Πετρέλαιο: Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ φέρνει νέα απειλή για την παγκόσμια αγορά – Στο επίκεντρο τα στρατηγικά αποθέματα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Για περισσότερους από πέντε μήνες, η ναυτιλιακή κυκλοφορία μέσω των Στενών του Ορμούζ έχει σχεδόν σταματήσει, δημιουργώντας σοβαρές πιέσεις στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. Παρά το αρχικό σοκ, η μειωμένη ζήτηση, η αυξημένη παραγωγή πετρελαίου εκτός της περιοχής του Κόλπου, οι εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς και κυρίως η αξιοποίηση των στρατηγικών αποθεμάτων έχουν μέχρι στιγμής αποτρέψει μια άμεση φυσική έλλειψη.

Σύμφωνα με την DZ Bank, η προσαρμοστικότητα της αγοράς έχει περιορίσει τις επιπτώσεις της κρίσης, ωστόσο δεν μπορεί να καλύψει επ’ αόριστον το διαρθρωτικό κενό στην προσφορά. Καθοριστικός παράγοντας θεωρείται πλέον η διάρκεια του αποκλεισμού.

Στο βασικό σενάριο της DZ Bank, μια πολιτική συμφωνία παραμένει πιθανή. Ωστόσο, ο κίνδυνος περαιτέρω κλιμάκωσης δεν μπορεί να αγνοηθεί. Εάν οι συνομιλίες αποτύχουν και η θαλάσσια οδός του Μπαμπ αλ-Μαντάμπ δεχθεί επίσης παρατεταμένη πίεση, η διαθέσιμη προσφορά πετρελαίου θα περιοριστεί ακόμη περισσότερο.

Ο διπλός αποκλεισμός που αλλάζει τα δεδομένα

Σε ένα δυσμενές σενάριο, τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά για το άμεσο μέλλον, ενώ οι διαπραγματεύσεις δεν καταλήγουν σε βιώσιμη συμφωνία.

Την ίδια ώρα, αυξάνεται η πίεση σε μία από τις σημαντικότερες εναλλακτικές διαδρομές. Η Σαουδική Αραβία έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τον αγωγό East-West, ο οποίος μεταφέρει πετρέλαιο προς τον τερματικό σταθμό εξαγωγών Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα.

Από εκεί, σημαντικές ποσότητες πετρελαίου μπορούν να κατευθυνθούν προς τις διεθνείς αγορές μέσω του Μπαμπ αλ-Μαντάμπ. Ωστόσο, οι επανειλημμένες επιθέσεις των Χούτι έχουν ήδη προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στη ναυσιπλοΐα στην περιοχή, με τις μεταφορές πετρελαίου μέσω του συγκεκριμένου περάσματος να έχουν μειωθεί σημαντικά.

Εάν τόσο το Ορμούζ όσο και το Μπαμπ αλ-Μαντάμπ παραμείνουν ουσιαστικά κλειστά, οι εξαγωγές από τον Περσικό Κόλπο θα πρέπει να ακολουθήσουν τη μακρύτερη διαδρομή γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας.

Μια τέτοια παράκαμψη θα μπορούσε να προσθέσει περίπου 40 ημέρες στο ταξίδι των δεξαμενόπλοιων, προκαλώντας μεγάλη αύξηση στο κόστος μεταφοράς και ασκώντας ακόμη μεγαλύτερη πίεση στη διαθέσιμη χωρητικότητα του παγκόσμιου στόλου.

Κίνδυνος σημαντικού ελλείμματος πετρελαίου

Η DZ Bank εκτιμά ότι εάν το Ορμούζ παραμείνει κλειστό και οι διαταραχές στην Ερυθρά Θάλασσα συνεχιστούν, η παγκόσμια προσφορά αργού πετρελαίου θα μπορούσε να παραμείνει σοβαρά περιορισμένη.

Στο δυσμενές σενάριο που περιγράφεται, το συνολικό έλλειμμα θα μπορούσε να φτάσει περίπου τα 20 έως 25 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, με περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια να συνδέονται με τη διακοπή των ροών μέσω του Ορμούζ.

Ένα τέτοιο κενό θα αποτελούσε σοβαρή δοκιμασία για την παγκόσμια αγορά ενέργειας και θα μπορούσε να προκαλέσει έντονες πιέσεις στις τιμές του πετρελαίου.

Τα στρατηγικά αποθέματα πλησιάζουν τα όρια

Μέρος του ελλείμματος μπορεί να αντισταθμιστεί από εναλλακτικές διαδρομές και αυξημένη παραγωγή σε άλλες χώρες. Ωστόσο, υπάρχει ένα σημαντικό όριο: τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται επ’ αόριστον.

Η αξιοποίησή τους έχει μέχρι στιγμής συμβάλει στην αποτροπή ακόμη μεγαλύτερων αυξήσεων στις τιμές και στην αποφυγή άμεσων φυσικών ελλείψεων.

Υπάρχει, σύμφωνα με την ανάλυση της DZ Bank, και ένα φυσικό όριο στη χρήση των αποθεμάτων, καθώς τουλάχιστον το 33% της μέγιστης χωρητικότητας θα πρέπει να παραμένει διαθέσιμο.

Παράλληλα, υπάρχει και πολιτικό όριο. Οι χώρες υποχρεούνται να διατηρούν αποθέματα που αντιστοιχούν τουλάχιστον σε 45 ημέρες εισαγωγών, ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν μια σοβαρή διαταραχή στον εφοδιασμό σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.

Έτσι, όσο παρατείνεται η κρίση, τόσο μειώνονται τα περιθώρια που έχουν οι κυβερνήσεις για να χρησιμοποιούν τα στρατηγικά αποθέματα ως «μαξιλάρι» απέναντι στις διαταραχές.

Η διάρκεια του αποκλεισμού του Ορμούζ και η κατάσταση στο Μπαμπ αλ-Μαντάμπ αναμένεται, επομένως, να αποτελέσουν τους δύο κρίσιμους παράγοντες για την πορεία της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου το επόμενο διάστημα.