«Θα σας κάψουμε ζωντανούς»: Έφυγαν από το σπίτι τους η 12χρονη και η μητέρα της μετά την επίθεση από Ρομά

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Καταγγέλλει ότι κατηγορήθηκε άδικα για το θανατηφόρο τροχαίο στο Λαμπέτι. Η 12χρονη κόρη της κυνηγήθηκε με πέτρες και σπασμένα γυαλιά μετά τον αγιασμό, ενώ η οικογένεια ζει πλέον μακριά από το σπίτι της.

Ένα όνομα που ειπώθηκε λάθος αρκούσε για να γκρεμιστεί η ζωή μιας οικογένειας στον Πύργο Ηλείας. Μια μητέρα, που δεν έχει ούτε δίπλωμα ούτε αυτοκίνητο, καταγγέλλει ότι στοχοποιήθηκε ως υπαίτια για το θανατηφόρο τροχαίο της 7ης Σεπτεμβρίου στο Λαμπέτι. Οι απειλές που δέχθηκε την ανάγκασαν να πάρει τα παιδιά της και να φύγει από το σπίτι της. Στο επίκεντρο βρέθηκε η 12χρονη κόρη της, η οποία κυνηγήθηκε στον δρόμο αμέσως μετά τον σχολικό αγιασμό.

Το τροχαίο στο Λαμπέτι και το λάθος που «κόλλησε» σε μια αθώα

Η αρχή βρίσκεται στο θανατηφόρο δυστύχημα της 7ης Σεπτεμβρίου 2026 στην περιοχή του Λαμπετίου. Ένας 17χρονος Ρομά που κινούνταν με ποδήλατο έχασε ακαριαία τη ζωή του, βυθίζοντας την οικογένειά του σε βαρύ πένθος.

Τις επόμενες ημέρες άρχισαν να κυκλοφορούν ανώνυμες φήμες και ανακριβείς πληροφορίες, οι οποίες υπέδειξαν ως οδηγό του εμπλεκόμενου οχήματος μια μητέρα από τον Πύργο. Η ίδια χαρακτηρίζει την κατηγορία παντελώς ανυπόστατη. Όπως υποστηρίζει, δεν βρισκόταν στον τόπο του δυστυχήματος εκείνη την ώρα, δεν οδηγεί κανενός είδους μηχανοκίνητο όχημα και δεν υπάρχει αυτοκίνητο στο όνομά της ούτε στην κατοχή της οικογένειάς της.

Η καταδίωξη της 12χρονης μετά τον αγιασμό

Η ένταση κλιμακώθηκε την Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026, αμέσως μετά την ολοκλήρωση του αγιασμού στα σχολεία της πόλης. Η 12χρονη επέστρεφε μόνη της στο σπίτι όταν αντιλήφθηκε ότι τέσσερις γυναίκες, που φέρονται να είναι στενές συγγενείς του 17χρονου, την ακολουθούσαν με απειλητικό τρόπο. Το κορίτσι προσπάθησε να ξεφύγει, όμως οι γυναίκες κατάφεραν να την εγκλωβίσουν.

Σύμφωνα με τη μητέρα, το παιδί τηλεφώνησε σε κατάσταση πανικού: «Μαμά, έλα γρήγορα… με κυνηγούν για να με σκοτώσουν!».

Βάσει των καταγγελιών, οι τέσσερις γυναίκες έτρεξαν πίσω από την ανήλικη, τη βρίζοντας χυδαία και εκτοξεύοντας εναντίον της πέτρες, μπουκάλια και σπασμένα γυαλιά. Η 12χρονη, φωνάζοντας για βοήθεια, κατάφερε τελικά να καταφύγει στο εσωτερικό μιας τοπικής επιχείρησης.

«Θα σκοτώσουμε την κόρη σου»: Οι απειλές για εμπρησμό

Όταν η μητέρα έφτασε στο σημείο για να προστατεύσει το παιδί της, βρέθηκε αντιμέτωπη με νέες απειλές. Όπως καταγγέλλει, προσπάθησε να εξηγήσει ότι πρόκειται για λάθος:

«Τους είπα ότι κάνουν λάθος, ότι δεν έχω σχέση, ότι δεν οδηγώ και δεν ήμουν εκεί. Τότε μια γυναίκα μου φώναξε: “Τώρα θα δεις πώς είναι να σκοτώνουν το παιδί σου. Θα σκοτώσουμε την κόρη σου”. Μου είπαν ότι ξέρουν πού μένω. Ότι ξέρουν ότι έχω παιδιά, ότι έχω σκυλιά. Μου είπαν ότι θα σκοτώσουν πρώτα τα παιδιά μου για να πονέσω και μετά εμένα. Ότι θα μας κάψουν μέσα στο σπίτι. Από εκείνη τη στιγμή δεν κοιμάμαι όπως πριν. Κοιτάζω τα παιδιά μου και σκέφτομαι αν μπορώ να τα προστατεύσω».

Συλλήψεις, ποινή με αναστολή και φυγή από το σπίτι

Έπειτα από κλήση στην Αστυνομία, περιπολικά έσπευσαν στο σημείο και προχώρησαν στη σύλληψη των τεσσάρων γυναικών. Οδηγήθηκαν στο αυτόφωρο και η Δικαιοσύνη τους επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο μηνών με αναστολή 15 μηνών.

Η απόφαση, ωστόσο, δεν καθησύχασε την οικογένεια. Ο φόβος αντεκδίκησης και η αίσθηση ότι κανείς δεν μπορεί να τη διασφαλίσει οδήγησαν τη μητέρα να πάρει τα απολύτως απαραίτητα και να εγκαταλείψει το σπίτι της μαζί με τα παιδιά της.

Το ερώτημα που μένει αναπάντητο: ποιος έδωσε τα στοιχεία της;

Στο επίκεντρο της έκκλησής της βρίσκεται ένα ερώτημα: πώς η ταυτότητά της συνδέθηκε με το δυστύχημα και ποιος διέδωσε τα προσωπικά της στοιχεία.

«Έφυγα από το σπίτι μου, πήρα τα παιδιά μου και πήγαμε αλλού. Αυτό που θέλω να μάθω είναι ποιος έδωσε τα στοιχεία μου και ποιος είπε ότι έχω σχέση. Καταλαβαίνω τον πόνο μιας μάνας που χάνει το παιδί της, αλλά ο πόνος δεν μπορεί να οδηγεί σε τυφλή βία και απειλές εναντίον αθώων. Το μόνο που ζητάω είναι να προστατευτούν τα παιδιά μου».

Η υπόθεση φέρνει στο φως έναν κίνδυνο που έχει ξαναφανεί σε τοπικές κοινωνίες: μια φήμη που κυκλοφορεί χωρίς έλεγχο μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να μετατραπεί σε απειλή για ζωές αθώων ανθρώπων.