Τέλος στο «μαρτύριο» των 100ml στα αεροδρόμια; Τι αλλάζει στις χειραποσκευές και τι ισχύει σήμερα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Εκατομμύρια ταξιδιώτες παγκοσμίως έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με έναν από τους πιο αυστηρούς και ενοχλητικούς κανόνες των αεροπορικών μεταφορών: τον περιορισμό των 100 ml στα υγρά των χειραποσκευών. Ενώ η νέα τεχνολογία υπόσχεται να βάλει οριστικό τέλος στην ταλαιπωρία των ελέγχων, γραφειοκρατικά και οικονομικά εμπόδια καθυστερούν την καθολική εφαρμογή του μέτρου.

Αθήνα — Είναι μια σκηνή που επαναλαμβάνεται καθημερινά σε κάθε αεροδρόμιο του πλανήτη: επιβάτες στην ουρά του ελέγχου ασφαλείας να πετούν στα σκουπίδια μπουκάλια με νερό, ακριβά καλλυντικά, υγρά φακών επαφής ή οδοντόκρεμες. Ο «κανόνας των 100 ml» αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ταξιδιωτικής ρουτίνας εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια, όμως οι προσδοκίες για την κατάργησή του παραμένουν υψηλές.

Πώς καθιερώθηκε το μέτρο – Η απειλή του 2006

Ο περιορισμός επιβλήθηκε το 2006, ως άμεση αντίδραση σε μια από τις μεγαλύτερες αποτραπείσες τρομοκρατικές απειλές στην ιστορία των αερομεταφορών. Οι βρετανικές αρχές είχαν αποκαλύψει τότε ένα οργανωμένο σχέδιο ανατίναξης πολλαπλών αεροσκαφών πάνω από τον Ατλαντικό, με τη χρήση υγρών εκρηκτικών που οι δράστες σχεδίαζαν να μεταφέρουν μεταμφιεσμένα σε κοινά αναψυκτικά.

Για την άμεση θωράκιση των πτήσεων, οι διεθνείς αεροπορικές αρχές θέσπισαν:

  • Ανώτατο όριο 100 ml ανά συσκευασία.

  • Υποχρεωτική τοποθέτηση όλων των συσκευασιών σε μία διαφανή, επανασφραγιζόμενη σακούλα χωρητικότητας ενός λίτρου.

Αυτό που σχεδιάστηκε ως έκτακτο και προσωρινό μέτρο, μετατράπηκε σε μια μόνιμη πραγματικότητα δύο δεκαετιών.

Η τεχνολογία δίνει τη λύση: Οι σαρωτές 3D αλλάζουν τα δεδομένα

Η οριστική λύση στο πρόβλημα φαίνεται πως βρίσκεται στην εξέλιξη της τεχνολογίας. Η σταδιακή εγκατάσταση αξονικών τομογράφων νέας γενιάς (CT scanners) στα σημείων ελέγχου επιτρέπει στους χειριστές να βλέπουν τρισδιάστατες εικόνες υψηλής ανάλυσης.

Το σημαντικότερο πλεονέκτημα αυτών των συστημάτων είναι η δυνατότητα ανάλυσης της χημικής σύστασης των υγρών σε δευτερόλεπτα, χωρίς ο επιβάτης να χρειάζεται να αφαιρέσει τίποτα από τη τσάντα του.

Τι αλλάζει όπου εφαρμόζεται η νέα τεχνολογία:

  • Αύξηση ορίου: Το επιτρεπόμενο όριο υγρών αυξάνεται έως και τα 2 λίτρα ανά επιβάτη.

  • Ταχύτερος έλεγχος: Καταργείται η υποχρέωση αφαίρεσης φορητών υπολογιστών (laptops) και υγρών από τις χειραποσκευές.

  • Μείωση καθυστερήσεων: Ο χρόνος αναμονής στις ουρές μειώνεται αισθητά.

Ήδη, ορισμένα από τα μεγαλύτερα αεροδρόμια του Ηνωμένου Βασιλείου — όπως το Χίθροου, το Γκάτουικ, το Λονδίνο Σίτι, το Μπέρμιγχαμ και το Μπρίστολ — έχουν υιοθετήσει τη συγκεκριμένη τεχνολογία, προσφέροντας μια σημαντικά πιο άνετη εμπειρία στους ταξιδιώτες.

Γιατί καθυστερεί η εφαρμογή στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Παρά τα θετικά δείγματα, η πλήρης απελευθέρωση των ορίων καθυστερεί σημαντικά στην Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε στην ανανέωση των περιορισμών, θέτοντας φρένο στην άμεση κατάργηση του κανόνα.

Οι βασικοί λόγοι της καθυστέρησης εστιάζουν σε δύο άξονες:

  1. Τεχνική αξιοπιστία: Εκφράστηκαν επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητα ορισμένων μοντέλων σαρωτών υπό συνθήκες υψηλού φόρτου.

  2. Υψηλό κόστος: Οι νέοι αξονικοί τομογράφοι κοστίζουν έως και οκτώ φορές περισσότερο σε σύγκριση με τα παραδοσιακά μηχανήματα X-ray, καθιστώντας την αντικατάστασή τους ασύμφορη για πολλά περιφερειακά αεροδρόμια.

Έτσι, για τη συντριπτική πλειονότητα των διεθνών πτήσεων, ο περιορισμός των 100 ml παραμένει σε πλήρη ισχύ.

«Θέατρο ασφαλείας» core; Τι υποστηρίζουν οι ειδικοί

Την ίδια στιγμή, πληθαίνουν οι φωνές ειδικών που αμφισβητούν ανοιχτά την ουσιαστική χρησιμότητα του μέτρου. Ο Μπρους Σνάιερ, διακεκριμένος ειδικός σε θέματα ασφαλείας από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, χαρακτήρισε τον περιορισμό των υγρών ως «θέατρο ασφαλείας» (security theater).

Σύμφωνα με τον ίδιο, τέτοιου τύπου περιορισμοί υιοθετούνται κυρίως για να προσφέρουν στους επιβάτες μια ψευδαίσθηση προστασίας. Όπως επισημαίνει, οι πραγματικές απειλές για την αεροπλοΐα αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά μέσω των μυστικών υπηρεσιών, της ανταλλαγής πληροφοριών και των διασταυρώσεων στοιχείων — και όχι με τη κατάσχεση μιας οδοντόκρεμας στον έλεγχο.