ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΙΔΟΜΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΕΝΔΙΑ – ΠΟΙΟΙ ΘΑ ΠΑΡΟΥΝ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΙ ΘΑ ΜΕΙΝΟΥΝ ΕΚΤΟΣ;

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του VoiceNews στην Google

Η φράση «έως 500 ευρώ τον μήνα» για περίπου 2.000 στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων ακούγεται αναμφισβήτητα εντυπωσιακή σε ένα προσωπικό που βλέπει επί χρόνια το εισόδημά του να συμπιέζεται, την ώρα που οι υπηρεσιακές απαιτήσεις και οι ευθύνες πολλαπλασιάζονται. Ωστόσο, πίσω από τους θριαμβευτικούς τίτλους υπάρχει μία μικρή αλλά κρίσιμη λέξη που αλλάζει άρδην την πραγματικότητα: η λέξη «έως».

Δεδομένου ότι το επίδομα διοίκησης κυμαίνεται από 100 έως 500 ευρώ ανάλογα με τη θέση και την κατηγορία, η διατύπωση αυτή σε καμία περίπτωση δεν εγγυάται ότι το ανώτατο ποσό θα φτάσει στους λογαριασμούς όλων όσοι ενταχθούν στο μέτρο.

Εδώ ακριβώς ξεκινά μια ουσιαστική συζήτηση που δεν μπορεί να εξαντληθεί σε ακόμη μία κυβερνητική ανακοίνωση, καθώς ο στρατιωτικός που αντικρίζει τη μισθοδοσία του δεν ενδιαφέρεται για γενικόλογες εξαγγελίες, αλλά απαιτεί να γνωρίζει με ακρίβεια πόσα χρήματα θα λάβει ο ίδιος και για ποιο λόγο θα υπάρξει διαφοροποίηση σε σχέση με τους συναδέλφους του.


ΤΟ «ΕΩΣ 500 ΕΥΡΩ» ΕΙΝΑΙ ΕΥΚΟΛΟ ΝΑ ΑΚΟΥΣΤΕΙ – Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΟΜΩΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΖΟΥΜΙ

Αν και το επίδομα αφορά περίπου 2.000 στελέχη με την αναλογία να διαμορφώνεται σε 65% αξιωματικούς και 35% υπαξιωματικούς το πραγματικό ζητούμενο δεν εξαντλείται στον αριθμό των δικαιούχων, αλλά εστιάζεται στον τρόπο με τον οποίο θα κατανεμηθεί τελικά η οικονομική πίτα.

Είναι εντελώς διαφορετικό να ανακοινώνεται ένας συνολικός αριθμός δικαιούχων και εντελώς διαφορετικό να αποσαφηνίζεται πόσοι από αυτούς θα λάβουν το ανώτατο ποσό, πόσοι θα κινηθούν στη μέση της κλίμακας και πόσοι θα περιοριστούν στο κατώτατο όριο των 100 ευρώ.

Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας οφείλει να τοποθετηθεί με συγκεκριμένα στοιχεία και όχι με αόριστες διατυπώσεις, εξειδικεύοντας πόσοι δικαιούχοι αντιστοιχούν στα 500, στα 400, στα 300, στα 200 και στα 100 ευρώ. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα διαφανεί εάν πρόκειται για μια ουσιαστική οικονομική αναγνώριση της διοικητικής ευθύνης ή για ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα, όπου το ανώτατο ποσό χρησιμοποιείται ως βιτρίνα ενώ η πλειονότητα του προσωπικού εισπράττει τα ελάχιστα.


ΠΟΙΟΣ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΠΟΙΑ ΘΕΣΗ ΑΞΙΖΕΙ ΕΠΙΔΟΜΑ;

Το ζήτημα προσλαμβάνει ακόμη σοβαρότερες διαστάσεις από τη στιγμή που ο καθορισμός των δικαιούχων δεν βασίζεται σε ονομαστικούς καταλόγους, αλλά στον χαρακτηρισμό συγκεκριμένων θέσεων διοίκησης ως επιλέξιμων. Κατά συνέπεια, η συγκεκριμένη θέση στην οποία υπηρετεί ένα στέλεχος καθίσταται ο καταλύτης που θα κρίνει εάν θα χορηγηθεί το επίδομα, ποιο θα είναι το ύψος του και εάν η αναληφθείσα ευθύνη θα αναγνωριστεί έμπρακτα από την Πολιτεία.

Αυτό γεννά το εύλογο ερώτημα σχετικά με τα αντικειμενικά κριτήρια που διαχωρίζουν τις δικαιούχες από τις μη δικαιούχες θέσεις, ιδιαίτερα όταν παρατηρούνται περιπτώσεις στελεχών με παράλληλες ευθύνες και παρόμοιες υπηρεσιακές απαιτήσεις που αντιμετωπίζονται μισθολογικά με διαφορετικούς όρους. Πρόκειται για μια γκρίζα ζώνη που δεν μπορεί να προσπεραστεί με τη συνήθη επίκληση των διοικητικών αποφάσεων, καθότι το προσωπικό δικαιούται να γνωρίζει τον θεσμικό κανόνα που διέπει αυτές τις επιλογές και το κατά πόσο αυτός εφαρμόζεται με ισονομία.


ΚΑΙ ΕΔΩ ΕΡΧΕΤΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΘΕΜΑ: ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ;

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι ο αναλυτικός κατάλογος των δικαιούχων θέσεων απουσιάζει από το σχετικό ΦΕΚ, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα ως προς το επίπεδο διαφάνειας μιας παροχής που αφορά χιλιάδες στελέχη και φτάνει έως τα 500 ευρώ μηνιαίως.

Ενώ είναι προφανές ότι δεν ζητείται η δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων ή ονομάτων, υφίσταται σαφής θεσμική υποχρέωση για τη δημοσιοποίηση των κατηγοριών, των θέσεων και των αντικειμενικών κριτηρίων που καθορίζουν την κατανομή των κονδυλίων.


35% ΥΠΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ – ΩΡΑΙΑ ΤΑ ΠΟΣΟΣΤΑ, ΑΛΛΑ ΠΟΣΑ ΕΥΡΩ ΘΑ ΠΑΡΟΥΝ;

Η αναφορά στο ότι το 35% των δικαιούχων προέρχεται από την τάξη των υπαξιωματικών προβάλλεται ως απόδειξη ευρείας κάλυψης του στρατεύματος, οικειοποιούμενη μια στατιστική εικόνα που όμως δεν αποκαλύπτει την πραγματική οικονομική ενίσχυση.

Το ποσοστό αυτό παραμένει κενό περιεχομένου όσο δεν αποσαφηνίζεται πόσοι από τους περίπου 700 υπαξιωματικούς θα εισπράξουν τα 500 ευρώ και πόσοι θα εγκλωβιστούν στα χαμηλότερα κλιμάκια της κλίμακας.

Παράλληλα, παραμένει αδιευκρίνιστο το πώς κατανέμονται τα ανώτατα ποσά στους αξιωματικούς και με ποιο τρόπο συσχετίζεται ο βαθμός, η διοικητική ευθύνη και ο αριθμός του διοικούμενου προσωπικού με το τελικό καταβαλλόμενο ποσό. Η παράθεση αυτών των αναλυτικών δεδομένων αποτελεί τη μόνη ασφαλιστήρια δικλίδα για να διαπιστωθεί αν το μέτρο εφαρμόζεται με αξιοκρατία ή αν καλλιεργεί νέες εσωτερικές ανισότητες.


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΘΕΜΑ ΧΡΗΜΑΤΩΝ – ΕΙΝΑΙ ΘΕΜΑ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ

Πέραν όμως της καθαρά οικονομικής διάστασης των 100 ή των 500 ευρώ, το ζήτημα αγγίζει τον πυρήνα της επαγγελματικής αξιοπρέπειας του προσωπικού που υπηρετεί κάτω από συνθήκες διαρκούς πίεσης, συχνών μεταθέσεων και αυξημένων καθηκόντων.

Για τον στρατιωτικό, το επίδομα αποτελεί την έμπρακτη ηθική και υλική αναγνώριση της ευθύνης που του αναθέτει η Πολιτεία, γι’ αυτό και η αίσθηση της αδικίας λειτουργεί πολύ πιο διαβρωτικά από την ίδια τη μισθολογική διαφορά.

Όταν ένας αξιωματικός ή υπαξιωματικός διαπιστώνει ότι συνάδελφός του με αντίστοιχα καθήκοντα επιδοτείται ενώ ο ίδιος εξαιρείται, το πρωταρχικό ερώτημα δεν είναι το ύψος του ποσού, αλλά ο λόγος της άνισης μεταχείρισης. Αυτό ακριβώς το ερώτημα καλείται να απαντήσει το Υπουργείο με σαφείς, θεσμοθετημένους και ελέγξιμους κανόνες.


ΔΕΝΔΙΑ, ΕΔΩ ΔΕΝ ΧΩΡΑΕΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ

Καθώς ο Δένδιας, έχει προσδιορίσει τη συνολική αναδιάρθρωση των Ενόπλων Δυνάμεων ως μια τομή που αλλάζει τις δομές και τη νοοτροπία του στρατεύματος, το επίδομα διοίκησης δεν επιτρέπεται να εγκλωβιστεί στη λογική μιας επικοινωνιακής εξαγγελίας με μόνο σύνθημα το «έως 500 ευρώ».

Εάν η πρωτοβουλία αυτή αποτελεί μέρος μιας ουσιαστικής μεταρρύθμισης που τιμά τη διοικητική ευθύνη, οφείλει να αποδειχθεί στην πράξη μέσω της διαφάνειας, της αντικειμενικότητας και των καθαρών κανόνων εφαρμογής.

Η αξία μιας μεταρρύθμισης δεν κρίνεται στις διακηρύξεις, αλλά στον τρόπο με τον οποίο μετουσιώνεται σε καθημερινή διοικητική πράξη, ειδικά όταν πρόκειται για τη διαχείριση της μισθοδοσίας του προσωπικού.


ΤΟ ΥΠΕΘΑ ΟΦΕΙΛΕΙ ΝΑ ΑΝΟΙΞΕΙ ΟΛΑ ΤΑ ΧΑΡΤΙΑ

Η επίλυση του ζητήματος δεν απαιτεί περίπλοκες διαδικασίες, αλλά την άμεση δημοσιοποίηση από το ΥΠΕΘΑ ενός αναλυτικού πίνακα που θα περιλαμβάνει τις κατηγορίες των θέσεων, τα κριτήρια ένταξης, τα αντιστοιχούντα ποσά και τον ακριβή αριθμό των στελεχών ανά επίπεδο.

Με αυτόν τον τρόπο θα εξαλειφθούν οι φήμες, θα αποδειχθεί η δικαιοσύνη του μέτρου και θα διαλυθεί κάθε υποψία ότι η διατύπωση «έως 500 ευρώ» συγκαλύπτει μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα από την προβαλλόμενη. Εφόσον οι αποφάσεις έχουν ληφθεί με αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, δεν υφίσταται κανένας λόγος δισταγμού για την πλήρη δημοσιοποίηση των στοιχείων.


ΤΟ «ΕΩΣ 500 ΕΥΡΩ» ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ – ΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

Το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων δεν αναζητά επικοινωνιακά πυροτεχνήματα, αλλά απαιτεί να γνωρίζει τι θα λάβει, βάσει ποιου κανόνα θα διαμορφωθεί η μισθοδοσία του και με ποια κριτήρια θα προκύψουν οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των στελεχών.

Η αποφυγή «γκρίζων ζωνών» και διφορούμενων ερμηνειών είναι απαραίτητη προϋπόθεση ώστε ένα μέτρο που προορίζεται ως οικονομική ανάσα να μην μετατραπεί σε εστία εσωτερικής αμφισβήτησης και τριβών.

Το ουσιαστικό ερώτημα παραμένει συγκεκριμένο και απαιτεί ξεκάθαρες απαντήσεις για το ποιοι παίρνουν τα 500, τα 400, τα 300, τα 200, τα 100 ευρώ και ποιοι μένουν εκτός.

Όσο τα στοιχεία αυτά παραμένουν αδιαφανή, το ερώτημα θα επανέρχεται αμείλικτο:

«ΕΩΣ 500 ΕΥΡΩ» ΓΙΑ ΠΟΙΟΥΣ, ΚΥΡΙΕ ΔΕΝΔΙΑ;