Ακριβό χρήμα για πολίτες και μικρομεσαίους. Alpha Bank: Κέρδη μισού δισ. ευρώ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Ισχυρή κερδοφορία, αυξημένα έσοδα από τόκους και προμήθειες, αλλά το χάσμα ανάμεσα στις αποδόσεις των καταθέσεων και στο κόστος των δανείων παραμένει ιδιαίτερα υψηλό

Κέρδη που προσεγγίζουν το μισό δισεκατομμύριο ευρώ ανακοίνωσε η Alpha Bank για το πρώτο εξάμηνο του 2026, επιβεβαιώνοντας ότι η υψηλή κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών συνεχίζεται με αμείωτη ένταση.

Τα δημοσιευμένα κέρδη μετά από φόρους διαμορφώθηκαν στα 497,2 εκατ. ευρώ, ενώ τα προσαρμοσμένα κέρδη ανήλθαν στα 495,3 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 6,5%. Μόνο κατά το δεύτερο τρίμηνο, τα προσαρμοσμένα κέρδη έφθασαν τα 274,8 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 24,6% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο.

Μετά τις επιδόσεις αυτές, η διοίκηση της τράπεζας αναβάθμισε την πρόβλεψη για τα κέρδη ανά μετοχή το 2026 στα 0,41 ευρώ, από 0,40 ευρώ προηγουμένως.

Παράλληλα, έχει σχηματιστεί πρόβλεψη ύψους 273 εκατ. ευρώ για διανομή προς τους μετόχους, με τον δείκτη διανομής να διατηρείται στο 55% των κερδών. Προβλέπεται επίσης ενδιάμεσο μέρισμα περίπου 124 εκατ. ευρώ κατά το τέταρτο τρίμηνο του έτους, εφόσον δοθούν οι απαιτούμενες εγκρίσεις.

Εκτόξευση εσόδων από τόκους και προμήθειες

Τα καθαρά έσοδα από τόκους ανήλθαν στα 852,7 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 7,3% σε ετήσια βάση, κυρίως λόγω της αύξησης των δανείων και της μεγαλύτερης συνεισφοράς του χαρτοφυλακίου ομολόγων.

Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η αύξηση στα έσοδα από προμήθειες, τα οποία έφθασαν τα 326,5 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 34%. Ακόμη και χωρίς το μέρισμα των 39,6 εκατ. ευρώ από την PRODEA, η αύξηση των προμηθειών διαμορφώθηκε στο 23,7%.

Συνολικά, τα λειτουργικά έσοδα της Alpha Bank ανήλθαν στα 1,214 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 9,5% σε σχέση με το αντίστοιχο εξάμηνο του 2025.

Η καθαρή πιστωτική επέκταση διαμορφώθηκε στα 2,2 δισ. ευρώ, με τα ενήμερα δάνεια του Ομίλου να προσεγγίζουν τα 40 δισ. ευρώ, εξαιρουμένων των ομολόγων υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας. Οι καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 14% και ανήλθαν στα 58,5 δισ. ευρώ.

Οι αριθμοί που δεν χωρούν στους τραπεζικούς πανηγυρισμούς

Η ισχυρή οικονομική θέση μιας ελληνικής τράπεζας δεν αποτελεί από μόνη της αρνητική εξέλιξη. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, είναι κατά πόσο αυτή η κερδοφορία επιστρέφει στην ελληνική κοινωνία και στην παραγωγική οικονομία με τη μορφή φθηνότερης χρηματοδότησης, αξιοπρεπών αποδόσεων για τους καταθέτες και ουσιαστικής στήριξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για τον Ιούνιο του 2026 αποκαλύπτουν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα από την εικόνα τραπεζικής ευφορίας.

Το μέσο επιτόκιο των νέων καταθέσεων βρισκόταν μόλις στο 0,36%, ενώ το αντίστοιχο επιτόκιο των νέων δανείων ανερχόταν στο 4,65%. Το περιθώριο μεταξύ καταθέσεων και δανείων διατηρήθηκε στις 4,29 ποσοστιαίες μονάδες.

Για τις καταθέσεις μίας ημέρας των νοικοκυριών, δηλαδή για τα χρήματα που βρίσκονται στους συνηθισμένους τραπεζικούς λογαριασμούς, το μέσο επιτόκιο παρέμενε στο εξαιρετικά χαμηλό 0,03%.

Την ίδια στιγμή:

  • Τα καταναλωτικά δάνεια συγκεκριμένης διάρκειας με κυμαινόμενο επιτόκιο κόστιζαν κατά μέσο όρο 10,63%.
  • Οι πιστωτικές κάρτες, τα ανοικτά δάνεια και οι υπεραναλήψεις έφθαναν στο 14,49%.
  • Τα νέα δάνεια προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαμορφώνονταν στο 4,51%.
  • Τα δάνεια προς ελεύθερους επαγγελματίες και ατομικές επιχειρήσεις έφθαναν στο 6,82%.

Οι καταθέτες, επομένως, παραχωρούν ουσιαστικά σχεδόν δωρεάν τη ρευστότητά τους στο τραπεζικό σύστημα, την ώρα που νοικοκυριά, επαγγελματίες και μικρές επιχειρήσεις εξακολουθούν να δανείζονται με πολλαπλάσιο κόστος.

Περιορισμένες κυβερνητικές παρεμβάσεις

Η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε επιμέρους μειώσεις ή καταργήσεις τραπεζικών προμηθειών, όπως στα εμβάσματα και στις αναλήψεις από ΑΤΜ. Οι παρεμβάσεις αυτές, όμως, δεν αντιμετωπίζουν τον βασικό πυρήνα του προβλήματος: το μεγάλο επιτοκιακό περιθώριο και την περιορισμένη πρόσβαση σημαντικού μέρους της πραγματικής οικονομίας σε προσιτή χρηματοδότηση.

Δεν αρκεί η κυβέρνηση να επικαλείται τη σταθερότητα και την κερδοφορία του τραπεζικού συστήματος ως απόδειξη οικονομικής επιτυχίας. Όταν οι τράπεζες ανακοινώνουν κέρδη εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, αυξάνουν τα έσοδα από τόκους και προμήθειες και σχεδιάζουν γενναίες διανομές προς τους μετόχους, η Πολιτεία οφείλει να απαιτεί ένα ουσιαστικότερο κοινωνικό και αναπτυξιακό αντίκρισμα.

Τράπεζες στην υπηρεσία της ελληνικής παραγωγής

Η πιστωτική επέκταση δεν πρέπει να περιορίζεται κυρίως σε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, χρηματιστηριακές εργασίες και δραστηριότητες επενδυτικής τραπεζικής. Απαιτείται πραγματική χρηματοδοτική στήριξη της ελληνικής μεταποίησης, της πρωτογενούς παραγωγής, της οικογενειακής επιχείρησης και των επαγγελματιών που κρατούν όρθια την οικονομία και την περιφέρεια.

Η οικονομική ισχύς των τραπεζών πρέπει να μετατρέπεται σε:

χαμηλότερο κόστος δανεισμού, μεγαλύτερες αποδόσεις για τις καταθέσεις, περιορισμό των προμηθειών και στοχευμένη χρηματοδότηση της εγχώριας παραγωγής.

Διαφορετικά, η συνεχής αύξηση της τραπεζικής κερδοφορίας θα παραμένει ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα για τους μετόχους, αλλά μια μακρινή πραγματικότητα για την πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών.