Εργατικές διαφορές με «εισιτήριο»: Η ΓΣΕΕ βάζει «κόκκινη γραμμή» στο νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Ένας εργαζόμενος που θέλει να διεκδικήσει απλήρωτους μισθούς ή αποζημίωση απόλυσης θα πρέπει, σύμφωνα με νέα ρύθμιση που προωθεί το υπουργείο Δικαιοσύνης, να πληρώσει πρώτος από την τσέπη του για να… του επιτραπεί να μιλήσει. Η ΓΣΕΕ κάνει λόγο για «δίκαιο του ισχυρού» και απευθύνεται με επιστολή στον πρωθυπουργό, ενώ και δικαστικοί λειτουργοί ζητούν την απόσυρση της διάταξης.

Μια διάταξη που, σύμφωνα με τους επικριτές της, μπορεί να αλλάξει άρδην τους όρους με τους οποίους ένας εργαζόμενος διεκδικεί τα δικαιώματά του, βρίσκεται στο επίκεντρο έντονης αντιπαράθεσης. Η ΓΣΕΕ, με δημόσια επιστολή προς τον πρωθυπουργό, τα κόμματα και την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας, ζητά την απόσυρση συγκεκριμένου άρθρου του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου του υπουργείου Δικαιοσύνης για τον «Κώδικα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών».

Τι προβλέπει το νομοσχέδιο

Το νομοσχέδιο, το οποίο αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή μετά την ολοκλήρωση της ηλεκτρονικής διαβούλευσης, διακηρύσσει στο πρώτο του άρθρο ότι στόχος του είναι «η θέσπιση ενός ενιαίου πλαισίου στην εφαρμογή μεθόδων εναλλακτικής επίλυσης διαφορών», με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών, την αποσυμφόρηση των δικαστηρίων και τη βελτίωση της απονομής δικαιοσύνης.

Το πρόβλημα, σύμφωνα με τη ΓΣΕΕ, εντοπίζεται στο άρθρο 19, παράγραφος 1, εδάφιο Β. Εκεί ορίζονται οι υποθέσεις στις οποίες η προδικαστική προσφυγή σε διαμεσολάβηση καθίσταται υποχρεωτική πριν οι πολίτες προσφύγουν στα δικαστήρια. Ανάμεσά τους εντάσσονται και οι εργατικές διαφορές, με αποτέλεσμα το μέρος που κινεί τη διαδικασία —σχεδόν πάντα ο εργαζόμενος— να επωμίζεται εξ αρχής το οικονομικό και διαδικαστικό κόστος.

«Δίκαιο του ισχυρού»: Η αιχμηρή απάντηση της ΓΣΕΕ

Στην επιστολή της, η ΓΣΕΕ δεν κρύβει την οργή της. Χαρακτηρίζει τη ρύθμιση «καταφανώς άδικη και ακατανόητη», τονίζοντας ότι παραγνωρίζει «την εγγενή ανισότητα των μερών στις εργατικές διαφορές» και δεν σέβεται τη διαχρονική αρχή προστασίας του εργαζομένου ως αδύναμου μέρους. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, η διάταξη «επιβάλλει στις εργατικές διαφορές το δίκαιο του ισχυρού».

Το συνδικαλιστικό όργανο εξηγεί ότι ο εργαζόμενος θα υποχρεούται να προκαταβάλλει εξ ολοκλήρου το κόστος της υποχρεωτικής προδικαστικής συνεδρίας διαμεσολάβησης —δηλαδή την αμοιβή του διαμεσολαβητή αλλά και τα έξοδα παράστασης δικηγόρων και των δύο πλευρών. Το αποτέλεσμα, προειδοποιεί η ΓΣΕΕ, θα είναι εργαζόμενοι να οδηγούνται σε «οδυνηρούς συμβιβασμούς ακόμη και κάτω από τα νόμιμα όρια της προστασίας τους», ενώ το πρόσθετο κόστος θα λειτουργήσει αποτρεπτικά στη συνταγματικά κατοχυρωμένη πρόσβασή τους στη Δικαιοσύνη.

Η ΓΣΕΕ ζητά ρητά τη διατήρηση του καθεστώτος που ισχύει σήμερα, δηλαδή την εξαίρεση των εργατικών διαφορών από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, και καλεί το υπουργείο Εργασίας «να τοποθετηθεί με σαφήνεια» ώστε να μην επιτρέψει σε άλλο υπουργείο να παρέμβει σε ζητήματα εργατικού δικαίου.

Η ΕΛΑΣ υπόσχεται κατάργηση

Στην αντιπαράθεση έχει μπει και η ΕΛΑΣ, η οποία δεσμεύεται να καταργήσει τη ρύθμιση αν γίνει κυβέρνηση. Το ερώτημα που θέτει είναι εύγλωττο: ποιος εργαζόμενος θα τολμήσει να διεκδικήσει «λίγα μηνιάτικα» ή απλήρωτες υπερωρίες, όταν γνωρίζει πως αυτό θα του στοιχίσει επιπλέον μισό ή και ολόκληρο μισθό, καθώς και πρόσθετο χρόνο αναμονής χωρίς άλλο εισόδημα;

Πάνω από 750 σχόλια στη διαβούλευση – Παρεμβαίνουν και δικαστές

Το νομοσχέδιο έχει συγκεντρώσει συνολικά πάνω από 750 σχόλια πολιτών και φορέων στην ηλεκτρονική διαβούλευση, δεδομένου ότι καλύπτει ένα ευρύ φάσμα υποθέσεων. Ξεχωρίζει, ωστόσο, η επώνυμη παρέμβαση τριών δικαστικών λειτουργών: της Προέδρου Εφετών Κέρκυρας, Ευαγγελίας Μήλιου, του Πρωτοδίκη Αθηνών, Μάριου-Μηνά Χαραλαμπίδη, και της Πρωτοδίκη Πειραιά, Ζωής Λαουτάρη.

Οι τρεις δικαστικοί ζητούν την πλήρη εξαίρεση των εργατικών διαφορών από τον νέο Κώδικα, υποστηρίζοντας ότι αυτές «παρουσιάζουν ουσιώδεις ιδιαιτερότητες» που δεν επιτρέπουν την εξομοίωσή τους με συνήθεις αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι εργαζόμενος και εργοδότης δεν προσέρχονται στη διαδικασία ως ισότιμα μέρη —ιδίως όταν διακυβεύονται απλήρωτοι μισθοί ή αποζημιώσεις απόλυσης— ενώ επισημαίνουν πως ο εργαζόμενος που κινεί τη διαδικασία επιβαρύνεται ακόμη και με τη σύνταξη της πρόσκλησης προς τον εργοδότη.

Το επιχείρημα του Συντάγματος

Οι δικαστικοί λειτουργοί επικαλούνται το άρθρο 20 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, υποστηρίζοντας ότι το νομοσχέδιο (άρθρο 76) παραπέμπει σε διαμεσολάβηση διαφορές που αφορούν δικαιώματα ελεύθερα διαθέσιμα από τα μέρη — κάτι που δεν ισχύει στο εργατικό δίκαιο, όπου προβλέπονται ελάχιστες εγγυήσεις από τις οποίες ο εργαζόμενος δεν μπορεί νόμιμα να παραιτηθεί.

Στην πράξη, εξηγούν, ένας οικονομικά εξαρτημένος εργαζόμενος «εκβιάζεται να παραιτηθεί από δικαιώματά του», με την υποχρεωτική διαμεσολάβηση να λειτουργεί ως πρόσθετο εμπόδιο πριν από το δικαστήριο. Καταλήγουν πως η αποσυμφόρηση των δικαστηρίων είναι θεμιτός στόχος, δεν πρέπει όμως να επιτυγχάνεται «φορτώνοντας κόστος και καθυστέρηση στον εργαζόμενο», αφού ο εργοδότης αντέχει ευκολότερα την αναμονή — μετατρέποντας έτσι τη διαμεσολάβηση σε «μοχλό πίεσης αντί για ουδέτερο εργαλείο συμβιβασμού». Η κατάληξή τους είναι κατηγορηματική: αντί να κάνει τη δικαιοσύνη φθηνότερη, η ρύθμιση την ακριβαίνει για τον πιο αδύναμο.

Τι απαντά το υπουργείο Δικαιοσύνης

Το σκεπτικό της κυβέρνησης παρουσίασε ο καθηγητής Νομικής Ζαφείριος Τσολακίδης, μέλος της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής του νομοσχεδίου, σε ζωντανή συζήτηση ερωταπαντήσεων που διοργάνωσε το υπουργείο Δικαιοσύνης. Ο κ. Τσολακίδης υποστήριξε ότι η υποχρεωτική υπαγωγή των εργατικών διαφορών σε προδικαστική διαμεσολάβηση δεν αμβλύνει την προστασία του αδύναμου μέρους ούτε συνεπάγεται παραίτηση του εργαζομένου από τα δικαιώματά του.

Ωστόσο, όπως επισημαίνεται, η απάντηση του καθηγητή δεν άγγιξε το ζήτημα που βρίσκεται στον πυρήνα της κριτικής: το χρηματικό κόστος που καλείται να επωμιστεί εξ αρχής ο εργαζόμενος προκειμένου απλώς να διεκδικήσει αυτά που δικαιούται.

Με τη διαβούλευση να έχει ήδη συγκεντρώσει εκατοντάδες αρνητικά σχόλια και με συνδικάτα, κόμματα και δικαστικούς λειτουργούς να ζητούν ανοιχτά την απόσυρση της διάταξης, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δίλημμα: να προχωρήσει στην κατάθεση του νομοσχεδίου ως έχει στη Βουλή ή να τροποποιήσει το επίμαχο άρθρο πριν αυτό μετατραπεί σε νόμο του κράτους.