ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ: Η ΑΝΙΣΟΡΡΟΠΗ ΣΧΕΣΗ ΕΛΛΑΔΑΣ – ΒΕΛΓΙΟΥ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Τα στοιχεία των ελληνικών διπλωματικών αρχών στις Βρυξέλλες αποκαλύπτουν μια ζοφερή πραγματικότητα για τις διμερείς σχέσεις, με το Βέλγιο να αποτελεί έναν ασφυκτικό προμηθευτή και την Ελλάδα να βρίσκεται σε θέση οικονομικής αδυναμίας. Το 2025, οι ελληνικές εξαγωγές περιορίστηκαν στα 685,0 εκατ. ευρώ, κατατάσσοντας τη χώρα στη 10η θέση εντός της ΕΕ, την ώρα που οι εισαγωγές από το Βέλγιο εκτοξεύθηκαν στα ασύλληπτα 2,404 δισ. ευρώ. Αυτή η χαοτική διαφορά δημιουργεί ένα τεράστιο και χρόνιο εμπορικό έλλειμμα εις βάρος της Ελλάδας, η οποία αποδεικνύεται ανίκανη να περιορίσει την εξάρτησή της από τα βελγικά προϊόντα υψηλής τεχνολογίας και βιομηχανικής παραγωγής. Την ίδια στιγμή, το μερίδιο της Ελλάδας στο εξωτερικό εμπόριο του Βελγίου παραμένει κολλημένο στο θλιβερό ποσοστό του κάτω του 1%, επιβεβαιώνοντας τον περιθωριακό ρόλο της ελληνικής οικονομίας στη συγκεκριμένη αγορά.

Η εκποίηση της ακίνητης περιουσίας και η ξένη κυριαρχία

Η διείσδυση των βελγικών συμφερόντων στην Ελλάδα δεν περιορίζεται απλώς στο εμπόριο αγαθών, αλλά επεκτείνεται επικίνδυνα σε στρατηγικούς τομείς της εγχώριας οικονομίας, όπως η ενέργεια, οι υποδομές, τα χημικά, τα logistics και η βιομηχανία τροφίμων. Ακόμα πιο ανησυχητική είναι η κατάσταση στην αγορά ακινήτων, όπου σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι καθαρές εισροές βελγικών κεφαλαίων για την απόκτηση ακινήτων έφτασαν τα 43,5 εκατ. ευρώ το 2025, αποδεικνύοντας τη συνεχιζόμενη άλωση της ελληνικής γης και των αστικών κέντρων από ξένους επενδυτές.

Η αποτυχία ανάδειξης του αγροδιατροφικού πλούτου

Στον κρίσιμο αγροδιατροφικό τομέα, η ανικανότητα προώθησης των ελληνικών προϊόντων βγάζει «μάτι», με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το ελαιόλαδο. Παρά τη φήμη της χώρας μας, το μερίδιο του ελληνικού εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου στη βελγική αγορά Σερμπιέζεται στο εξευτελιστικό ποσοστό του 6,5%, την ώρα που η Ισπανία μονοπωλεί με 57% και η Ιταλία ακολουθεί με 23%. Ακόμη και σε προϊόντα όπως η φέτα και οι οίνοι, οι εξαγωγές παραμένουν καθηλωμένες σε αμελητέα ποσοστά μέσα σε μια πανάκριβη αγορά υψηλής αξίας, γεγονός που αποκαλύπτει την απουσία σοβαρού κρατικού σχεδιασμού και την πλήρη αποτυχία αξιοποίησης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας.