Ο ΣΚΕΡΤΣΟΣ ΜΑΣ ΒΓΑΖΕΙ… ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΜΕ ΤΟ ΖΟΡΙ: Η «ΜΑΓΕΙΑ» ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Αν δεν έχεις λεφτά στην τσέπη, μην ανησυχείς! Μπορεί να έχεις… στατιστικά. Κι αν ούτε αυτό φτάνει, υπάρχει πάντα η κυβέρνηση για να σου εξηγήσει ότι στην πραγματικότητα είσαι πολύ πιο πλούσιος απ’ όσο νομίζεις. Κάπως έτσι έρχεται ο Άκης Σκέρτσος να μας μιλήσει για καταθέσεις, πλούτο και «υπεύθυνη ανάγνωση των στοιχείων». Μόνο που όταν αρχίζεις να βάζεις κάτω τα νούμερα, κάτι δεν κολλάει. Όταν δε τα νούμερα συγκρούονται με την καθημερινότητα, το πρόβλημα είναι προφανές: ή η κοινωνία δεν καταλαβαίνει την ευημερία της, ή κάποιοι προσπαθούν να την πείσουν ότι ζει σε μια εικονική πραγματικότητα.

500.000 Πλούσιοι; Πού είναι;

Ο κ. Σκέρτσος μιλά για τουλάχιστον 500.000 φυσικά πρόσωπα με καταθέσεις άνω των 100.000 ευρώ. Πρόκειται για ένα νούμερο εντυπωσιακό, το οποίο όμως καταρρέει με την πρώτη ανάγνωση των ίδιων των στοιχείων. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, το ποσοστό των καταθετών πάνω από αυτό το όριο είναι μόλις 0,9%. Σε ένα σύνολο περίπου 31,7 εκατομμυρίων καταθετικών λογαριασμών, η απλή αριθμητική βγάζει περίπου 285.000 και όχι 500.000. Πού οφείλεται αυτή η τεράστια απόσταση των 215.000 ατόμων; Ποιος μέτρησε τι και γιατί παρουσιάζεται διογκωμένος ένας αριθμός, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η Ελλάδα είναι γεμάτη με πολίτες που διαθέτουν εξαψήφιες καταθέσεις;

Η στατιστική αλχημεία

Εδώ ακριβώς κρύβεται όλη η επικοινωνιακή τακτική. Δεν πρόκειται απαραίτητα για ένα ευθέως ψευδές νούμερο, αλλά για κάτι πολύ πιο πονηρό: τη συγχώνευση διαφορετικών μετρήσεων, μονάδων και παραδοχών, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να σερβίρεται ως μια ενιαία εικόνα ευημερίας. Οι τραπεζικοί λογαριασμοί όμως δεν είναι άνθρωποι. Ένα μοναδικό φυσικό πρόσωπο μπορεί να διατηρεί δύο, τρεις ή και περισσότερους λογαριασμούς (ατομικούς, κοινούς ή επαγγελματικούς). Η μετατροπή των λογαριασμών σε «πλούσιους πολίτες» απαιτεί σοβαρή στατιστική ανάλυση, αλλά όταν ο πρωταρχικός στόχος είναι η καλλιέργεια κλίματος τεχνητού πλούτου, οι ουσιαστικές λεπτομέρειες θεωρούνται προφανώς ενοχλητικές.

Το +39% που «εξαφανίζεται» στο σούπερ μάρκετ

Στην ίδια γραμμή κινείται και ο πανηγυρισμός για την αύξηση των καταθέσεων κατά 39%. Υπάρχει όμως μια «μικρή» λεπτομέρεια που ακυρώνει την κυβερνητική αισιοδοξία: ο πληθωρισμός. Τα ονομαστικά ευρώ μπορούν να αυξάνονται αριθμητικά την ίδια ακριβώς στιγμή που η πραγματική αγοραστική δύναμη κατακρημνίζεται. Αν οι τιμές στα βασικά αγαθά έχουν εκτοξευθεί, καμία αύξηση στον τραπεζικό λογαριασμό δεν μπορεί να βαφτίζεται «νέος πλούτος». Ο πολίτης το βιώνει αυτό καθημερινά. Πριν από λίγα χρόνια, με 100 ευρώ στο σούπερ μάρκετ γέμιζε το καρότσι, ενώ σήμερα το ίδιο ποσό εξανεμίζεται σε ελάχιστα βασικά προϊόντα. Στα κυβερνητικά γραφήματα μπορεί να εμφανίζεται πλουσιότερος, στην πραγματικότητα όμως είναι φτωχότερος.

Η μεσαία τάξη δεν τρέφεται με γραφήματα

Το μεγαλύτερο παράδοξο είναι η προσπάθεια να παρουσιαστεί η κοινωνία ως οικονομικά ενισχυμένη, απλώς και μόνο επειδή μετακινήθηκαν ορισμένα ονομαστικά όρια καταθέσεων. Αν ένα ποσό παραμένει σταθερό ενώ η αξία του χρήματος πέφτει, ο πολίτης δεν έγινε πλουσιότερος· η ζωή έγινε απλώς ακριβότερη. Αυτό ακριβώς αρνείται να παραδεχθεί η κυβερνητική επικοινωνία. Η μεσαία τάξη δεν ζητάει θεωρητικές αναλύσεις για να καταλάβει την κατάστασή της. Την βλέπει καθαρά στο αυξημένο ενοίκιο, στους λογαριασμούς του ρεύματος, στα καύσιμα, στις φορολογικές υποχρεώσεις και στην αγωνία για το ποιος λογαριασμός θα μείνει ανεξόφλητος στο τέλος του μήνα.


Η σύγκριση με το 2009 και η ανάγκη για ρευστότητα

Αν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά για αποταμίευση, δεν μπορούμε να επιλέγουμε αυθαίρετα ως σημείο αναφοράς όποιο έτος μας βολεύει. Το 2009 οι καταθέσεις των νοικοκυριών βρίσκονταν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ σήμερα τα συνολικά μεγέθη παραμένουν σημαντικά χαμηλότερα. Αυτή η διαφορά αποτυπώνει την απόσταση ανάμεσα σε μια κοινωνία που μπορούσε να αποταμιεύει συστηματικά και σε μια κοινωνία που εξαντλεί το εισόδημά της για την κάλυψη των βασικών αναγκών. Παράλληλα, η κατάρρευση των προθεσμιακών καταθέσεων και η συγκέντρωση των χρημάτων σε τρεχούμενους λογαριασμούς δεν υποδηλώνει πλούτο, αλλά αβεβαιότητα: ο κόσμος κρατάει τα χρήματά του άμεσα διαθέσιμα γιατί φοβάται τι θα του ξημερώσει.

Η πραγματική μέτρηση της αποταμίευσης

Στο τέλος της ημέρας, η ουσία δεν βρίσκεται στον αριθμό των λογαριασμών, στα τηλεοπτικά γραφήματα ή στα ποσοστά που παρατίθενται στις συζητήσεις. Η πραγματική ερώτηση είναι μία: Πόσα χρήματα μπορεί να βάλει στην άκρη ο μέσος Έλληνας αφού καλύψει το κόστος διαβίωσής του; Αν η απάντηση είναι «ελάχιστα έως μηδέν», τότε υπάρχει δομικό πρόβλημα. Πλούτος δεν είναι η αποτύπωση ενός πλασματικού αριθμού σε μια καρτέλα, αλλά η δυνατότητα να ζεις με αξιοπρέπεια, να αποταμιεύεις, να επενδύεις και να αισθάνεσαι ασφάλεια για το μέλλον.

Σκέρτσος εναντίον πραγματικότητας

Κύριε Σκέρτσο, η ελληνική κοινωνία δεν χρειάζεται άλλους επικοινωνιακούς άθλους, ούτε υποδείξεις ότι ευημερεί επειδή το επιτρέπουν ορισμένοι αριθμοί. Δεν χρειάζεται να ακούει ότι η αποταμίευσή της αυξάνεται όταν ο οικογενειακός προϋπολογισμός πιέζεται ασφυκτικά. Ο Έλληνας πολίτης μπορεί να μην είναι ειδικός στην οικονομική θεωρία, γνωρίζει όμως πολύ καλά τι υπάρχει στο πορτοφόλι του. Και το πορτοφόλι δεν λαθεύει.

Ο λογαριασμός που δεν «μαγειρεύεται»

Μετά από χρόνια διακυβέρνησης, είναι τουλάχιστον παράδοξο να πρέπει ακόμα να αποδειχθεί ότι οι πολίτες δεν είναι τόσο φτωχοί όσο αισθάνονται. Μια κυβέρνηση που επικαλείται ένα οικονομικό success story δεν μπορεί, κάθε φορά που αντιμετωπίζει μια δυσάρεστη πραγματικότητα, να επιστρατεύει δημιουργικές μεθόδους μέτρησης για να ωραιοποιήσει την εικόνα.

Γιατί υπάρχει ένα στοιχείο που δεν επιδέχεται αλλοιώσεις: το υπόλοιπο του λογαριασμού στις 30 του μήνα. Εκεί τελειώνουν τα γραφήματα, οι πανηγυρισμοί και η επικοινωνία, και εκεί αρχίζει η πραγματικότητα. Αν η κυβέρνηση θέλει να μιλήσει για πραγματικό πλούτο, ας μιλήσει για τον άνθρωπο που, αφού πληρώσει ενοίκιο, λογαριασμούς, σούπερ μάρκετ και φόρους, καταφέρνει να κρατήσει κάτι στην άκρη.

Όσο κι αν αναζητούνται στατιστικά σημάδια ευημερίας, η κοινωνία θα συνεχίσει να μετράει το μόνο που έχει σημασία: πόσα ευρώ απομένουν μέχρι το τέλος του μήνα. Κι αυτός ο λογαριασμός δεν βγαίνει με επικοινωνιακά τεχνάσματα. Βγαίνει ή δεν βγαίνει και για τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων, απλώς δεν βγαίνει.