«Cornell 7»: Το αλκοόλ, τα ναρκωτικά και η σιωπή που αποκάλυψε το σκοτεινό πρόσωπο των αμερικανικών campus

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Τον Σεπτέμβριο του 2026 μια πρώην φοιτήτρια του Πανεπιστημίου Cornell κατέθεσε αστική αγωγή ισχυριζόμενη ότι επτά μέλη της αδελφότητας Chi Phi τη βίασαν ομαδικά όταν βρισκόταν στο δεύτερο έτος των σπουδών της. Η υπόθεση, που έγινε γνωστή ως «Cornell 7», δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο περιστατικό. Αναδεικνύει ένα βαθύτερο και επίμονο πρόβλημα: την υποαναφορά των σεξουαλικών επιθέσεων στα πανεπιστημιακά campus και την έλλειψη εμπιστοσύνης χιλιάδων φοιτητών απέναντι στους θεσμούς στους οποίους απευθύνονται για προστασία.

Η φερόμενη επίθεση και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκαν την καταγγελία οι πανεπιστημιακές και τοπικές αρχές έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για την κουλτούρα του αλκοόλ, των ναρκωτικών και της σεξουαλικής βίας στα αμερικανικά πανεπιστήμια.

Γιατί οι περισσότερες επιθέσεις δεν καταγγέλλονται

Οι επίσημες στατιστικές υποτιμούν σημαντικά την πραγματική έκταση της σεξουαλικής βίας στα campus. Πολλά θύματα δεν προχωρούν σε καταγγελία επειδή δεν γνωρίζουν πού να απευθυνθούν, φοβούνται ότι δεν θα τηρηθεί η εμπιστευτικότητα ή δεν πιστεύουν ότι το πανεπιστήμιο θα ανταποκριθεί επαρκώς. Άλλοι, ιδιαίτερα αμέσως μετά το περιστατικό, αδυνατούν να αναζητήσουν μόνοι τους βοήθεια ή να κατανοήσουν τις διαθέσιμες διαδικασίες.

Στο πλαίσιο πανεπιστημιακών ερευνών, μόλις το 7,1% των φοιτητών που δήλωσαν ότι υπέστησαν σεξουαλική επίθεση ανέφεραν ότι επικοινώνησαν με την τοπική αστυνομία. Παράλληλα, μόλις το 37,5% πίστευε ότι οι πανεπιστημιακές αρχές θα αντιμετώπιζαν σοβαρά μια καταγγελία όταν υπήρχε σωματική βία ή αδυναμία συναίνεσης.

Η υπόθεση της Jane Doe

Η Jane Doe κατήγγειλε την επίθεση στην αστυνομία τρεις εβδομάδες μετά το περιστατικό. Σύμφωνα με την αγωγή της, δήλωσε ξεκάθαρα ότι είχε βιαστεί. Ωστόσο, η αναφορά που διαβίβασε η αστυνομία της Ίθακα στον εισαγγελέα δεν περιείχε αυτή τη διατύπωση. Ο εισαγγελέας της κομητείας αποφάσισε να μην ασκήσει δίωξη εναντίον κανενός από τους επτά άνδρες. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι, σύμφωνα με την καταγγελία, δεν πήρε ποτέ συνέντευξη από την ίδια την Jane Doe.

Η εσωτερική διαδικασία του πανεπιστημίου είχε επίσης απογοητευτική κατάληξη. Δύο από τους φερόμενους δράστες αποβλήθηκαν, δύο τέθηκαν σε αναστολή, ενώ ένας πέμπτος, που είχε ήδη αποφοιτήσει, αποκλείστηκε από την πρόσβαση στους χώρους του ιδρύματος. Οι δύο εναπομείναντες υποχρεώθηκαν να παρακολουθήσουν εκπαιδευτικό πρόγραμμα, να μην έχουν επαφή με την καταγγέλλουσα και να συντάξουν «δοκίμια αναστοχασμού».

Μετά την κατάθεση της αγωγής, η κυβερνήτης της Νέας Υόρκης, Κάθι Χότσουλ, διόρισε τη γενική εισαγγελέα της πολιτείας, Λετίσια Τζέιμς, ως ειδική εισαγγελέα για να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκαν την υπόθεση οι πανεπιστημιακές και τοπικές αρχές.

Ένα πρόβλημα πολύ μεγαλύτερο από μία υπόθεση

Η σεξουαλική επίθεση στα πανεπιστημιακά campus δεν είναι νέο φαινόμενο. Ο ομοσπονδιακός νόμος Clery υποχρεώνει τα ιδρύματα που λαμβάνουν ομοσπονδιακή χρηματοδότηση να δημοσιεύουν ετήσια στοιχεία για την εγκληματικότητα. Τα στοιχεία αυτά, όμως, βασίζονται στις επίσημα καταγεγραμμένες καταγγελίες και δεν αποτυπώνουν μεγάλο μέρος των περιστατικών που δεν αναφέρονται ποτέ.

Μεγάλες έρευνες μεταξύ φοιτητών έχουν εκτιμήσει ότι περίπου μία στις πέντε φοιτήτριες θα υποστεί σεξουαλική επίθεση κατά τη διάρκεια των σπουδών της. Οι κίνδυνοι εμφανίζονται αυξημένοι σε ορισμένα κοινωνικά περιβάλλοντα, μεταξύ άλλων σε φοιτητές που συμμετέχουν σε αδελφότητες. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ο δράστης είναι πρόσωπο που το θύμα γνωρίζει – όχι άγνωστος.

Στην υπόθεση του Cornell, η Jane Doe είχε επισκεφθεί το σπίτι της αδελφότητας Chi Phi για να συναντήσει έναν φίλο, ο οποίος, σύμφωνα με την αγωγή, φέρεται να συμμετείχε στην επίθεση.

Ο ρόλος του αλκοόλ και των ναρκωτικών

Η κατανάλωση αλκοόλ και άλλων ουσιών αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου. Μεγάλο ποσοστό των φοιτητών που αναφέρουν ότι υπέστησαν σεξουαλική επίθεση είχε καταναλώσει οικειοθελώς αλκοόλ ή άλλες ουσίες πριν από το περιστατικό.

Η Jane Doe υποστήριξε ότι κατά τη διάρκεια της επίθεσης ήταν ανίκανη να αντιδράσει και βρισκόταν «σχεδόν σε κατάσταση παραισθήσεων» εξαιτίας κεταμίνης και αλκοόλ. Η συγκεκριμένη πτυχή έχει προκαλέσει έντονη κριτική, καθώς η νομοθεσία της Νέας Υόρκης αφήνει περιθώριο σε μια προβληματική διάκριση: διαφορετική αντιμετώπιση μπορεί να έχει ένα άτομο που αδυνατεί να συναινέσει επειδή κατανάλωσε οικειοθελώς ουσίες και διαφορετική ένα άτομο που ναρκώθηκε χωρίς τη θέλησή του.

Η κυβερνήτης Χότσουλ έχει χαρακτηρίσει την κατάσταση «νομικό κενό» και έχει δηλώσει ότι θα επιδιώξει αλλαγή της νομοθεσίας, υποστηρίζοντας ότι η εθελοντική μέθη δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως συναίνεση για σεξουαλική πράξη.

Οι συνέπειες δεν τελειώνουν με την αποφοίτηση

Οι επιπτώσεις μιας σεξουαλικής επίθεσης μπορούν να διαρκέσουν πολύ περισσότερο από τα χρόνια των σπουδών. Οι φοιτητές που βιώνουν σεξουαλική βία διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο άγχους, κατάθλιψης και προβλημάτων σωματικής και ψυχικής υγείας. Συχνά επηρεάζεται και η ακαδημαϊκή τους πορεία, με χαμηλότερες επιδόσεις, μαθησιακές δυσκολίες ή ακόμη και εγκατάλειψη των σπουδών. Η Jane Doe, σύμφωνα με την αγωγή της, εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο.

Τα ιδρύματα που λαμβάνουν ομοσπονδιακή χρηματοδότηση έχουν υποχρέωση βάσει του Τίτλου IX να αντιμετωπίζουν καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση και βία. Πολλά έχουν αναπτύξει προγράμματα πρόληψης – από διαδικτυακές παρεμβάσεις έως εκπαίδευση μικρών ομάδων και προγράμματα παρέμβασης παρευρισκομένων. Ωστόσο, μεγάλο μέρος της πρόληψης εξακολουθεί να επικεντρώνεται στο τι πρέπει να κάνουν τα πιθανά θύματα και οι παρευρισκόμενοι. Πολύ λιγότερα είναι γνωστά για παρεμβάσεις που μπορούν να αποτρέψουν εξαρχής τους επίδοξους δράστες.

Η ανάγκη για ένα σύστημα που θα εμπιστεύονται τα θύματα

Η υπόθεση των «Cornell 7» αναδεικνύει τελικά ένα κρίσιμο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν ένα θύμα αποφασίζει να μιλήσει, αλλά το σύστημα στο οποίο απευθύνεται δεν ανταποκρίνεται με τρόπο που να του δημιουργεί εμπιστοσύνη;

Η Νέα Υόρκη έχει ήδη προχωρήσει σε ορισμένες αλλαγές. Από το 2026 τα θύματα δεν χρειάζεται πλέον να υποβάλλουν αστυνομική αναφορά για να έχουν πρόσβαση σε κρατικά προγράμματα αποζημίωσης. Η εγκληματική πράξη μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να επιβεβαιωθεί από φορέα υποστήριξης θυμάτων ή επαγγελματία υγείας. Παράλληλα, έχει διευρυνθεί η προθεσμία για την υποβολή αιτήσεων.

Οι αλλαγές, ωστόσο, δεν είναι ομοιόμορφες σε ολόκληρη τη χώρα. Σε ορισμένες πολιτείες οι προϋποθέσεις παραμένουν ιδιαίτερα αυστηρές, ενώ η χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών από το θύμα μπορεί να επηρεάσει ακόμη και την πρόσβαση σε αποζημίωση.

Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο: άνθρωποι που αποφασίζουν να καταγγείλουν μια σεξουαλική επίθεση μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με τα ίδια τα συστήματα που υποτίθεται ότι δημιουργήθηκαν για να τους προστατεύσουν.

Και αυτό ίσως είναι το πιο ανησυχητικό μήνυμα από την υπόθεση του Cornell. Δεν αρκεί να υπάρχουν κανόνες, υπηρεσίες και διαδικασίες στα χαρτιά. Για να καταγγέλλουν οι φοιτητές τις επιθέσεις, πρέπει πρώτα να πιστεύουν ότι όταν μιλήσουν, θα τους ακούσουν, θα τους πιστέψουν και θα τους προστατεύσουν.