ΣΕ «ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ» ΚΑΤΕΛΗΞΑΝ 16.500€ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ… ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΕΡΓΩΝ!

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Μια υπόθεση απευθείας ανάθεσης της Enterprise Greece, της Ελληνικής Εταιρείας Επενδύσεων και Εξωτερικού Εμπορίου Α.Ε., προκαλεί εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο επιλέγονται ανάδοχοι για εξειδικευμένες υπηρεσίες και, κυρίως, για το πόσο καθαρά εξηγείται στον πολίτη πού καταλήγει το δημόσιο χρήμα.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η εταιρεία DIMKA ΙΚΕ, με διακριτικό τίτλο «Tax Now», στην οποία ανατέθηκε έργο που αφορά «παροχή εξειδικευμένων συμβουλευτικών υπηρεσιών Ωρίμανσης Έργων και Σύνταξης Τεχνικών Δελτίων». Σύμφωνα με τα στοιχεία που εμφανίζονται στη Διαύγεια, η σχετική ανάθεση της 8ης Ιουλίου 2026 είχε ύψος 20.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, ενώ στις 14 Σεπτεμβρίου καταγράφεται οριστικοποίηση πληρωμής προς την ίδια εταιρεία ύψους 16.533,34 ευρώ.

Και εδώ ακριβώς αρχίζει το ουσιαστικό ζήτημα.

Oι δημοσιογραφικές ενδείξεις φανερώνουν ότι η συγκεκριμένη εταιρεία συνδέεται επιχειρηματικά με κατάλυμα που δραστηριοποιείται στον χώρο της ξενοδοχειακής φιλοξενίας και της ημιδιαμονής. Σύμφωνα με τα στοιχεία δραστηριότητας της εταιρείας, ο κύριος ΚΑΔ της αφορά ξενοδοχειακές υπηρεσίες, ενώ υπάρχουν παράλληλα και άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες, μεταξύ των οποίων λογιστικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Αυτό σημαίνει ότι η υπόθεση χρειάζεται σοβαρότερη αντιμετώπιση από εύκολους υπαινιγμούς. Το γεγονός ότι μια επιχείρηση έχει ως κύρια δραστηριότητα τις ξενοδοχειακές υπηρεσίες δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι δεν μπορούσε νομίμως να αναλάβει συμβουλευτικό έργο, εφόσον διαθέτει τις αντίστοιχες δραστηριότητες και, κυρίως, την απαιτούμενη τεχνογνωσία.

Δεν εξαφανίζει, όμως, τα ερωτήματα. Τα κάνει συγκεκριμένα.

Γιατί επιλέχθηκε η συγκεκριμένη εταιρεία; Ποια εμπειρία και ποια στελέχωση αξιολογήθηκαν; Ποια έργα έπρεπε να «ωριμάσουν»; Ποια τεχνικά δελτία συντάχθηκαν; Ποια ήταν τα παραδοτέα και με ποια κριτήρια πιστοποιήθηκε ότι οι υπηρεσίες που πληρώθηκαν πράγματι παρασχέθηκαν;

Αυτές είναι οι απαντήσεις που έχει σημασία να δοθούν.

Η «νόμιμη» απευθείας ανάθεση δεν σημαίνει λευκή επιταγή

Η συζήτηση αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν αφορά μόνο μία σύμβαση.

Η απευθείας ανάθεση αποτελεί θεσμοθετημένο εργαλείο των δημοσίων συμβάσεων. Το άρθρο 118 του ν. 4412/2016 επιτρέπει, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, την προσφυγή σε απευθείας ανάθεση για συμβάσεις εκτιμώμενης αξίας έως 30.000 ευρώ, ενώ η διαδικασία δεν απαιτεί την κανονική ανταγωνιστική διαδικασία ενός ανοικτού διαγωνισμού.

Ακριβώς εκεί βρίσκεται και το πρόβλημα που οφείλει να απασχολεί κάθε δημόσιο φορέα.

Γιατί επιλέχθηκε ο συγκεκριμένος ανάδοχος και γιατί θεωρήθηκε ότι προσφέρει την καταλληλότερη λύση για το Δημόσιο;

Η νομιμότητα είναι η ελάχιστη προϋπόθεση. Η χρηστή διοίκηση απαιτεί περισσότερα, αιτιολόγηση, πραγματικό έλεγχο της αγοράς, σαφές αντικείμενο, μετρήσιμα παραδοτέα και πλήρη εικόνα για το αποτέλεσμα που αγοράστηκε με τα χρήματα των φορολογουμένων.

Όταν αυτά δεν είναι άμεσα και εύκολα κατανοητά, δημιουργείται ένα βαθύτερο πρόβλημα εμπιστοσύνης.

Το Δημόσιο δεν αγοράζει «γενικώς και αορίστως» συμβουλές

Οι όροι «ωρίμανση έργων» και «σύνταξη τεχνικών δελτίων» μπορεί να ακούγονται ακατανόητοι στον μέσο πολίτη, όμως περιγράφουν πραγματικές και συχνά απαιτητικές υπηρεσίες. Η ωρίμανση ενός δημόσιου έργου μπορεί να περιλαμβάνει την προετοιμασία του για χρηματοδότηση και υλοποίηση, τον συντονισμό τεχνικών και διοικητικών στοιχείων και τη σύνταξη των εγγράφων που απαιτούνται για να προχωρήσει.

Ακριβώς επειδή πρόκειται για εξειδικευμένο αντικείμενο, η επιλογή του αναδόχου πρέπει να είναι ακόμη πιο εύκολα υπερασπίσιμη.

Δεν αρκεί ένα ποσό, ένας γενικός τίτλος υπηρεσίας και μια ανάρτηση στη Διαύγεια. Ο πολίτης έχει δικαίωμα να γνωρίζει ποιο ήταν το πρόβλημα που έπρεπε να λυθεί, ποια προσόντα είχε ο ανάδοχος, τι ακριβώς παρέδωσε και ποιο όφελος αποκόμισε ο δημόσιος φορέας.

Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι τον Ιούλιο η Enterprise Greece προχώρησε σε περισσότερες αναθέσεις συμβουλευτικών υπηρεσιών των 20.000 ευρώ η καθεμία, στο πλαίσιο ευρύτερου αιτήματος ύψους 120.000 ευρώ. Αυτό καθιστά ακόμη πιο αναγκαία την πλήρη εικόνα για το πώς οργανώθηκαν οι επιμέρους υπηρεσίες και με ποια λογική επιλέχθηκαν οι διαφορετικοί ανάδοχοι.

Το θέμα, επομένως, δεν πρέπει να χαθεί στην εύκολη σκανδαλολογία γύρω από το είδος του ξενοδοχείου.

Όταν ένας δημόσιος φορέας επιλέγει απευθείας ποιος θα πληρωθεί από δημόσιους πόρους, η υποχρέωσή του να εξηγεί πειστικά την επιλογή γίνεται μεγαλύτερη, όχι μικρότερη.

Οι απευθείας αναθέσεις θεσπίστηκαν ώστε το Δημόσιο να μπορεί να καλύπτει γρήγορα συμβάσεις μικρότερης αξίας, χωρίς να επιβαρύνεται κάθε φορά με μια δυσανάλογα βαριά διαγωνιστική διαδικασία. Δεν θεσπίστηκαν για να μετατρέπεται η εξαίρεση από τον πλήρη ανταγωνισμό σε μια βολική κανονικότητα.

Διότι κάθε φορά που περιορίζεται ο ανταγωνισμός, μεγαλώνει η απαίτηση για διαφάνεια.

Και κάθε φορά που η επιλογή ενός αναδόχου προκαλεί το αυτονόητο ερώτημα «γιατί αυτός;», ο δημόσιος φορέας οφείλει να έχει ήδη δώσει την απάντηση πριν χρειαστεί να του τη ζητήσουν δημοσιογράφοι και φορολογούμενοι.

Η συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποδεικνύει από μόνη της παρανομία ούτε δικαιολογεί ανυπόστατους ισχυρισμούς ότι δημόσιο χρήμα χρησιμοποιήθηκε για προσωπικές ανάγκες κυβερνητικών στελεχών. Αναδεικνύει όμως με εντυπωσιακό τρόπο τις παθογένειες που γεννά η ανεπαρκώς εξηγημένη χρήση των απευθείας αναθέσεων.

Και τα 16.533,34 ευρώ δεν είναι το μεγαλύτερο ζήτημα.

Το μεγαλύτερο ζήτημα είναι εάν, για κάθε ευρώ που δίνεται χωρίς ανοικτό ανταγωνισμό, το Δημόσιο μπορεί να κοιτάξει τον πολίτη και να του εξηγήσει καθαρά γιατί επέλεξε τον συγκεκριμένο ανάδοχο, τι ακριβώς αγόρασε και τι ακριβώς παρέλαβε.

Αν αυτές οι τρεις απαντήσεις δεν είναι αυτονόητες, τότε η «Διαύγεια» μένει μόνο στον τίτλο.