Πετρέλαιο: Μικρή ανάσα από την αύξηση των εξαγωγών και την αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Ελαφρά υποχώρηση καταγράφουν οι τιμές του πετρελαίου, καθώς η αύξηση των εξαγωγών αργού από τη Μέση Ανατολή και η απόφαση των χωρών της G7 να αποδεσμεύσουν στρατηγικά αποθέματα ενίσχυσαν την προσφορά.

Η εξέλιξη αυτή λειτούργησε ως «ανάσα» για τις αγορές, αντισταθμίζοντας εν μέρει τις ανησυχίες για νέες καταστροφές στις ενεργειακές υποδομές του Κόλπου, εν μέσω της συνεχιζόμενης πολεμικής σύγκρουσης ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν.

Ειδικότερα, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για το Brent κινείται πτωτικά 0,5% διαμορφώνοντας την τιμή στα 101,69 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό αργό υποχωρεί 1,1%στα 90,12 δολάρια το βαρέλι.

Όλα αυτά μετά τη συμφωνία των G7 την περασμένη Παρασκευή για απελευθέρωση 100 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου και ντίζελ από τα αποθέματα έκτακτης ανάγκης, έπειτα και από πιέσεις του Τραμπ. Παράλληλα, τα κράτη-μέλη δεσμεύτηκαν να απέχουν από περιορισμούς στις εξαγωγές ενέργειας.

Η παραπάνω ποσότητα έρχεται να προστεθεί στις εξαγωγές αργού από τη Μέση Ανατολή, οι οποίες –σύμφωνα με στοιχεία ναυτιλιακών δεδομένων– επέστρεψαν σε επίπεδα υψηλότερα των προπολεμικών τις τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου, παρά τις επιθέσεις σε εμπορικά πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ.

Σε μια κίνηση-έκπληξη, η Saudi Aramco μείωσε τις τιμές πετρελαίου Νοεμβρίου για την Ασία σε χαμηλό εξαετίας.

Παρ’ όλα αυτά, το Brent παραμένει σταθερά πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι λόγω της γεωπολιτικής αβεβαιότητας, σύμφωνα με τους αναλυτές της ING.

Σε επίπεδο ευρύτερου ενεργειακού σχεδιασμού, ο OPEC+ ανέβαλε την επανεξέταση που θα καθόριζε τις ποσοστώσεις παραγωγής πετρελαίου για το 2027, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν ανέτρεψε τα έργα επέκτασης της παραγωγικής ικανότητας στη Μέση Ανατολή.

Στο ευρωπαϊκό μέτωπο, τέλος, η Ουκρανία δηλώνει αποφασισμένη να εντείνει τις επιθέσεις της σε ρωσικά διυλιστήρια, όπως επιβεβαίωσε ο Ουκρανός Πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι σε συνέντευξή του.