Γερμανία: Ψηφίστηκαν οι φοροελαφρύνσεις στα καύσιμα που θα ισχύσουν μέχρι το τέλος του 2026

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η Γερμανία προχωρά εκ νέου σε αισθητή μείωση της φορολόγησης στα καύσιμα, με αφετηρία την 1η Οκτωβρίου και ορίζοντα τα τέλη Δεκεμβρίου του 2026. Οι τιμές σε βενζίνη και ντίζελ αναμένεται να υποχωρήσουν έως και κατά 17 λεπτά ανά λίτρο, καθώς η φορολογική ελάφρυνση συμπαρασύρει προς τα κάτω και τον επιβαλλόμενο ΦΠΑ.

Σύμφωνα με σχετικό ρεπορτάζ της Deutsche Welle, η κυβέρνηση συνασπισμού των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) και των Σοσιαλδημοκρατών (SPD) κατέφυγε σε νομοθετικές διαδικασίες-εξπρές, προκειμένου το μέτρο να τεθεί άμεσα σε ισχύ. Το απαραίτητο «πράσινο φως» δόθηκε τόσο από το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο όσο και από το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο, την Άνω Βουλή όπου αντιπροσωπεύονται τα 16 ομόσπονδα κρατίδια της χώρας.

Σε θεωρητικό επίπεδο, οι πρατηριούχοι δεν υποχρεούνται να μετακυλήσουν στο ακέραιο τις φοροελαφρύνσεις στην αντλία. Ωστόσο, η εμπειρία του πρόσφατου παρελθόντος —καθώς αντίστοιχη ρύθμιση ίσχυσε από τον Μάιο και για το μεγαλύτερο μέρος του καλοκαιριού— επιτρέπει συγκρατημένη αισιοδοξία για ταχεία υποχώρηση των τιμών, κυρίως λόγω των προσδοκιών που διαμορφώνουν οι ίδιοι οι καταναλωτές.

Επειδή όμως οι φοροελαφρύνσεις θα ισχύσουν για τα βυτιοφόρα που θα αναχωρούν από τα διυλιστήρια μετά τα μεσάνυχτα της 1ης Οκτωβρίου, ενδέχεται να απαιτηθούν λίγες ημέρες μέχρι να αποτυπωθούν οι νέες τιμές στα πρατήρια. Παράλληλα, εκτιμάται ότι και ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων του κλάδου θα πιέσει τις τιμές προς τα κάτω.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επιτρέπει επιπλέον φοροαπαλλαγές ειδικά στο πετρέλαιο κίνησης. Για τον λόγο αυτό, και χάριν ίσης μεταχείρισης, ο γερμανικός νόμος προβλέπει απόλυτα ισόποση μείωση τόσο για το ντίζελ όσο και για τη βενζίνη.

Στο ερώτημα αν συντρέχει λόγος για σπευστικό ανεφοδιασμό την 1η Οκτωβρίου, η απάντηση είναι αρνητική. Αφενός διατηρείται σε ισχύ ο κανόνας που επιτρέπει αυξήσεις τιμών μόνο μία φορά ημερησίως, στις 12:00 το μεσημέρι, γεγονός που σημαίνει ότι οι μειώσεις παρατηρούνται συνήθως μετά το μεσημέρι. Αφετέρου, η εμπειρία δείχνει ότι απαιτούνται ορισμένα εικοσιτετράωρα μέχρι να περάσει η ελάφρυνση στην κατανάλωση. Συνεπώς, εφόσον δεν υπάρχει άμεση ανάγκη, δεν συνιστάται ο συνωστισμός στα πρατήρια.

Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το αν θα μετακυλιστεί το σύνολο της μείωσης. Αποτιμώντας προηγούμενα μέτρα, το Οικονομικό Ινστιτούτο IfO του Μονάχου και η Αρχή Ανταγωνισμού υποστήριξαν ότι η μείωση δεν απορροφήθηκε πλήρως υπέρ των οδηγών, ισχυρισμό τον οποίο απορρίπτουν οι εταιρείες πετρελαιοειδών. Σε κάθε περίπτωση, τις πρώτες ημέρες αναμένονται αποκλίσεις, καθιστώντας απαραίτητη τη σύγκριση τιμών.

Όσον αφορά την επιστροφή στις «προπολεμικές» τιμές, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θεωρείται απίθανο. Σύμφωνα με τη Γερμανική Λέσχη Αυτοκινήτου (ADAC), στα τέλη Φεβρουαρίου, πριν από την ξέσπασμα του πολέμου με το Ιράν, η βενζίνη τύπου Ε10 πωλούνταν με μέση τιμή τα 1,78 ευρώ, ενώ το ντίζελ κυμαινόταν στα 1,75 ευρώ —απόκλιση που δεν μπορεί να καλυφθεί αποκλειστικά από φορολογικές ελαφρύνσεις.

Τέλος, σε ό,τι αφορά τον δημοσιονομικό αντίκτυπο, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση υπολογίζει το κόστος του μέτρου σε σχεδόν 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτή τη φορά, το ήμισυ της απώλειας θα επωμιστούν τα ομόσπονδα κρατίδια, μέσω μειωμένου μεριδίου από τις εισπράξεις του Φόρου Κύκλου Εργασιών. Για τον μέσο Γερμανό οδηγό που διανύει περίπου 900 χιλιόμετρα μηνιαίως, η συνολική εξοικονόμηση για το τρίμηνο εκτιμάται στα 32 έως 36 ευρώ.