Αυτισμός και ΔΕΠΥ: «Έκρηξη» 86% στις διαγνώσεις μέσα σε 10 χρόνια – Τι πραγματικά κρύβεται πίσω από την αύξηση

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Από 4.944 νέες διαγνώσεις το 2012 σε 9.179 το 2022 – Μεγάλη μελέτη σε περισσότερα από 2,19 εκατ. παιδιά δείχνει ότι δεν αυξάνονται μόνο οι διαγνώσεις, αλλά αλλάζει και το προφίλ των παιδιών που φτάνουν στην αξιολόγηση.

Εντυπωσιακή αύξηση στις διαγνώσεις ΔΕΠΥ και Διαταραχής Αυτιστικού Φάσματος καταγράφει μεγάλη μελέτη από τη Δανία, η οποία εξετάζει μια ολόκληρη δεκαετία.

Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο JAMA Psychiatry, αξιοποίησε στοιχεία από εθνικά μητρώα και περιέλαβε περισσότερα από 2,19 εκατομμύρια παιδιά και εφήβους. Από αυτούς, 71.317 είχαν λάβει διάγνωση ΔΕΠΥ ή αυτισμού και συμπεριλήφθηκαν στην κύρια ανάλυση.

Από 4.944 σε 9.179 διαγνώσεις

Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί.

Το 2012 καταγράφηκαν 4.944 νέες διαγνώσεις, ενώ το 2022 είχαν φτάσει τις 9.179.

Πρόκειται για αύξηση περίπου 86% μέσα σε μία δεκαετία.

Υπάρχει, όμως, μια κρίσιμη λεπτομέρεια: 86% περισσότερες διαγνώσεις δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη 86% περισσότερες πραγματικές περιπτώσεις αυτισμού και ΔΕΠΥ στον πληθυσμό.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι στην αύξηση ενδέχεται να συμβάλλουν οι αλλαγές στις διαγνωστικές πρακτικές, η μεγαλύτερη αναγνώριση των χαρακτηριστικών των δύο διαταραχών και η καλύτερη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας.

Αλλάζει το προφίλ των παιδιών που διαγιγνώσκονται

Αυτό ίσως είναι και το πιο ενδιαφέρον εύρημα.

Οι επιστήμονες εξέτασαν 19 διαφορετικά χαρακτηριστικά, από κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες μέχρι δεδομένα σχετικά με τη γέννηση, την υγεία των γονέων και τη χρήση υπηρεσιών υγείας.

Με την πάροδο του χρόνου, οι διαφορές ανάμεσα στα παιδιά με διάγνωση και στον υπόλοιπο παιδικό πληθυσμό μειώθηκαν σε αρκετούς από αυτούς τους δείκτες.

Με απλά λόγια, οι διαγνώσεις φαίνεται να φτάνουν πλέον σε ένα ευρύτερο και περισσότερο αντιπροσωπευτικό τμήμα του παιδικού πληθυσμού ως προς ορισμένα δημογραφικά και περιγεννητικά χαρακτηριστικά.

Το χαρακτηριστικό παράδειγμα του βάρους γέννησης

Η μεταβολή αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στο χαμηλό βάρος γέννησης.

Την περίοδο 2012-2013, τα παιδιά με χαμηλό βάρος γέννησης είχαν κατά 54% υψηλότερες πιθανότητες διάγνωσης ΔΕΠΥ ή αυτισμού σε σχέση με παιδιά φυσιολογικού βάρους.

Την περίοδο 2020-2022 η συσχέτιση είχε εξασθενήσει αισθητά, με τον λόγο πιθανοτήτων να υποχωρεί από 1,54 σε 1,17.

Αυτό δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε η συσχέτιση. Σημαίνει ότι έγινε ασθενέστερη.

Μειώνεται και η επίδραση κοινωνικοοικονομικών παραγόντων

Ανάλογη τάση καταγράφηκε σε χαρακτηριστικά όπως το οικογενειακό εισόδημα και το μορφωτικό επίπεδο των γονέων.

Η σχέση αυτών των παραγόντων με τη διάγνωση μειώθηκε με την πάροδο του χρόνου, ιδιαίτερα στην περίπτωση της ΔΕΠΥ και στις ηλικίες 10 έως 17 ετών.

Μία πιθανή ερμηνεία είναι ότι σήμερα περισσότερα παιδιά διαφορετικών κοινωνικών ομάδων φτάνουν σε αξιολόγηση, ενώ παλαιότερα ορισμένες περιπτώσεις ίσως παρέμεναν αδιάγνωστες.

Διαγιγνώσκονται περισσότερες «ήπιες» περιπτώσεις;

Η μελέτη δεν καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα.

Τα αποτελέσματα είναι συμβατά με την πιθανότητα ότι η καλύτερη ενημέρωση, οι εξελιγμένοι διαγνωστικοί μηχανισμοί και η μεγαλύτερη πρόσβαση στις υπηρεσίες οδηγούν στον εντοπισμό ανθρώπων που στο παρελθόν ενδεχομένως δεν θα έφταναν ποτέ σε επίσημη διάγνωση.

Παράλληλα, η έρευνα δεν αξιολόγησε τη βαρύτητα των συμπτωμάτων κάθε παιδιού. Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί από τα συγκεκριμένα δεδομένα ότι ο αυτισμός ή η ΔΕΠΥ έχουν γίνει «ηπιότερες» ούτε ότι οι σημερινές διαγνώσεις είναι λιγότερο έγκυρες.

Το μεγάλο στοίχημα αρχίζει μετά τη διάγνωση

Η αύξηση των διαγνώσεων δημιουργεί και μια πολύ πρακτική πρόκληση για οικογένειες, σχολεία και υπηρεσίες υγείας.

Όσο περισσότερα παιδιά αναγνωρίζονται ως νευροδιαφορετικά, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για έγκαιρη και κατάλληλη υποστήριξη.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι συμβαίνει μετά τη διάγνωση: αν υπάρχουν αρκετοί ειδικοί, κατάλληλα δίκτυα υποστήριξης, ενημερωμένοι εκπαιδευτικοί και σχολεία ικανά να προσαρμόζονται στις διαφορετικές ανάγκες χωρίς στιγματισμό.

Η εικόνα που προκύπτει, λοιπόν, είναι πιο σύνθετη από έναν εντυπωσιακό αριθμό.

Οι διαγνώσεις αυξήθηκαν κατά 86%, αλλά τα δεδομένα δεν επιτρέπουν να συμπεράνουμε ότι αυξήθηκε κατά το ίδιο ποσοστό και η πραγματική συχνότητα του αυτισμού ή της ΔΕΠΥ. Ταυτόχρονα φαίνεται να διευρύνεται το κοινωνικό και δημογραφικό φάσμα των παιδιών που αναγνωρίζονται και τελικά λαμβάνουν διάγνωση.