ΗΠΑ: Αντιδράσεις από τους Δημοκρατικούς για την συμφωνία Τραμπ με Πούτιν.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Έντονες αντιδράσεις και ερωτήματα για τη συνέπεια της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Ρωσία προκαλεί η ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ για συμφωνία με τη Μόσχα σχετικά με τη διάθεση ρωσικών πετρελαϊκών προϊόντων στην αμερικανική και τη διεθνή αγορά. Η απόφαση της Παρασκευής (9/10) έρχεται σε αντίθεση με τις προηγούμενες προσπάθειες της Ουάσινγκτον να περιορίσει τις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές, προκειμένου να ασκήσει πίεση για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι η συμφωνία θα συμβάλει στην ταχεία αποκλιμάκωση των τιμών του ντίζελ, προβλέποντας ότι αυτές θα υποχωρήσουν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Ωστόσο, η κίνηση προκάλεσε επικρίσεις, καθώς η ίδια κυβέρνηση είχε επιβάλει κυρώσεις σε ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες και είχε κατηγορήσει άλλες χώρες ότι χρηματοδοτούν τον πόλεμο στην Ουκρανία μέσω των αγορών ρωσικής ενέργειας.

Η αντίφαση με τον νόμο για τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας

Ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσε το γεγονός ότι η νέα απόφαση ανακοινώθηκε μόλις τρεις εβδομάδες μετά την υπογραφή από τον Τραμπ του νόμου που συνδέεται με την πρωτοβουλία του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ.

Η νομοθεσία παρέχει, μεταξύ άλλων, στον Λευκό Οίκο τη δυνατότητα επιβολής δασμών έως και 100% σε μεγάλους αγοραστές ρωσικού αργού πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Ο Σκοτ Λίνσικομ, αντιπρόεδρος του φιλελεύθερου Ινστιτούτου Cato, σχολίασε ειρωνικά την αλλαγή στάσης της αμερικανικής κυβέρνησης.

«Το Κογκρέσο μόλις ψήφισε έναν νόμο που δίνει στον Τραμπ την εξουσία να επιβάλει νέους δασμούς σε μεγάλους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου», έγραψε στην πλατφόρμα X.

«Μπορεί η Αμερική να επιβάλει δασμούς στην Αμερική;», διερωτήθηκε.

Από την πλευρά του, ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Ρίτσαρντ Μπλούμενθαλ, μέλος της ομάδας της Γερουσίας για την Ουκρανία, κατηγόρησε τον Τραμπ ότι ενεργεί «άμεσα αντίθετα με την πρόθεση του Κογκρέσου», όπως αυτή αποτυπώθηκε στη διακομματική νομοθεσία για τις κυρώσεις.

Όταν ο Τραμπ κατηγορούσε τους συμμάχους του ΝΑΤΟ για το ρωσικό πετρέλαιο

Η νέα συμφωνία έρχεται σε αντίθεση και με προηγούμενες δημόσιες τοποθετήσεις του Αμερικανού προέδρου.

Λιγότερο από έναν χρόνο νωρίτερα, η κυβέρνησή του είχε επιβάλει κυρώσεις σε σειρά ρωσικών πετρελαϊκών εταιρειών, επικαλούμενη την «έλλειψη σοβαρής δέσμευσης της Ρωσίας σε μια ειρηνευτική διαδικασία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία».

Τον Σεπτέμβριο του 2025, ο Τραμπ είχε επικρίνει έντονα συμμάχους των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ επειδή συνέχιζαν να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο.

«Η αγορά ρωσικού πετρελαίου από ορισμένους είναι σοκαριστική! Αποδυναμώνει σε μεγάλο βαθμό τη διαπραγματευτική ισχύ έναντι της Ρωσίας», είχε γράψει σε ανάρτησή του.

Αργότερα τον ίδιο μήνα, μιλώντας στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, είχε επανέλθει στο ζήτημα, κατηγορώντας χώρες που διατηρούσαν ενεργειακές συναλλαγές με τη Μόσχα.

«Χρηματοδοτούν τον πόλεμο εναντίον των εαυτών τους. Δεν μπορούν να κάνουν αυτό που κάνουν. Αγοράζουν πετρέλαιο και φυσικό αέριο από τη Ρωσία ενώ πολεμούν τη Ρωσία», είχε δηλώσει.

Οι συγκεκριμένες τοποθετήσεις επανέρχονται πλέον στο προσκήνιο, καθώς η Ουάσινγκτον επιτρέπει τη διάθεση ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές.

Η τηλεφωνική επικοινωνία με τον Πούτιν και η προσωρινή άδεια

Ο Τραμπ ανακοίνωσε τη συμφωνία το απόγευμα της Παρασκευής μέσω της πλατφόρμας Truth Social, έπειτα από τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν.

Ο ίδιος χαρακτήρισε την επικοινωνία τους «εξαιρετικά επιτυχημένη συζήτηση», παρουσιάζοντας τη συμφωνία για το ντίζελ ως κίνηση που θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση των τιμών των καυσίμων.

Λίγο αργότερα, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι ο πρόεδρος έδωσε εντολή στο Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) να εκδώσει αμέσως προσωρινή γενική άδεια για τη διάθεση ρωσικού ντίζελ στην παγκόσμια αγορά.

Η άδεια προβλέπει προσωρινή εξαίρεση από τους ισχύοντες περιορισμούς για τις συναλλαγές που καλύπτει, χωρίς να συνεπάγεται συνολική άρση των αμερικανικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

Ερωτήματα για την αμερικανική στρατηγική απέναντι στη Μόσχα

Η απόφαση αναδεικνύει τη μεταβολή των προτεραιοτήτων της αμερικανικής κυβέρνησης, η οποία εμφανίζεται πλέον να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην ενίσχυση της προσφοράς καυσίμων και στη συγκράτηση των τιμών.

Παράλληλα, προκαλεί ερωτήματα για το πώς συμβιβάζεται η διευκόλυνση των ρωσικών ενεργειακών εξαγωγών με τη διακηρυγμένη επιδίωξη της Ουάσινγκτον να περιορίσει τα έσοδα της Μόσχας από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.

Οι αντιδράσεις στο Κογκρέσο και στους κύκλους των αναλυτών δείχνουν ότι η συμφωνία με τον Πούτιν ενδέχεται να αποτελέσει νέο πεδίο αντιπαράθεσης γύρω από την πολιτική του Τραμπ για τη Ρωσία και τον πόλεμο στην Ουκρανία.