ΜΟΥΣΑΚΑΣ: ΤΟ «ΜΥΣΤΙΚΟ» ΤΗΣ ΧΗΜΕΙΑΣ ΠΟΥ ΚΡΥΒΕΤΑΙ ΣΤΟ ΤΑΨΙ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Από τη μελιτζάνα που απορροφά το λάδι μέχρι τη μπεσαμέλ που αλλάζει υφή και τον κιμά που παίρνει άρωμα και χρώμα – τι συμβαίνει πραγματικά όταν ο μουσακάς μπαίνει στον φούρνο

Ο μουσακάς είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πιάτα της ελληνικής κουζίνας και έχει συνδεθεί όσο λίγα με τη γαστρονομική εικόνα της χώρας στο εξωτερικό. Πίσω όμως από τις στρώσεις μελιτζάνας, τον κιμά και τη βελούδινη μπεσαμέλ κρύβεται μια σειρά από σύνθετες φυσικές και χημικές διεργασίες.

Με άλλα λόγια, κάθε φορά που ένας μουσακάς μπαίνει στον φούρνο, μέσα στο ταψί πραγματοποιείται ένα μικρό… μάθημα Χημείας Τροφίμων.

Η επιστήμη έχει μελετήσει το συγκεκριμένο πιάτο ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η θερμότητα, το λάδι, το νερό, οι πρωτεΐνες και το άμυλο συνεργάζονται και μετατρέπουν τα αρχικά υλικά σε ένα εντελώς διαφορετικό τελικό προϊόν.

Η μελιτζάνα που «ρουφά» το λάδι

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του μουσακά είναι η μελιτζάνα.

Η σπογγώδης δομή της την κάνει ιδιαίτερα ικανή να απορροφά λάδι κατά το τηγάνισμα. Μελέτες έχουν δείξει ότι η ποσότητα λαδιού που μπορεί να συγκρατήσει είναι σημαντικά υψηλότερη από εκείνη άλλων λαχανικών που τηγανίζονται.

Η διαδικασία δεν αφορά μόνο την απορρόφηση του λαδιού. Καθώς η μελιτζάνα θερμαίνεται, χάνει μέρος του νερού που περιέχει, ενώ παράλληλα μεταβάλλεται η σύστασή της και μεταφέρονται σε αυτήν συστατικά από το ελαιόλαδο.

Ο τρόπος μαγειρέματος παίζει καθοριστικό ρόλο. Η μελιτζάνα που ψήνεται στον φούρνο με μικρή ποσότητα λαδιού μπορεί να απορροφήσει πολύ λιγότερο λίπος σε σχέση με εκείνη που αλευρώνεται και τηγανίζεται σε βαθύ λάδι.

Ακόμη και τα αντιοξειδωτικά και οι φαινολικές ενώσεις της επηρεάζονται από τη θερμική επεξεργασία, με διαφορετικά επίπεδα να παρατηρούνται ανάλογα με το αν η μελιτζάνα ψήνεται, ψήνεται στη σχάρα ή τηγανίζεται.

Τι συμβαίνει στον κιμά

Ο κιμάς περνά από μια διαφορετική διαδικασία.

Κατά το μαγείρεμά του, η θερμότητα προκαλεί σειρά χημικών αντιδράσεων που συμβάλλουν στο χαρακτηριστικό χρώμα, το άρωμα και τη γεύση του κρέατος.

Κεντρικό ρόλο έχει η περίφημη αντίδραση Maillard. Πρόκειται για αντιδράσεις μεταξύ σακχάρων και αμινομάδων που πραγματοποιούνται κατά τη θέρμανση και δημιουργούν πολλές από τις ενώσεις που ευθύνονται για το χαρακτηριστικό άρωμα και το καφέ χρώμα των μαγειρεμένων τροφίμων.

Παράλληλα, και η οξείδωση των λιπών συμμετέχει στη δημιουργία πτητικών ενώσεων που συμβάλλουν στο άρωμα του μαγειρεμένου κρέατος.

Έτσι, το «ρόδισμα» του κιμά δεν είναι απλώς μια αλλαγή στην εμφάνιση. Είναι αποτέλεσμα μιας σειράς χημικών μεταβολών που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το τελικό γευστικό αποτέλεσμα.

Η μπεσαμέλ είναι ένα μικρό μάθημα φυσικοχημείας

Και μετά έρχεται η μπεσαμέλ.

Η κρεμώδης σάλτσα του μουσακά αποτελεί ένα διαφορετικό φυσικοχημικό σύστημα, στο οποίο το άμυλο έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Κατά τη θέρμανση, οι κόκκοι του αμύλου διογκώνονται και μεταβάλλονται, επηρεάζοντας το πόσο παχύρρευστη και σταθερή θα γίνει η σάλτσα.

Στο εσωτερικό της μπεσαμέλ συνυπάρχουν, μεταξύ άλλων, άμυλο, πρωτεΐνες του γάλακτος και λιπαρές ουσίες. Η αλληλεπίδραση αυτών των συστατικών δημιουργεί τη χαρακτηριστική υφή που όλοι γνωρίζουμε.

Γι’ αυτό και η θερμοκρασία, οι αναλογίες των υλικών και ο χρόνος μαγειρέματος έχουν τόσο μεγάλη σημασία. Μικρές διαφοροποιήσεις μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά το τελικό αποτέλεσμα.

Από τα υλικά στον μουσακά

Το εντυπωσιακό είναι ότι οι διαδικασίες δεν πραγματοποιούνται μεμονωμένα.

Το κόψιμο των υλικών αλλάζει την επιφάνειά τους, το τηγάνισμα μεταφέρει ταυτόχρονα θερμότητα και λιπαρές ουσίες, η θέρμανση μεταβάλλει τις πρωτεΐνες και το άμυλο, ενώ η παραμονή στον φούρνο προκαλεί νέες αντιδράσεις.

Όταν όλα αυτά συνδυαστούν μέσα στο ταψί, οι αρχικές πρώτες ύλες μετατρέπονται σε ένα νέο προϊόν με διαφορετική υφή, χρώμα, άρωμα και γεύση.

Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που ο μουσακάς αποτελεί τόσο ενδιαφέρον παράδειγμα για τη Χημεία Τροφίμων.

Ένα πιάτο με ιστορία

Ο μουσακάς δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνική δημιουργία. Παραλλαγές του συναντώνται σε διάφορες περιοχές των Βαλκανίων, στην Τουρκία, στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική, ενώ η ονομασία του συνδέεται με το αραβικό «musaqqâ».

Η εκδοχή που σήμερα θεωρούμε ως τον κλασικό ελληνικό μουσακά είναι πολύ νεότερη και συνδέεται με την εξέλιξη της ελληνικής αστικής κουζίνας στις αρχές του 20ού αιώνα.

Καθοριστική ήταν η συμβολή του Νικόλαου Τσελεμεντέ, ο οποίος συστηματοποίησε πολλές ελληνικές συνταγές και συνέβαλε στην καθιέρωση της εκδοχής με τη χαρακτηριστική μπεσαμέλ.

Στις επόμενες δεκαετίες ο μουσακάς έγινε ένα από τα πιάτα που συνέδεσαν την ελληνική γαστρονομία με τον τουρισμό και την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό.

Σήμερα, λοιπόν, πίσω από ένα ταψί μουσακά δεν υπάρχει μόνο μια παραδοσιακή συνταγή. Υπάρχει μια αλληλουχία από φυσικές και χημικές διεργασίες που μετατρέπουν μελιτζάνα, κιμά, γάλα, άμυλο και λιπαρές ουσίες σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πιάτα της ελληνικής κουζίνας.

Και ίσως την επόμενη φορά που θα κόψουμε την πρώτη κομμάτα από έναν καλοψημένο μουσακά, να τον βλέπουμε λίγο διαφορετικά: όχι μόνο ως ένα αγαπημένο φαγητό, αλλά και ως ένα μικρό… εργαστήριο Χημείας Τροφίμων μέσα σε ένα ταψί.