί προς νοτιότερες περιοχές, μεταξύ των οποίων η Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική.

Σύμφωνα με μελέτη με επικεφαλής το Πανεπιστήμιο του Έξετερ, επεισόδια ανέμων από νότιες και νοτιοδυτικές διευθύνσεις συνδέονται με αύξηση κατά 1,5 έως 3 φορές της πιθανότητας εμφάνισης ακραίας ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στη βόρεια και κεντρική Ευρώπη. Ως ακραία χαρακτηρίζεται η ζήτηση που ξεπερνά κατά τουλάχιστον 20% τον μέσο όρο. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Meteorological Applications.

Το παράδειγμα του 2018 και η έγκαιρη προειδοποίηση

Ένα χαρακτηριστικό προηγούμενο ήταν το κύμα ψύχους του Φεβρουαρίου του 2018, γνωστό ως «Beast from the East». Τότε, η πολική δίνη διασπάστηκε στα δύο και, λίγες εβδομάδες αργότερα, ισχυρό ψύχος επηρέασε το Ηνωμένο Βασίλειο και μεγάλο μέρος της βόρειας Ευρώπης.

Ο δρ. Regan Mudhar, ο οποίος εργάζεται σήμερα στο Πανεπιστήμιο της Λωζάνης, ανέφερε ότι οι συγκεκριμένες διαταραχές δεν οδηγούν πάντοτε σε πτώση της θερμοκρασίας κοντά στην επιφάνεια της Γης. Ωστόσο, η ανάλυση των ερευνητών κατέδειξε σαφή σύνδεση μεταξύ των επεισοδίων αιφνίδιας στρατοσφαιρικής θέρμανσης και της ακραίας ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία αυξάνεται όταν εντείνονται οι ανάγκες θέρμανσης.

Η χρονική απόσταση ανάμεσα στις μεταβολές της στρατόσφαιρας και στην πιθανή εκδήλωση ψύχους μπορεί να δώσει στις κυβερνήσεις και στους ενεργειακούς παρόχους πολύτιμο χρόνο για να προετοιμαστούν. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, η καλύτερη πρόγνωση τέτοιων επεισοδίων μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό των κινδύνων που συνδέονται με τις αυξημένες ενεργειακές ανάγκες.

Γιατί ορισμένες χώρες επηρεάζονται περισσότερο

Η επίδραση του ψύχους στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας δεν είναι ίδια σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Η μελέτη διαπίστωσε ότι στις σκανδιναβικές χώρες, όπου υπάρχουν υποδομές προσαρμοσμένες σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, η αύξηση της κατανάλωσης ήταν πιο περιορισμένη.

Αντίθετα, στη Γαλλία, όπου η θέρμανση βασίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό στον ηλεκτρισμό, η άνοδος της ζήτησης ήταν εντονότερη. Η διαφοροποίηση αυτή δείχνει ότι οι συνέπειες ενός κύματος ψύχους εξαρτώνται όχι μόνο από τη διάρκειά του και τις θερμοκρασίες, αλλά και από τα χαρακτηριστικά των ενεργειακών συστημάτων κάθε χώρας.

Η δρ. Hannah Bloomfield από το Πανεπιστήμιο του Νιούκαστλ σημείωσε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είναι σήμερα σχετικά καλά προετοιμασμένο για ψυχρές περιόδους, λόγω της ευρείας χρήσης συστημάτων κεντρικής θέρμανσης με φυσικό αέριο.

Ωστόσο, η σταδιακή μετάβαση σε συστήματα χαμηλών ή μηδενικών καθαρών εκπομπών αναμένεται να μεταβάλει τις ενεργειακές απαιτήσεις. Η αντικατάσταση παραδοσιακών συστημάτων φυσικού αερίου από ηλεκτρικές λύσεις, όπως οι αντλίες θερμότητας, ενδέχεται να αυξήσει την πίεση στο ηλεκτρικό δίκτυο κατά τη διάρκεια περιόδων έντονου ψύχους.

Το βασικό ζήτημα που αναδεικνύεται είναι κατά πόσο τα ενεργειακά συστήματα θα μπορούν να καλύπτουν τις αυξημένες ανάγκες θέρμανσης, διατηρώντας παράλληλα την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας αξιόπιστη και οικονομικά προσιτή για τους καταναλωτές.