Στα υψη οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Μία ιδιαίτερα πιεστική εικόνα για την πορεία των ιδιωτικών χρεών προς το Δημόσιο αποκαλύπτουν τα νεότερα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην Τριμηνιαία Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή.

Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο ότι μέσα σε οκτώ μήνες δημιουργήθηκαν νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους περίπου 12,5 δισ. ευρώ, αλλά και ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των ήδη συσσωρευμένων χρεών παραμένει εκτός οποιασδήποτε ρύθμισης.

Από τα 79,3 δισ. ευρώ που θεωρούνται πραγματικά ληξιπρόθεσμο και δυνητικά εισπράξιμο υπόλοιπο, μόλις 5,3 δισ. ευρώ βρίσκονται σε ρύθμιση. Πρόκειται για ποσοστό μόλις 6,7%. Με άλλα λόγια, για κάθε 100 ευρώ εισπράξιμης ληξιπρόθεσμης οφειλής, λιγότερα από 7 ευρώ εξυπηρετούνται σήμερα μέσα από κάποιο σχήμα ρύθμισης.

Τα δεδομένα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία καθώς αποτυπώνουν την κατάσταση έως το καλοκαίρι του 2026 και έρχονται να εξηγήσουν, σε σημαντικό βαθμό, γιατί η κυβέρνηση προχώρησε αρχικά στη ρύθμιση των 72 δόσεων και στη συνέχεια στην απόφαση να αυξήσει τον αριθμό τους στις 120.

Νέα χρέη 12,5 δισ. ευρώ σε οκτώ μήνες
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε το Γραφείο Προϋπολογισμού απευθείας από τις αρμόδιες υπηρεσίες, από τον Δεκέμβριο έως και το τέλος Ιουλίου δημιουργήθηκαν νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση ύψους 9,9 δισ. ευρώ.

Στο ποσό αυτό προστίθενται ακόμη 2,6 δισ. ευρώ οφειλών που είχαν καταστεί πληρωτέες μέσα στον Ιούλιο, αλλά εμφανίστηκαν ως ληξιπρόθεσμες την 1η Αυγούστου, καθώς η βεβαίωσή τους ολοκληρώθηκε μετά το τέλος του μήνα.

Έτσι, η συνολική επιβάρυνση μέσα στο συγκεκριμένο οκτάμηνο προσεγγίζει τα 12,5 δισ. ευρώ.

Η εικόνα αυτή συμπίπτει χρονικά με μια περίοδο κατά την οποία νοικοκυριά και επιχειρήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπα με υψηλότερο ενεργειακό κόστος, ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά και αυξημένες τρέχουσες υποχρεώσεις.

Ιδιαίτερα επιβαρυμένος ήταν ο Ιούλιος, καθώς στις 31 του μήνα έληγε και η πρώτη δόση του φόρου εισοδήματος, γεγονός που προσέθεσε νέες φορολογικές απαιτήσεις στον ήδη πιεσμένο οικογενειακό και επιχειρηματικό προϋπολογισμό.

Σχεδόν 110 δισ. ευρώ το συνολικό «βουνό» των ληξιπρόθεσμων
Το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο προς τη φορολογική διοίκηση διαμορφωνόταν στο τέλος Ιουλίου στα 109,8 δισ. ευρώ.

Το ονομαστικό αυτό ποσό, ωστόσο, δεν αντιστοιχεί εξ ολοκλήρου σε χρέος που θεωρείται ότι μπορεί να εισπραχθεί.

Περίπου 30,5 δισ. ευρώ, ή το 27,8% του συνόλου, έχουν χαρακτηριστεί ως ανεπίδεκτα είσπραξης. Μετά την αφαίρεσή τους, το πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο περιορίζεται στα 79,3 δισ. ευρώ.

Ακόμη και σε αυτή τη βάση, όμως, το ποσοστό των ρυθμισμένων χρεών παραμένει εξαιρετικά χαμηλό. Μόλις 5,3 δισ. ευρώ έχουν ενταχθεί σε ρύθμιση, αφήνοντας πάνω από το 93% του πραγματικού υπολοίπου εκτός οργανωμένης διαδικασίας αποπληρωμής.

Η συγκεκριμένη αναλογία είναι και ένα από τα στοιχεία που αναδεικνύουν το πρόβλημα των υφιστάμενων σχημάτων: για μεγάλο αριθμό οφειλετών η μηνιαία δόση που προκύπτει από τις διαθέσιμες ρυθμίσεις δεν είναι πάντοτε συμβατή με την πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής.

ΦΠΑ και φόρος εισοδήματος στο επίκεντρο
Το μεγαλύτερο μέρος του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου συνδέεται με αμιγώς φορολογικές υποχρεώσεις.

Συνολικά 52,7 δισ. ευρώ, δηλαδή το 66,5% του εισπράξιμου ληξιπρόθεσμου χρέους, προέρχονται από φόρους.
Άλλα 17,3 δισ. ευρώ, ή ποσοστό 21,8%, αφορούν πρόστιμα, ενώ περίπου 9,3 δισ. ευρώ συνδέονται με άλλες κατηγορίες, όπως δάνεια, δικαστικά έξοδα και καταλογισμούς.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύνθεση των καθαρά φορολογικών χρεών.

Σχεδόν τα μισά προέρχονται από ΦΠΑ, ο οποίος αντιστοιχεί σε 24,9 δισ. ευρώ ή στο 47,2% των φορολογικών οφειλών. Ακολουθεί ο φόρος εισοδήματος με ποσοστό 42,2%, ενώ οι φόροι περιουσίας αντιστοιχούν περίπου στο 5,2%.

Η υψηλή συμμετοχή του ΦΠΑ έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την οικονομική δραστηριότητα επιχειρήσεων και επαγγελματιών και αποτελεί ένδειξη των πιέσεων που ασκούνται στη ρευστότητά τους.

Σχεδόν 4 εκατομμύρια οφειλέτες
Στο τέλος Ιουλίου οι φορολογούμενοι με ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις ανέρχονταν σε 3.985.112.

Σε ετήσια βάση ο αριθμός τους ήταν μειωμένος κατά 16.682 άτομα. Η εικόνα, ωστόσο, διαφοροποιείται σημαντικά αν εξεταστεί μόνο η μεταβολή μέσα στον Ιούλιο.

Σε διάστημα ενός μήνα προστέθηκαν 129.337 οφειλέτες, εξέλιξη που συνδέεται κυρίως με τη λήξη της πρώτης δόσης του φόρου εισοδήματος και με νέες υποχρεώσεις από φόρο εισοδήματος και ΦΠΑ.

Η μεγάλη πλειονότητα των οφειλετών έχει σχετικά μικρό ύψος χρέους. Συγκεκριμένα, το 89,8% χρωστά έως 10.000 ευρώ.

Παρά τον μεγάλο αριθμό τους, οι συγκεκριμένοι φορολογούμενοι αντιπροσωπεύουν μόλις το 3,57% του συνολικού ληξιπρόθεσμου χρέους.

Στον αντίποδα, μόλις το 0,26% των οφειλετών εμφανίζει χρέος άνω του 1 εκατ. ευρώ, αλλά συγκεντρώνει το 74,4% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.

Σε απόλυτα ποσά, τα φυσικά πρόσωπα εμφανίζονται να οφείλουν 43,65 δισ. ευρώ, ενώ οι οφειλές των νομικών προσώπων ανέρχονται σε 66,12 δισ. ευρώ.

Η πίεση μεταφέρεται στις μεσαίες οφειλές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταβολή ανά κλίμακα χρέους.

Στις πολύ μικρές οφειλές, έως 500 ευρώ, η εικόνα παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη. Περιορισμένη ήταν και η επιβάρυνση στην επόμενη κατηγορία, από 500 έως 10.000 ευρώ, όπου το συνολικό χρέος αυξήθηκε κατά περίπου 41,9 εκατ. ευρώ.

Η κατάσταση αλλάζει αισθητά όσο ανεβαίνει το ύψος της οφειλής.

Στην κατηγορία των 10.000 έως 100.000 ευρώ, τα χρέη αυξήθηκαν κατά 612,3 εκατ. ευρώ, ενώ στην κλίμακα από 100.000 έως 1 εκατ. ευρώ η αύξηση έφθασε περίπου το 1 δισ. ευρώ.

Πρόκειται για τις κατηγορίες στις οποίες η δυνατότητα αποπληρωμής μέσα από τις συνήθεις πάγιες ρυθμίσεις γίνεται δυσκολότερη, καθώς το ύψος της μηνιαίας καταβολής αυξάνεται σημαντικά.

Αντίθετα, στις οφειλές άνω του 1 εκατ. ευρώ καταγράφεται μείωση περίπου 3,72 δισ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με τον χαρακτηρισμό μεγάλων απαιτήσεων ως ανεπίδεκτων είσπραξης και τη μεταφορά τους εκτός του ενεργού εισπράξιμου υπολοίπου.