«Καλύτερα χωρίς κράτος»: Ο ραβίνος που κλονίζει τα θεμέλια του σιωνισμού λίγες εβδομάδες πριν τις κάλπες

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Ένας 96χρονος ραβίνος, πνευματικός ηγέτης ενός κόμματος που στηρίζει την κυβέρνηση Νετανιάχου, αμφισβητεί δημόσια την ίδια την αναγκαιότητα ύπαρξης του ισραηλινού κράτους — και το κάνει μόλις λίγες εβδομάδες πριν από τις κρίσιμες εκλογές της 27ης Οκτωβρίου, πυροδοτώντας μια πολιτική κρίση που φτάνει μέχρι το γραφείο του πρωθυπουργού.

Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται ο ραβίνος Ντοβ Λάντο, μία από τις πλέον επιδραστικές φωνές του υπερορθόδοξου Ιουδαϊσμού στο Ισραήλ, ο οποίος σε δηλώσεις που ήρθαν πρόσφατα στη δημοσιότητα υποστηρίζει ότι η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ δεν στάθηκε ευλογία για τον εβραϊκό λαό, αλλά πηγή συμφορών. Η υπόθεση δεν θα είχε την ίδια βαρύτητα αν ο Λάντο ήταν μια περιθωριακή φωνή. Όμως δεν είναι: αποτελεί τον πνευματικό ηγέτη κόμματος που μετέχει στον κυβερνητικό συνασπισμό του Μπενιαμίν Νετανιάχου, γεγονός που μετατρέπει τις απόψεις του σε άμεσο πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση.

Ποιος είναι ο ραβίνος Ντοβ Λάντο

Γεννημένος στην Πολωνία και αναθρεμμένος στη λιθουανική υπερορθόδοξη εβραϊκή παράδοση, ο Λάντο θεωρείται σήμερα μία από τις κορυφαίες θρησκευτικές αυθεντίες της κοινότητάς του. Διευθύνει γεσίβα —παραδοσιακή σχολή εβραϊκών θρησκευτικών σπουδών— στην πόλη Μπνέι Μπρακ, ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του υπερορθόδοξου Ιουδαϊσμού παγκοσμίως, και συμμετέχει στο Μοέτσες Γκεντολέι ΧαΤορά, το ανώτατο συμβούλιο ραβίνων που καθοδηγεί θρησκευτικά την υπερορθόδοξη κοινότητα.

Η επιρροή του όμως δεν περιορίζεται στον θρησκευτικό χώρο. Ο Λάντο είναι πνευματικός ηγέτης του κόμματος Ντέγκελ ΧαΤορά, μέλους της συμμαχίας Ενωμένος Ιουδαϊσμός της Τορά (UTJ) — κόμμα που σήμερα στηρίζει την κυβέρνηση Νετανιάχου. Αυτή ακριβώς η πολιτική διασύνδεση είναι που μετατρέπει κάθε του δήλωση σε ζήτημα εθνικής εμβέλειας.

«Καλύτερα να ζούμε με τους Άραβες χωρίς κράτος»

Η φωτιά άναψε όταν δόθηκε στη δημοσιότητα βίντεο με δηλώσεις του ραβίνου από περίπου έναν χρόνο πριν. Σε αυτές, ο Λάντο υποστηρίζει ότι ο σιωνισμός «έκανε τους Άραβες να μας μισήσουν» και τον κατηγορεί ότι προκάλεσε σωματικές και πνευματικές «καταστροφές» στον εβραϊκό λαό.

Η τοποθέτησή του προχωρά ακόμη πιο βαθιά, αμφισβητώντας την ίδια τη λογική ύπαρξης εβραϊκού κράτους: «Είναι δυνατόν να ζούμε καλά με τους Άραβες χωρίς κράτος», ανέφερε χαρακτηριστικά, εκτιμώντας πως η υπαγωγή των Εβραίων σε διεθνή ή παλαιστινιακή διοίκηση θα μπορούσε να αποτελεί «την καλύτερη κατάσταση» γι’ αυτούς. Δεν είναι η πρώτη φορά που εκφράζει τέτοιες θέσεις· πρόκειται για μια διαχρονική στάση που αντανακλά μια βαθύτερη θεολογική διαμάχη στο εσωτερικό του Ιουδαϊσμού, καθώς σημαντικό τμήμα των υπερορθόδοξων κοινοτήτων δεν αποδέχεται την ταύτιση της εβραϊκής θρησκευτικής ταυτότητας με το σύγχρονο ισραηλινό κράτος.

Επίθεση και στον στρατό

Η κριτική του ραβίνου δεν σταμάτησε στον σιωνισμό ως ιδεολογία. Στράφηκε απευθείας και κατά των στρατιωτών που ακολουθούν τον θρησκευτικό σιωνισμό, λέγοντας ότι «σκοτώνονται επειδή οι ραβίνοι τους τούς διδάσκουν μια διαστρεβλωμένη Τορά». Αμφισβήτησε επίσης τα κίνητρα πίσω από στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ, υποστηρίζοντας ότι πολλές διεξάγονται «όχι για να σωθούν ζωές, αλλά για την τιμή του κράτους».

Ιδιαίτερα αιχμηρός στάθηκε και απέναντι στους κοσμικούς Ισραηλινούς, τους οποίους κατηγόρησε ότι «δεν έχουν καμία σχέση με τον Ιουδαϊσμό» και ότι έχουν δημιουργήσει «ένα κράτος αποστασίας και αίρεσης». Οι δηλώσεις έρχονται σε μια περίοδο όπου το ζήτημα της στρατιωτικής θητείας των υπερορθόδοξων βρίσκεται στο κέντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης, με την πληθυσμιακά αυξανόμενη κοινότητα να αποκτά ολοένα μεγαλύτερο πολιτικό βάρος.

Κύμα καταδίκης από την αντιπολίτευση

Οι αντιδράσεις ήρθαν άμεσα και από το σύνολο σχεδόν του αντιπολιτευτικού φάσματος. Ο Γκάντι Άιζενκοτ, επικεφαλής του κόμματος Γιασάρ και πιθανός υποψήφιος για την πρωθυπουργία, χαρακτήρισε τις δηλώσεις «εξοργιστικές» και «ενσάρκωση του αντισιωνισμού». Ο Γιαΐρ Λαπίντ, αρχηγός της αντιπολίτευσης στην Κνεσέτ, έκανε λόγο για «ντροπή για κάθε Εβραίο», ενώ ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ χαρακτήρισε τα λεγόμενα «αντισημιτικά, αντισιωνιστικά» και εχθρικά απέναντι στον ισραηλινό στρατό.

Ο Νετανιάχου, από την πλευρά του, δεν έχει τοποθετηθεί δημοσίως για το νέο περιστατικό — παρότι τον περασμένο Ιούλιο είχε καταδικάσει προηγούμενη δήλωση του ίδιου ραβίνου, όταν ο Λάντο είχε κατηγορήσει το κίνημα του θρησκευτικού σιωνισμού για «υποκίνηση σε φόνο», σε σχέση με τη θέση του υπέρ της υποχρεωτικής στράτευσης σπουδαστών θρησκευτικών σχολών.

Το δίλημμα που ταλανίζει τον Νετανιάχου

Η σιωπή του πρωθυπουργού δεν είναι τυχαία, σύμφωνα με τους πολιτικούς του αντιπάλους. Στελέχη της αντιπολίτευσης ζητούν πλέον ανοιχτά τον αποκλεισμό του Ενωμένου Ιουδαϊσμού της Τορά από κάθε μελλοντικό κυβερνητικό σχήμα, πιέζοντας τον Νετανιάχου να διακόψει τη συνεργασία. Ο Γιαΐρ Γκολάν, επικεφαλής των Δημοκρατών, το θέτει ευθέως: «Σιωπά επειδή χωρίς τον ραβίνο Λάντο και τους εκπροσώπους του δεν έχει κυβέρνηση», τονίζοντας ότι «η πολιτική επιβίωση του Νετανιάχου είναι σημαντικότερη γι’ αυτόν από τον σιωνισμό, σημαντικότερη από την ισότητα στη στρατιωτική θητεία και σημαντικότερη από το αίμα των στρατιωτών μας».

Ένα ανοιχτό ρήγμα με το UTJ, όμως, θα μπορούσε να κοστίσει πολιτικά πανάκριβα στον Νετανιάχου. Με τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου να πλησιάζουν και τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν τον συνασπισμό του αρκετά κάτω από τις 61 έδρες που απαιτούνται για αυτοδύναμη πλειοψηφία, κάθε έδρα μετράει. Σε δημοσκόπηση του Channel 12 στις 5 Οκτωβρίου, το UTJ εμφανίζεται να εξασφαλίζει οκτώ έδρες — αριθμός που εξηγεί γιατί η στάση των υπερορθόδοξων κομμάτων είναι κρίσιμη για τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης.

Μια σύγκρουση με βαριές εκλογικές προεκτάσεις

Ο αναλυτής ισραηλινών υποθέσεων Εχάμπ Τζαμπαρίν συνοψίζει το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται ο πρωθυπουργός: αν επιτεθεί ανοιχτά στον Λάντο, κινδυνεύει να πληρώσει πολιτικό τίμημα στη σχέση του με τους Χαρεντίμ, τους οποίους χρειάζεται για να σχηματίσει κυβέρνηση. Αν όμως παραμείνει σιωπηλός, δίνει στους αντιπάλους του ισχυρό επιχείρημα απέναντι στο δεξιό ακροατήριο: ότι ο άνθρωπος που μιλά για σιωνισμό και ασφάλεια εξαρτάται πολιτικά από μια θρησκευτική ηγεσία που αμφισβητεί τον ίδιο τον σιωνισμό.

Με τις κάλπες να απέχουν λίγες μόλις εβδομάδες, οι δηλώσεις ενός 96χρονου ραβίνου έχουν μετατραπεί σε κεντρικό σημείο τριβής της προεκλογικής εκστρατείας — αναδεικνύοντας, πέρα από το ζήτημα της στρατιωτικής θητείας, μια βαθύτερη και διαχρονική ένταση ανάμεσα στην εβραϊκή θρησκευτική ταυτότητα, τον σιωνισμό και το ίδιο το ισραηλινό κράτος.