Ο πόλεμος αδειάζει τα ρωσικά ταμεία: Ο Πούτιν ζητά δισεκατομμύρια από τους ολιγάρχες.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google
Ο λογαριασμός του πολέμου στην Ουκρανία βαραίνει ολοένα περισσότερο τα δημόσια οικονομικά της Ρωσίας και το Κρεμλίνο αναζητεί νέες πηγές χρηματοδότησης, στρεφόμενο πλέον ακόμη και στους πλουσιότερους επιχειρηματίες της χώρας.

Σύμφωνα με το Reuters, το οποίο εξέτασε επίσημα έγγραφα του ρωσικού προϋπολογισμού, οι λεγόμενες «εθελοντικές» εισφορές από τη ρωσική επιχειρηματική ελίτ έχουν φθάσει μέσα στο 2026 τα 471 δισ. ρούβλια, περισσότερα από 5,6 δισ. δολάρια. Το ποσό αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 1% των συνολικών κρατικών δαπανών της Ρωσίας για το έτος.

Η ροή των χρημάτων επιταχύνθηκε μετά από κλειστή συνάντηση του Βλαντίμιρ Πούτιν με κορυφαίους Ρώσους επιχειρηματίες τον περασμένο Μάρτιο. Το Reuters αναφέρει ότι στη συνάντηση ένας από τους παρευρισκόμενους πρότεινε οι πλουσιότεροι Ρώσοι να συνεισφέρουν περισσότερο στον κρατικό προϋπολογισμό, πρόταση που έγινε δεκτή θετικά από τον Ρώσο πρόεδρο. Η πλήρης λίστα των συμμετεχόντων και τα ποσά που κατέβαλε ο καθένας δεν έχουν δημοσιοποιηθεί.

Η ανεξάρτητη ρωσική οικονομική έκδοση The Bell, την οποία επικαλείται και η Moscow Times, έχει αναφέρει ότι ο Πούτιν είχε θέσει στους μεγάλους επιχειρηματίες το ζήτημα της οικονομικής συνεισφοράς στην πολεμική προσπάθεια. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, μέχρι τα μέσα Αυγούστου είχαν ήδη συγκεντρωθεί περίπου 384 δισ. ρούβλια, ενώ το συνολικό ποσό για το 2026 αναμένεται να αποτελέσει ιστορικό ρεκόρ.

Το έλλειμμα διπλασιάστηκε, οι στρατιωτικές δαπάνες εκτοξεύονται

Η ανάγκη για επιπλέον έσοδα γίνεται σαφής στα στοιχεία του προϋπολογισμού. Η Ρωσία προβλέπει πλέον δημοσιονομικό έλλειμμα 7,3 τρισ. ρουβλίων, περίπου 87 δισ. δολαρίων, ή 3,2% του ΑΕΠ. Ο αρχικός στόχος ήταν μόλις 1,6%. Χωρίς τις εισφορές των μεγάλων επιχειρηματιών, σύμφωνα με το Reuters, το έλλειμμα θα μπορούσε να φθάσει περίπου στο 3,4% του ΑΕΠ.

Το μεγαλύτερο βάρος προέρχεται από τις στρατιωτικές ανάγκες. Άμυνα και ασφάλεια απορροφούν περίπου το 38% των συνολικών κρατικών δαπανών για το 2026, ενώ οι πολεμικές ανάγκες έχουν οδηγήσει σε υψηλότερους φόρους, περισσότερο κρατικό δανεισμό και χρήση αποθεματικών.

Και η πίεση δεν αναμένεται να υποχωρήσει σύντομα. Ξεχωριστά έγγραφα που εξέτασε το Reuters δείχνουν ότι η Μόσχα σχεδιάζει να αυξήσει τις στρατιωτικές δαπάνες το 2027 κατά 27%, στα 17,1 τρισ. ρούβλια. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο από την έναρξη της πλήρους εισβολής στην Ουκρανία το 2022. Για την επόμενη τριετία προβλέπονται συνολικά περίπου 50 τρισ. ρούβλια για την άμυνα.

Το Κρεμλίνο αναζητεί χρήμα από φόρους, δανεισμό και ιδιωτικές περιουσίες

Την ίδια στιγμή, τα ενεργειακά έσοδα, παραδοσιακά βασικό στήριγμα του ρωσικού προϋπολογισμού, βρίσκονται υπό πίεση. Η πρόβλεψη για τα έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο έχει μειωθεί στα 7,6 τρισ. ρούβλια, ενώ το κράτος αυξάνει τον δανεισμό και αναζητεί πρόσθετες φορολογικές πηγές.

Η Μόσχα σχεδιάζει επίσης να εισπράξει περίπου 385 δισ. ρούβλια από την πώληση περιουσιακών στοιχείων που έχουν περάσει στον κρατικό έλεγχο, στο πλαίσιο σειράς κατασχέσεων και παρεμβάσεων σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Οι ρωσικές αρχές αποδίδουν πολλές από αυτές τις κινήσεις σε υποθέσεις διαφθοράς, παρατυπιών ή ζητήματα ξένης ιδιοκτησίας.

Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία που εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικούς πόρους, αλλά χρειάζεται ολοένα περισσότερα εργαλεία για να καλύψει το κόστος ενός πολέμου που έχει ήδη μπει στο πέμπτο έτος του.

Οι «εθελοντικές» εισφορές των 471 δισ. ρουβλίων δεν είναι αρκετές για να καλύψουν το συνολικό δημοσιονομικό κενό. Είναι όμως ενδεικτικές μιας βαθύτερης αλλαγής. Η χρηματοδότηση της πολεμικής οικονομίας δεν περνά πλέον μόνο από το πετρέλαιο, τη φορολογία και τον κρατικό δανεισμό. Περνά όλο και περισσότερο και μέσα από τις μεγάλες ιδιωτικές περιουσίες της Ρωσίας.