Γιατί τρώμε όταν έχουμε στρες; Πώς φαίνεται η συναισθηματική διατροφή και πώς σπάει ο κύκλος

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η ανάγκη για ένα γλυκό, ένα σνακ ή ένα μεγαλύτερο γεύμα μετά από μια δύσκολη ημέρα, έναν καβγά ή ακόμη και από πλήξη είναι κάτι που πολλοί άνθρωποι έχουν βιώσει. Η συναισθηματική διατροφή περιγράφει την κατανάλωση φαγητού ως απάντηση σε συναισθήματα και όχι αποκλειστικά ως αποτέλεσμα σωματικής πείνας.

Το φαγητό συνδέεται φυσιολογικά με την απόλαυση, την ανταμοιβή, την παρηγοριά και την κοινωνική ζωή. Το πρόβλημα μπορεί να εμφανιστεί όταν γίνεται ο βασικός ή μοναδικός τρόπος διαχείρισης δύσκολων συναισθημάτων και καταστάσεων.

Η συναισθηματική διατροφή δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη έλλειψης αυτοελέγχου. Πρόκειται για μια συνηθισμένη συμπεριφορά αντιμετώπισης, η οποία μπορεί να γίνει πιο έντονη όταν επαναλαμβάνεται ως αυτόματη αντίδραση στο στρες ή στη δυσφορία.

Γιατί καταφεύγουμε στο φαγητό όταν έχουμε στρες;

Το στρες είναι ένας από τους παράγοντες που μπορούν να πυροδοτήσουν τη συγκεκριμένη συμπεριφορά, όμως δεν είναι ο μοναδικός.

Το άγχος, η θλίψη, η μοναξιά, ο θυμός, η πλήξη και η κόπωση μπορούν επίσης να οδηγήσουν κάποιον στην αναζήτηση φαγητού, ακόμη και όταν δεν υπάρχει έντονη σωματική πείνα. Ακόμη και θετικά συναισθήματα, όπως η χαρά ή ο ενθουσιασμός, μπορεί να συνδεθούν με συγκεκριμένα τρόφιμα και διατροφικές συνήθειες.

Σημαντικό ρόλο παίζει και η βιολογία. Το οξύ στρες μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να μειώσει προσωρινά την όρεξη, ενώ το παρατεταμένο στρες μπορεί να επηρεάσει την κορτιζόλη και τα εγκεφαλικά σήματα που σχετίζονται με την όρεξη. Έτσι, για ορισμένους ανθρώπους, τα τρόφιμα με υψηλή ενεργειακή πυκνότητα μπορεί να γίνονται πιο ελκυστικά.

Ωστόσο, δεν αντιδρούν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Κάποιοι άνθρωποι τρώνε περισσότερο όταν αγχώνονται, ενώ άλλοι χάνουν την όρεξή τους.

Όταν το φαγητό προσφέρει επανειλημμένα ανακούφιση ή λειτουργεί ως τρόπος απόσπασης της προσοχής, ο εγκέφαλος μπορεί σταδιακά να δημιουργήσει μια ισχυρή σύνδεση ανάμεσα σε συγκεκριμένα συναισθήματα και συγκεκριμένες τροφές.

Πώς ξεχωρίζει η συναισθηματική από τη σωματική πείνα

Δεν υπάρχει ένα απόλυτο τεστ που να μπορεί να ξεχωρίσει τις δύο καταστάσεις. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις που μπορούν να βοηθήσουν.

Η συναισθηματική πείνα μπορεί να εμφανιστεί ξαφνικά και να δημιουργεί έντονη, επείγουσα επιθυμία για μια συγκεκριμένη τροφή, όπως γλυκό, πατατάκια ή κάποιο άλλο «φαγητό παρηγοριάς».

Αντίθετα, η σωματική πείνα συνήθως εμφανίζεται πιο σταδιακά και μπορεί να ικανοποιηθεί από μια μεγαλύτερη ποικιλία τροφών.

Ένα ακόμη στοιχείο είναι το συναίσθημα μετά το φαγητό. Η συναισθηματική κατανάλωση μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, όμως το αρχικό συναίσθημα, όπως το άγχος ή η στενοχώρια, συχνά επιστρέφει.

Χρήσιμο είναι να παρατηρεί κάποιος τι συνέβη λίγο πριν εμφανιστεί η επιθυμία για φαγητό, πόσο πεινασμένος ήταν πραγματικά και τι περίμενε ότι θα αλλάξει μετά το φαγητό.

Πώς μπορεί να σπάσει ο κύκλος

Ο στόχος δεν είναι να εξαλειφθεί κάθε συναισθηματική σχέση με το φαγητό. Πιο ρεαλιστικό είναι το φαγητό να μην αποτελεί το μοναδικό εργαλείο αντιμετώπισης δύσκολων συναισθημάτων.

Ένα ημερολόγιο διατροφής και διάθεσης μπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση επαναλαμβανόμενων μοτίβων. Η καταγραφή της ώρας, του γεύματος, του επιπέδου πείνας και του συναισθήματος πριν από το φαγητό μπορεί να αποκαλύψει τι προκαλεί τις συγκεκριμένες παρορμήσεις.

Όταν εμφανιστεί η επιθυμία για φαγητό, μπορεί να βοηθήσει μια σύντομη παύση και η ερώτηση: «Πεινάω πραγματικά ή χρειάζομαι κάτι άλλο;»

Μπορεί να πρόκειται για ανάγκη για ξεκούραση, παρηγοριά, αποφόρτιση, επικοινωνία ή απλώς αλλαγή περιβάλλοντος.

Εάν το στρες είναι ο βασικός παράγοντας, εναλλακτικές δραστηριότητες, όπως ένας περίπατος, ασκήσεις αναπνοής, η καταγραφή σκέψεων σε ημερολόγιο ή μια συζήτηση με έναν φίλο, μπορούν να λειτουργήσουν ως διαφορετικοί τρόποι διαχείρισης της έντασης.

Παράλληλα, τα τακτικά γεύματα έχουν σημασία. Η έντονη σωματική πείνα μπορεί να κάνει ακόμη πιο δύσκολο το να ξεχωρίσει κάποιος την πραγματική ανάγκη για φαγητό από μια συναισθηματική επιθυμία.

Γιατί οι αυστηρές δίαιτες μπορεί να δυσκολέψουν την κατάσταση

Η προσέγγιση «όλα ή τίποτα» δεν είναι πάντα βοηθητική.

Οι πολύ περιοριστικές δίαιτες μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να αυξήσουν την ενασχόληση με το φαγητό και να οδηγήσουν σε έναν φαύλο κύκλο περιορισμού και υπερφαγίας.

Αντί για αυστηρούς κανόνες και ενοχές μετά από ένα γεύμα ή ένα σνακ, πιο χρήσιμη μπορεί να είναι η προσπάθεια κατανόησης του τι οδήγησε στη συγκεκριμένη συμπεριφορά.

Πότε χρειάζεται επαγγελματική βοήθεια

Η περιστασιακή συναισθηματική κατανάλωση φαγητού είναι συχνή και δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα που χρειάζεται θεραπεία.

Η υποστήριξη από ειδικό γίνεται περισσότερο σημαντική όταν η σχέση με το φαγητό μοιάζει ψυχαναγκαστική, προκαλεί σημαντική δυσφορία ή επηρεάζει την καθημερινότητα.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα επεισόδια κατανάλωσης ασυνήθιστα μεγάλων ποσοτήτων φαγητού, συνοδευόμενα από αίσθηση απώλειας ελέγχου.

Η συναισθηματική υπερφαγία δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τη διαταραχή υπερφαγίας, η οποία έχει συγκεκριμένα διαγνωστικά κριτήρια. Ένας ψυχολόγος, γιατρός ή διαιτολόγος με εμπειρία στη διατροφική συμπεριφορά μπορεί να βοηθήσει στην αξιολόγηση της κατάστασης και στην αντιμετώπιση παραγόντων όπως το στρες, το άγχος ή η περιοριστική διατροφή.

Συμπέρασμα

Το φαγητό μπορεί να λειτουργήσει ως παρηγοριά, ανταμοιβή ή τρόπος απόσπασης της προσοχής. Όταν όμως γίνεται η βασική στρατηγική για τη διαχείριση του στρες και των δύσκολων συναισθημάτων, μπορεί να δημιουργηθεί ένας κύκλος που είναι δύσκολο να σπάσει.

Η αναγνώριση των συναισθημάτων και των καταστάσεων που προηγούνται της επιθυμίας για φαγητό, η διατήρηση τακτικών γευμάτων και η αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων διαχείρισης του στρες μπορούν να βοηθήσουν.

Το σημαντικότερο είναι να αντιμετωπίζεται η συναισθηματική διατροφή χωρίς ενοχές και αυτοκριτική, αλλά με προσπάθεια κατανόησης των πραγματικών αναγκών που κρύβονται πίσω από την επιθυμία για φαγητό.