«Έχει χαθεί η βιοκοινότητα στο ποτάμι» – Στο έλεος τοξικών αερολυμάτων 104.000 κάτοικοι γύρω από τον Κηφισό

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Ιδιαίτερα ανησυχητική παραμένει η κατάσταση στον Κηφισό, καθώς επιστήμονες μιλούν πλέον για τεκμηριωμένη οικολογική κατάρρευση σε συγκεκριμένα τμήματα του ποταμού, ενώ ανοιχτό παραμένει το ζήτημα των πιθανών επιπτώσεων στη δημόσια υγεία. Την ίδια ώρα, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας προειδοποιεί ότι οι έλεγχοι για παράνομες απορρίψεις θα συνεχιστούν και ότι οι παραβάτες θα βρίσκονται αντιμέτωποι με διοικητικές και, όπου προβλέπεται, ποινικές κυρώσεις.

Τα πρόσφατα περιστατικά ρύπανσης στην περιοχή του Ρέντη και της Μεταμόρφωσης επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα πρόβλημα που, όπως προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία, δεν είναι ούτε νέο ούτε περιορισμένο.

Ο γενικός γραμματέας Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων του ΥΠΕΝ, Πέτρος Βαρελίδης, σε δηλώσεις του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, διαμηνύει ότι οι έλεγχοι θα συνεχιστούν τόσο από τους επιθεωρητές Περιβάλλοντος όσο και από τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος της Περιφέρειας Αττικής, με τη συνδρομή της Ελληνικής Αστυνομίας όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο.

Όπως εξηγεί, σε κάθε περίπτωση κατά την οποία εντοπίζεται παραβίαση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας εφαρμόζεται το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, το οποίο προβλέπει συγκεκριμένο τρόπο υπολογισμού των διοικητικών προστίμων και συνδέει το ύψος τους ακόμη και με τον κύκλο εργασιών της εκάστοτε επιχείρησης.

Στόχος, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι οι κυρώσεις να επιβάλλονται με διαφανή και αναλογικό τρόπο, χωρίς να αποκλείεται, ανάλογα με την υπόθεση, και η ενεργοποίηση ποινικών διαδικασιών.

«Έχει χαθεί η βιοκοινότητα σε συγκεκριμένα τμήματα»

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα που παρουσιάζει ο διευθυντής και πρόεδρος του ΔΣ του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Δημοσθένης Σαρηγιάννης.

Όπως επισημαίνει, η υποβάθμιση του Κηφισού δεν αποτελεί πλέον απλή εκτίμηση, καθώς υπάρχουν στοιχεία που τεκμηριώνουν σοβαρή οικολογική επιβάρυνση.

Η βιολογική ποιότητα του ποταμού χαρακτηρίζεται «φτωχή» ήδη από το 2020, με το σοβαρότερο πρόβλημα να εντοπίζεται στο τμήμα από τον Κόκκινο Μύλο έως τη Λεωφόρο Κύμης. Πρόκειται για περιοχή όπου συνυπάρχουν έντονη αστική ανάπτυξη και βιομηχανικές δραστηριότητες.

Αντιθέτως, σύμφωνα με τον καθηγητή, καλύτερη εικόνα εμφανίζουν τα ανάντη ορεινά τμήματα αλλά και η περιοχή της εκβολής.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη γενική έννοια της ρύπανσης. Όπως υπογραμμίζει, σε συγκεκριμένα χιλιόμετρα του ποταμού έχει ουσιαστικά χαθεί η φυσική βιοκοινότητα.

Το μεγάλο ερωτηματικό για υπόγεια νερά και ατμόσφαιρα

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι δύο από τις σημαντικότερες πιθανές οδούς έκθεσης του πληθυσμού δεν έχουν, σύμφωνα με τον Δημοσθένη Σαρηγιάννη, μετρηθεί επαρκώς.

Η πρώτη αφορά τον υπόγειο υδροφορέα. Σε περίπτωση που έχει δεχθεί επιβάρυνση από τη ρύπανση του ποταμού, τα περιθώρια ασφαλείας για ουσίες όπως το αρσενικό και ο μόλυβδος ενδέχεται να περιορίζονται σημαντικά.

Ο καθηγητής αναφέρει ότι οι σχετικοί δείκτες μπορεί να υποχωρούν στο 2,7 για το αρσενικό και στο 3,4 για τον μόλυβδο, επίπεδα τα οποία χαρακτηρίζει ιδιαίτερα ανησυχητικά. Παρά ταύτα, όπως σημειώνει, δεν έχουν πραγματοποιηθεί ακόμη οι απαραίτητες γεωτρήσεις που θα έδιναν σαφή εικόνα για την κατάσταση των υπόγειων νερών.

Η δεύτερη πηγή προβληματισμού αφορά περίπου 104.000 κατοίκους που ζουν σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων από ανοιχτά τμήματα της κοίτης, στα οποία καταγράφεται κοπρανώδες φορτίο.

Οι πολίτες αυτοί μπορεί να εκτίθενται σε αερολύματα που παράγονται από το μολυσμένο νερό. Ωστόσο, μέχρι σήμερα, σύμφωνα με τον καθηγητή, δεν υπάρχουν συστηματικές μετρήσεις της ποιότητας του αέρα στις συγκεκριμένες περιοχές.

Άμεσες παρεμβάσεις πριν από τα μεγάλα έργα

Ο Δημοσθένης Σαρηγιάννης εκτιμά ότι πριν από πιο σύνθετες παρεμβάσεις μπορούν να ληφθούν άμεσα μέτρα με σχετικά χαμηλό κόστος.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται αυστηρότερα πρωτόκολλα υγιεινής και μέσα ατομικής προστασίας για περίπου 450 εργαζόμενους, καθώς και η περίφραξη ανοιχτών ρεμάτων που βρίσκονται κοντά σε σχολικές μονάδες.

Παράλληλα, προτείνει τη σφράγιση φρεατίων ομβρίων σε χώρους στάθμευσης βαρέων οχημάτων, ώστε να περιοριστούν οι πιθανότητες παράνομων απορρίψεων.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδει και στην εγκατάσταση αισθητήρων συνεχούς παρακολούθησης του pH σε πέντε σημεία του ποταμού. Με αυτόν τον τρόπο, όπως εξηγεί, θα μπορούσαν να καταγράφονται άμεσα ακόμη και σύντομες όξινες απορρίψεις, οι οποίες είναι πιθανό να μην εντοπίζονται από τις περιοδικές δειγματοληψίες.

Ζητούνται περισσότερες μετρήσεις

Καθοριστικής σημασίας θεωρούνται επίσης οι αναλύσεις που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν το πραγματικό μέγεθος της ρύπανσης.

Ο καθηγητής προτείνει αναλυτική καταγραφή των παθογόνων μικροοργανισμών, γεωτρήσεις για τον έλεγχο του υπόγειου υδροφορέα και συστηματική δειγματοληψία του αέρα.

Παράλληλα, επισημαίνει την ανάγκη να εξεταστούν φαρμακευτικά κατάλοιπα και γονίδια αντοχής στα αντιβιοτικά, δεδομένου ότι μέρος του ρυπαντικού φορτίου έχει συνδεθεί και με νοσοκομειακά απόβλητα.

Το τελευταίο, αλλά κρίσιμο, μέτρο αφορά τις οικονομικές κυρώσεις. Σύμφωνα με τον Δημοσθένη Σαρηγιάννη, τα πρόστιμα θα πρέπει να λειτουργούν πραγματικά αποτρεπτικά και να είναι υψηλότερα από το κόστος της νόμιμης διάθεσης των αποβλήτων.

Διαφορετικά, όπως προειδοποιεί, όσο η παράνομη απόρριψη παραμένει οικονομικά πιο συμφέρουσα από τη νόμιμη διαχείριση, το πρόβλημα θα συνεχίζεται και οι παραβάτες θα εξακολουθούν να αναζητούν τρόπους για να απαλλάσσονται ανεξέλεγκτα από τα λύματά τους.