Η κυβέρνηση παραδίδει τη διαχείρισή των μνημείων σε Α.Ε. 50ετούς διάρκειας. Μένουν δημόσια μόνο κατ’ όνομα.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Ο νόμος της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, η πολιτική ευθύνη της Λίνας Μενδώνη, η διαχειριστική αμοιβή χωρίς νομοθετικό πλαφόν και τα κενά που αφήνονται στη διαχείριση των χρημάτων.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ολοκλήρωσε στα τέλη Ιουλίου μία ακόμη βαθιά και εξαιρετικά σοβαρή θεσμική παρέμβαση στον χώρο του πολιτισμού, ψηφίζοντας τον νόμο 5324/2026 για τη σύσταση της ανώνυμης εταιρείας «Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.», με τον διακριτικό τίτλο «Hellenic Heritage».

Ο νόμος ψηφίστηκε στις 28 Ιουλίου 2026 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α΄ 121 στις 30 Ιουλίου 2026. Επομένως, δεν πρόκειται πλέον για ένα νομοσχέδιο που βρίσκεται υπό συζήτηση, αλλά για ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο φέρει ακέραιη την πολιτική υπογραφή της κυβέρνησης και της υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πρόκειται για έναν «επιχειρησιακό και εκτελεστικό βραχίονα» του Οργανισμού Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων, του γνωστού ΟΔΑΠ. Ωστόσο, πίσω από αυτή την τεχνοκρατική διατύπωση βρίσκεται μία εξαιρετικά κρίσιμη πολιτική επιλογή: λειτουργίες που συνδέονται άμεσα με τα εισιτήρια, τα πωλητήρια, τα αναψυκτήρια, τις εμπορικές χρήσεις, τις εκδηλώσεις, την ακίνητη περιουσία και την καθημερινή λειτουργία των μνημείων μεταφέρονται σε μία ανώνυμη εταιρεία ιδιωτικού δικαίου.

Δεν πωλούνται τα μνημεία, παραδίδεται όμως η οικονομική τους διαχείριση.

Για λόγους ακρίβειας, πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο νόμος δεν προβλέπει την πώληση της Ακρόπολης, των μουσείων ή άλλων μνημείων και αρχαιολογικών χώρων.

Η εκποίηση της ακίνητης περιουσίας αποκλείεται ρητά και η κυριότητα παραμένει στον ΟΔΑΠ ή στο Υπουργείο Πολιτισμού. Η κυβέρνηση, συνεπώς, μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν «πουλά» τα μνημεία με τη στενή νομική έννοια του όρου.

Το πραγματικό, όμως, ζήτημα είναι πολύ σοβαρότερο: δεν αφορά τον τίτλο κυριότητας, αλλά τη μεταφορά της ουσιαστικής οικονομικής και λειτουργικής εξουσίας.

Ποιος:

διαχειρίζεται τα εισιτήρια και τα συστήματα πρόσβασης,

καταρτίζει τα σχέδια εμπορικής αξιοποίησης,

λειτουργεί τα πωλητήρια και το ηλεκτρονικό κατάστημα,

προτείνει την τιμολογιακή πολιτική,

παραχωρεί τη χρήση ακινήτων, αναψυκτηρίων και χώρων,

αναθέτει συμβουλευτικές υπηρεσίες,

σχεδιάζει ιδιωτικές εμπειρίες και γαστρονομικές εκδηλώσεις μέσα σε αρχαιολογικούς χώρους,

και διαχειρίζεται προϊόντα που δημιουργούνται με βάση την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά.

Ο νόμος αναθέτει αυτές τις αρμοδιότητες στην Hellenic Heritage Α.Ε. Η εταιρεία αναλαμβάνει το κεντρικό σύστημα διάθεσης εισιτηρίων, τα εκδοτήρια, τα συστήματα ελέγχου πρόσβασης, τους ψηφιακούς ξεναγούς, την πύλη hh.gr και το ηλεκτρονικό κατάστημα. Παράλληλα, μπορεί να εισηγείται αλλαγές στην τιμολογιακή πολιτική των εισιτηρίων και να σχεδιάζει το «Hellenic Heritage Pass», ακόμη και σε συνδυασμό με υπηρεσίες τρίτων φορέων.

Η εταιρεία μπορεί επίσης να μισθώνει, να εκμισθώνει και να παραχωρεί με συμβατικές μορφές τη χρήση ακινήτων, να διαχειρίζεται πωλητήρια, να αναθέτει μελέτες και συμβουλευτικές υπηρεσίες και να σχεδιάζει εξατομικευμένες εμπειρίες γαστρονομίας μέσα σε αρχαιολογικούς χώρους, ιστορικούς τόπους, μνημεία και μουσεία.

Άρα η Ελλάδα δεν χάνει νομικά την κυριότητα των μνημείων της. Χάνει, όμως, ένα κρίσιμο και ιδιαίτερα ευαίσθητο τμήμα του άμεσου, ενιαίου και καθαρά δημόσιου ελέγχου πάνω στον τρόπο λειτουργίας και οικονομικής αξιοποίησής τους.

Ανώνυμη εταιρεία με διάρκεια 50 ετών.

Η διάρκεια της εταιρείας ορίζεται σε 50 χρόνια, ενώ προβλέπεται δυνατότητα παράτασής της. Το μετοχικό της κεφάλαιο ανέρχεται σε τρία εκατομμύρια ευρώ, με το Ελληνικό Δημόσιο να κατέχει το 90% και τον ΟΔΑΠ το 10%. Η συμμετοχή του Δημοσίου δεν μπορεί να μειωθεί κάτω από το 90%.

Η διατήρηση της κρατικής πλειοψηφίας δεν αναιρεί τον προβληματισμό. Το κρίσιμο δεν είναι μόνο ποιος κατέχει τις μετοχές, αλλά με ποιους κανόνες λειτουργεί ο φορέας, πώς επιλέγεται η διοίκησή του, ποια ποσά λαμβάνει και πόση πραγματική λογοδοσία υπάρχει πριν από τη διενέργεια των δαπανών.

Πρόκειται για έναν νέο διοικητικό μηχανισμό, με 90 θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, επιπλέον θέσεις συνεργατών ορισμένου χρόνου και δυνατότητα συμβάσεων έργου για χρηματοδοτούμενα προγράμματα.

Αντί η κυβέρνηση να ενισχύσει τον ΟΔΑΠ και την Αρχαιολογική Υπηρεσία με μόνιμο προσωπικό, σύγχρονες υποδομές και σαφή δημόσια λογοδοσία, επιλέγει να δημιουργήσει μία ακόμη διοικητική βαθμίδα, η οποία θα πρέπει επίσης να χρηματοδοτηθεί, να στελεχωθεί και να λειτουργήσει με δημόσιους πόρους.

Πού θα πηγαίνουν τα χρήματα από τα μνημεία.

Ο τελικός νόμος προβλέπει ότι αποκλειστικός δικαιούχος των εσόδων από τις δραστηριότητες που πραγματοποιεί η εταιρεία για λογαριασμό του ΟΔΑΠ παραμένει ο ΟΔΑΠ.

Τα χρήματα από τα εισιτήρια, τις υπηρεσίες, τις πωλήσεις, τις παραχωρήσεις και τις σχετικές εμπορικές δραστηριότητες κατατίθενται σε τραπεζικό λογαριασμό του ΟΔΑΠ. Από τα ταμειακά του διαθέσιμα, ο ΟΔΑΠ αποδίδει κάθε χρόνο ποσοστό 40% ως δημόσιο έσοδο στον κρατικό προϋπολογισμό.

Αυτό, όμως, δεν αποτελεί ολόκληρη την εικόνα.

Η νέα εταιρεία θα λαμβάνει από τον ΟΔΑΠ:

τη διαχειριστική της αμοιβή,

τις λειτουργικές της δαπάνες,

τακτικές και έκτακτες επιχορηγήσεις,

καθώς και άλλες χρηματοδοτήσεις.

Μπορεί επίσης να χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, ευρωπαϊκούς πόρους, διεθνείς οργανισμούς, δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς, δωρεές και χορηγίες. Παράλληλα, μπορεί να αποκτά δικά της έσοδα από υπηρεσίες, προϊόντα και τη διαχείριση των δικών της περιουσιακών στοιχείων.

Το πλέον προβληματικό σημείο είναι ότι το ύψος της διαχειριστικής αμοιβής και των λειτουργικών δαπανών της εταιρείας δεν καθορίζεται στον ίδιο τον νόμο.

Θα προσδιοριστεί αργότερα με προγραμματική σύμβαση ανάμεσα στον ΟΔΑΠ, την εταιρεία και το Υπουργείο Πολιτισμού, η οποία πρέπει να συναφθεί μέσα σε έναν μήνα από τη συγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας. Ο νόμος δεν προβλέπει συγκεκριμένο ανώτατο ποσό, ποσοστό επί των εσόδων ή αντικειμενική μαθηματική φόρμουλα για τη συγκεκριμένη αμοιβή.

Αυτό είναι το ουσιαστικό οικονομικό κενό της κυβερνητικής ρύθμισης.

Οι πολίτες γνωρίζουν ότι η εταιρεία θα πληρώνεται από τον δημόσιο ΟΔΑΠ, αλλά κατά την ψήφιση του νόμου δεν γνωρίζουν πόσο θα πληρώνεται, ποιο θα είναι το ετήσιο κόστος της και ποιο ποσοστό των εσόδων των μνημείων θα απορροφά τελικά η λειτουργία της.

Προκαταβολή του συνόλου της αμοιβής και του 80% των εξόδων.

Ο νόμος υποχρεώνει τον ΟΔΑΠ, μέσα στους δύο πρώτους μήνες κάθε έτους, να προκαταβάλλει στην εταιρεία:

το σύνολο της ετήσιας διαχειριστικής της αμοιβής,

και το 80% των ετήσιων λειτουργικών της δαπανών.

Το υπόλοιπο 20% καταβάλλεται μέσα στο τελευταίο τρίμηνο του έτους.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι για την προκαταβολή αυτών των ποσών δεν απαιτείται από την εταιρεία η κατάθεση οποιασδήποτε εγγύησης.

Η κυβέρνηση, επομένως, θεσμοθετεί έναν μηχανισμό στον οποίο ένας δημόσιος οργανισμός θα χρηματοδοτεί προκαταβολικά και χωρίς εγγύηση μία ανώνυμη εταιρεία, ενώ το ακριβές κόστος της θα καθοριστεί μετά την ψήφιση του νόμου.

Υπάρχει έλεγχος, αλλά κυρίως μετά τη διαχείριση.

Δεν είναι ακριβές ότι η εταιρεία δεν θα υπόκειται σε κανέναν οικονομικό έλεγχο.

Ο νόμος προβλέπει ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις, έκθεση πεπραγμένων, έλεγχο από ορκωτούς ελεγκτές και δημοσίευση των οικονομικών καταστάσεων στην ιστοσελίδα της εταιρείας για τουλάχιστον πέντε χρόνια.

Πρόκειται, όμως, κυρίως για απολογιστικό και εκ των υστέρων έλεγχο.

Δεν απαντά στο βασικό πρόβλημα: ότι η διαχειριστική αμοιβή και οι λειτουργικές δαπάνες δεν έχουν ανώτατο νομοθετικό όριο, ενώ τα περισσότερα χρήματα θα προκαταβάλλονται.

Το πραγματικό νομικό κενό που εντόπισε η Βουλή.

Η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής εντόπισε συγκεκριμένη ασάφεια στο νομοσχέδιο σχετικά με το ποιο Διοικητικό Συμβούλιο θα καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις διακανονισμού οφειλών.

Στη σχετική διάταξη αναφέρεται απλώς το «Δ.Σ.», χωρίς να αποσαφηνίζεται αν πρόκειται για το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΔΑΠ ή για εκείνο της νέας ανώνυμης εταιρείας. Η Επιστημονική Υπηρεσία ζήτησε ρητά διευκρίνιση για λόγους σαφήνειας.

Ωστόσο, στο τελικό κείμενο του νόμου η συγκεκριμένη παράγραφος εξακολουθεί να αναφέρει μόνο ότι οι όροι διακανονισμού καθορίζονται «από το Δ.Σ.», χωρίς να κατονομάζει τον αρμόδιο φορέα.

Δεν πρόκειται, συνεπώς, μόνο για πολιτική αντιπαράθεση. Πρόκειται για πραγματική νομοθετική ασάφεια, η οποία επισημάνθηκε επισήμως πριν από την ψήφιση και δεν αποσαφηνίστηκε πλήρως στο τελικό κείμενο.

Αντίθετα, δεν επιβεβαιώνεται από τον τελικό νόμο ο ισχυρισμός ότι το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί μόνο του να καταργήσει ή να ξαναγράψει όλα τα άρθρα 4 έως 24. Τα συγκεκριμένα άρθρα αποτελούν το καταστατικό της εταιρείας και δεν αλλάζουν με μία απλή, μονομερή απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Η κριτική πρέπει να στηρίζεται στα πραγματικά κενά του νόμου και όχι σε διατυπώσεις που δεν προκύπτουν από το τελικό κείμενο.

Η Λίνα Μενδώνη στο κέντρο της πολιτικής ευθύνης.

Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη απέρριψε τις καταγγελίες περί ιδιωτικοποίησης, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει «ξεπούλημα», επειδή δεν μεταβιβάζεται η κυριότητα των μνημείων.

Τόνισε ότι η προστασία τους εξακολουθεί να κατοχυρώνεται από το άρθρο 24 του Συντάγματος και τον αρχαιολογικό νόμο και ότι η εταιρεία θα πραγματοποιεί συμβάσεις, υπηρεσίες και εμπορικές λειτουργίες για λογαριασμό του ΟΔΑΠ.

Η απάντησή της είναι νομικά ορθή μόνο ως προς την κυριότητα. Δεν απαντά, όμως, στην ουσία της κριτικής, η οποία αφορά την πραγματική μεταφορά εξουσίας και ελέγχου.

Η πολιτιστική κληρονομιά μπορεί να παραμένει στα χαρτιά δημόσια και συγχρόνως η πρόσβαση, η εμπορική χρήση, η τιμολόγηση, οι υπηρεσίες, τα πωλητήρια και οι οικονομικές ροές της να εξαρτώνται όλο και περισσότερο από εταιρικά κριτήρια.

Παράλληλα, μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία επιλογής της μόνιμης διοίκησης, η ίδια η υπουργός Πολιτισμού μπορεί να διορίσει προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο με το σύνολο των εξουσιών της εταιρείας. Η υπουργική απόφαση διορισμού μπορεί να ανακληθεί ή να τροποποιηθεί ελεύθερα οποτεδήποτε.

Η Λίνα Μενδώνη, συνεπώς, δεν είναι ένας ουδέτερος επόπτης της νέας δομής. Βρίσκεται στο κέντρο της διαδικασίας, εγκρίνει κρίσιμα προγράμματα αξιοποίησης και έχει καθοριστικό ρόλο στη μεταβατική διοίκησή της.

Κατακερματισμός και στην ενάλια πολιτιστική κληρονομιά.

Ο ίδιος νόμος ιδρύει ξεχωριστό Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου για τη διαχείριση των επισκέψιμων χώρων ενάλιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη ρύθμιση ως οργανωτική αναβάθμιση. Οι εργαζόμενοι και τα σωματεία του Υπουργείου Πολιτισμού αντιτείνουν ότι δημιουργείται ακόμη ένας διακριτός φορέας, αποσυνδέοντας σταδιακά τη λειτουργική διαχείριση των χώρων από τον ενιαίο κορμό της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στη νομική μορφή κάθε νέου οργανισμού. Βρίσκεται στον συνεχή κατακερματισμό: διαφορετικά διοικητικά συμβούλια, διαφορετικά νομικά πρόσωπα, νέες διοικήσεις, πρόσθετες δαπάνες και αυξανόμενη δυνατότητα εμπλοκής εξωτερικών αναδόχων και επιχειρηματικών συμφερόντων.

Από χώρος ιστορικής μνήμης σε «πολιτιστικό προϊόν».

Τα σωματεία των εργαζομένων στο Υπουργείο Πολιτισμού έχουν καταγγείλει ότι η νέα δομή ενισχύει την εμπορευματοποίηση των αρχαιολογικών χώρων και μετατρέπει τα μνημεία από χώρους ιστορικής μνήμης, παιδείας και εθνικής αυτογνωσίας σε τουριστικά και εμπορικά προϊόντα.

Κατά τις δικές τους εκτιμήσεις, τα συνολικά ετήσια έσοδα του πολιτιστικού αποθέματος και του ΟΔΑΠ ανέρχονται περίπου στα 250 εκατομμύρια ευρώ. Το ποσό αυτό δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως επίσημο τελικό οικονομικό αποτέλεσμα χωρίς δημοσιευμένο απολογισμό, αλλά καταδεικνύει το μέγεθος των οικονομικών συμφερόντων που συνδέονται με τη νέα εταιρική δομή.

Η πολιτιστική κληρονομιά ασφαλώς μπορεί και πρέπει να παράγει έσοδα. Τα έσοδα αυτά, όμως, οφείλουν να επιστρέφουν με απόλυτη διαφάνεια στη φύλαξη, τη συντήρηση, την αναστήλωση, την αρχαιολογική έρευνα και την ελεύθερη πρόσβαση των Ελλήνων πολιτών στα μνημεία τους.

Δεν πρέπει να μετατρέπονται σε ανεξέλεγκτο πεδίο διοικητικών αμοιβών, συμβουλευτικών υπηρεσιών, εργολαβιών, εμπορικών εμπειριών και εταιρικών εξόδων.

 

Βασίλειος Ζομπανάκης.

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΑΡΘΡΟ